Η επιστολή των 22, η απειλή της Σένγκεν και η ευρωπαϊκή επίθεση σε μια κυβέρνηση που αρνείται να ακολουθήσει τη συντηρητική γραμμή.
Η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα τέθηκε επιχειρησιακά υπό έλεγχο σχεδόν όσο γρήγορα ξέσπασε. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο στην ισπανική πόλη, όμως μέσα σε λίγες ώρες άρχισαν οι μαζικές επιστροφές και η κατάσταση στα σύνορα σταθεροποιήθηκε. Η πολιτική επιχείρηση, αντίθετα, μόλις άρχιζε. (Reuters)
Μια επιστολή 22 κρατών-μελών, με πρωτοβουλία της Ιταλίας και της Δανίας, ζήτησε έκτακτες ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις, ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων και δυνατότητα επαναφοράς ελέγχων στο εσωτερικό της Ένωσης. Στο ίδιο κείμενο, η μαζική νομιμοποίηση ανθρώπων που ζούσαν ήδη στην Ισπανία εμφανίστηκε ως πιθανός «παράγοντας έλξης». (Financial Times)
Η αντιστροφή είναι εντυπωσιακή. Η Ισπανία δέχθηκε τη μαζική παραβίαση των συνόρων της, αλλά βρέθηκε σχεδόν αμέσως στη θέση της κατηγορούμενης. Το Μαρόκο, που ελέγχει την άλλη πλευρά της συνοριακής γραμμής και του οποίου η στάση αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή κεντρικό ερώτημα, πέρασε σε δεύτερο πλάνο.
Η συζήτηση μεταφέρθηκε από το «τι συνέβη στο Φνιντέκ;» στο «τι κάνει λάθος ο Σάντσεθ;».
Μια απειλή χωρίς πραγματική μετακίνηση
Η επίθεση κατά της Σένγκεν αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τον πολιτικό χαρακτήρα της υπόθεσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκρίνισε ότι κανένας από όσους πέρασαν παράτυπα στη Θέουτα δεν είχε μετακινηθεί προς την ηπειρωτική Ισπανία ή άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η Θέουτα υπόκειται σε ειδικούς συνοριακούς ελέγχους και δεν αποτελεί ελεύθερη πύλη προς τον ευρωπαϊκό χώρο. (euronews)
Δύο ημέρες νωρίτερα, άρθρο του Bloomberg Opinion αναγνώριζε ότι η Ισπανία αναπτυσσόταν ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ότι η μετανάστευση συνέβαλλε θετικά στην οικονομία και ότι η χώρα είχε αποκτήσει μεγαλύτερη ενεργειακή ανθεκτικότητα. Όλα αυτά, όμως, εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο «ενόχλησης» της υπόλοιπης Ευρώπης. (Taipei Times)
Η Ισπανία απέδιδε, αλλά χαλούσε τη συνταγή για τη γνωστή σούπα της Ένωσης.
Η Θέουτα πρόσφερε στους πολιτικούς αντιπάλους του Σάντσεθ αυτό που χρειάζονταν: μια εικόνα χάους ικανή να αντικαταστήσει την εικόνα της ισπανικής επιτυχίας.
Παρ’ όλα αυτά, η Ιταλία επανέφερε προσωρινούς ελέγχους σε αφίξεις από την Ισπανία, ενώ άλλες κυβερνήσεις άνοιξαν συζήτηση ακόμη και για αναστολή της συμμετοχής της χώρας στη ζώνη ελεύθερης κυκλοφορίας. Οι έλεγχοι της Ρώμης αφορούν επιλεκτικά αφίξεις υπηκόων τρίτων χωρών και όχι την πλήρη διακοπή της μετακίνησης Ισπανών ή άλλων Ευρωπαίων πολιτών — αρκετοί, ωστόσο, για να σταλεί το πολιτικό μήνυμα. (Reuters)
Αν δεν υπήρξε δευτερογενής μετακίνηση προς την υπόλοιπη Ευρώπη και η επιχειρησιακή κρίση είχε ήδη ανακοπεί, τι ακριβώς επιχειρεί να αποτρέψει η πολιτική τιμωρία της Μαδρίτης;
Το “pull factor” ως έτοιμη ετυμηγορία
Η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στη Θέουτα και περισσότερο στη σύγκρουση για το ισπανικό μοντέλο.
Η διαδικασία νομιμοποίησης αφορούσε ανθρώπους που βρίσκονταν ήδη στην Ισπανία και τους έδινε δυνατότητα νόμιμης εργασίας και ένταξης στην επίσημη οικονομία. Περισσότεροι από 600.000 είχαν ήδη λάβει προσωρινές άδειες εργασίας κατά την εξέταση των αιτήσεών τους. Δεν υπήρχε καμία αυτόματη σύνδεση ανάμεσα σε αυτή τη διαδικασία και στους ανθρώπους που πέρασαν στη Θέουτα. Κι όμως, η σύνδεση παρουσιάστηκε αμέσως ως αυτονόητη. (Λα Μονκλόα)
Δεν εξετάστηκε πρώτα η συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων στο Φνιντέκ, η αρχική συμπεριφορά των μαροκινών μηχανισμών ή η παραπληροφόρηση γύρω από την απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ετυμηγορία ήταν έτοιμη:
Η “χαλαρή” Ισπανία προκάλεσε την κρίση και τώρα πρέπει να πειθαρχήσει.
Ο Πέδρο Σάντσεθ αντέδρασε κατηγορώντας ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για προκατάληψη, παραπληροφόρηση, άγνοια ή πολιτικές σκοπιμότητες. Υπενθύμισε ότι η αλληλεγγύη μπορεί να θεωρείται από ορισμένους προαιρετική, όχι όμως και ο σεβασμός των συνθηκών και των πραγματικών δεδομένων. Η απάντησή του αποκάλυψε μια Ευρώπη διχασμένη: από τη μία, η Ιταλία, η Δανία και οι κυβερνήσεις που ζητούν αυστηρότερη περιχαράκωση· από την άλλη, χώρες όπως η Γαλλία και η Πορτογαλία, που δεν συντάχθηκαν με την επιστολή. (euronews)
Η αποικιοκρατία δεν είναι αλά καρτ
Ναι, η Ισπανία υπήρξε σκληρή αποικιοκρατική δύναμη. Η κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου συνοδεύτηκε από βία, καταναγκαστική εργασία, αρπαγή γης και επιβολή του καθολικισμού στους αυτόχθονες πληθυσμούς. Αυτή η ιστορία ούτε διαγράφεται ούτε εξωραΐζεται.
Οι κραυγές, όμως, που ζητούν σήμερα την απομόνωση της Ισπανίας επειδή δήθεν «θερίζει τους καρπούς των αποικιακών της εγκλημάτων» βασίζονται σε επιλεκτική ιστορική αμνησία. Ξεχνούν τη βρετανική, τη γαλλική και την πορτογαλική αυτοκρατορία, τη φρίκη του βελγικού Κονγκό και τη σύγχρονη, εκμοντερνισμένη αποικιοκρατία των ΗΠΑ: στρατιωτικές βάσεις, εξαρτημένα καθεστώτα, κυρώσεις και οικονομική επιβολή. Η εσωτερική πολυπολιτισμικότητα των ΗΠΑ δεν ακυρώνει την εξωτερική αυτοκρατορική τους ισχύ· συχνά λειτούργησε ως ηθική βιτρίνα της.
Η Ισπανία δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε επίσημη κρατική συγγνώμη. Υπήρξε, ωστόσο, μεταγενέστερη στροφή: οι αποικιακές αδικίες αναγνωρίστηκαν δημόσια από τον Ισπανό υπουργό Εξωτερικών και, το 2026, από τον βασιλιά Φελίπε.
Τα ιστορικά εγκλήματα απαιτούν αναγνώριση, μνήμη και αποκατάσταση — όχι κληρονομική ενοχή των σημερινών πολιτών ούτε πολιτική τιμωρία μιας χώρας επειδή η κυβέρνησή της αρνείται να υποταχθεί στη σημερινή αντιμεταναστευτική ορθοδοξία.
Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία ως προς τη φύλαξη των συνόρων. Πρόκειται για σύγκρουση γύρω από το ποια Ευρώπη θα επικρατήσει: εκείνη της συλλογικής ευθύνης ή εκείνη που μετατρέπει κάθε κρίση σε μηχανισμό πειθάρχησης μιας πολιτικά αποκλίνουσας κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ δεν ενοχλεί μόνο επειδή ακολουθεί διαφορετική μεταναστευτική και κοινωνική πολιτική. Ενοχλεί επειδή αποκλίνει συνολικά από τη συντηρητική ευρωπαϊκή γραμμή: αρνείται να υποταχθεί στις απαιτήσεις του Τραμπ, αντιστέκεται στην κλιμάκωση των στρατιωτικών δαπανών και συγκρούεται ανοιχτά με το Ισραήλ για τη ματωμένη πολιτική του στη Γάζα.
Παράλληλα, η ισπανική οικονομία εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από πολλές μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Άρα η Θέουτα έδωσε στους πολιτικούς αντιπάλους του Σάντσεθ αυτό που χρειάζονταν:
Μια εικόνα χάους που μπορούσε να αντικαταστήσει την εικόνα της ισπανικής επιτυχίας.
Το The Noèma n&m είχε θέσει από τις πρώτες ώρες στο κάδρο την πιθανή εργαλειοποίηση της κρίσης και την πολιτική πίεση προς τον Σάντσεθ. Στην πρώτη μας ανάλυση, «Θέουτα: Ποιος άνοιξε τη βαλβίδα;», ρισκάραμε εγκαίρως τη σύνδεση ανάμεσα στο Μαρόκο, την Αλγερία, τις στρατηγικές σχέσεις του Ραμπάτ με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, τη μεταναστευτική πίεση και την ευρωπαϊκή επίθεση κατά της Ισπανίας — προτού οι ίδιες συνδέσεις εμφανιστούν στη μεγάλη διεθνή κάλυψη.
Δύο ημέρες νωρίτερα, άρθρο του Bloomberg Opinion αναγνώριζε ότι η Ισπανία αναπτυσσόταν ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ότι η μετανάστευση συνέβαλλε θετικά στην οικονομία και ότι η χώρα είχε αποκτήσει μεγαλύτερη ενεργειακή ανθεκτικότητα. Όλα αυτά, όμως, εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο «ενόχλησης» της υπόλοιπης Ευρώπης. (Taipei Times)
Η Ισπανία απέδιδε, αλλά χαλούσε τη συνταγή για τη γνωστή σούπα της Ένωσης.
Η Θέουτα πρόσφερε στους πολιτικούς αντιπάλους του Σάντσεθ αυτό που χρειάζονταν: μια εικόνα χάους ικανή να αντικαταστήσει την εικόνα της ισπανικής επιτυχίας.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι 22 κυβερνήσεις οργάνωσαν την κρίση. Υπάρχουν, όμως, πλέον καθαρά στοιχεία ότι τη χρησιμοποίησαν για να δικάσουν μια ολόκληρη πολιτική κατεύθυνση.
Η πρώτη μορφή εργαλειοποίησης αφορά το ενδεχόμενο ένα τρίτο κράτος να αυξομειώνει τη μεταναστευτική πίεση. Η δεύτερη είναι ήδη μπροστά μας: μια πραγματική τραγωδία αποσπάστηκε από το μαροκινό και γεωπολιτικό της πλαίσιο και μετατράπηκε σε κατηγορητήριο κατά της Ισπανίας.
Η κρίση στα σύνορα μπορεί να τέθηκε υπό έλεγχο. Η επιχείρηση πειθάρχησης του Σάντσεθ, όμως, μόλις ξεκίνησε.










