ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΣ
Συγγραφέας | Δημοσιογράφος
O Διονύσης Ελευθεράτος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961 και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται στη δημοσιογραφία από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Έχει αρθρογραφήσει και σχολιάσει πολιτικά, κοινωνικά και αθλητικά ζητήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ άλλων στην *Ελευθεροτυπία* (ένθετο Εψιλον), στον *Ελεύθερο Τύπο* (Review), καθώς και σε πλήθος έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων. Παράλληλα, έχει μακρά παρουσία στο ραδιόφωνο (Δίαυλος 10, Ώχ FM, Flash 9.61, Sport FM 94,6) και σήμερα είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στον σταθμό *105,5 Στο Κόκκινο*. Ως συγγραφέας έχει εκδώσει βιβλία πολιτικής και κοινωνικής κριτικής από τις Εκδόσεις Τόπος, όπως *Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;*, *Λαμόγια στο χακί*, *Μια λοξή ματιά στην Ιστορία – 200 χρόνια νεοελληνικού κλαυσίγελου* και *Μεταπολίτευση: ένα βολικό «τέρας»*.
Συμβαίνει συχνά, στην Ιστορία: Ορισμένα παλιά γεγονότα και φαινόμενα που εκ πρώτης όψεως είχαν συγκεκριμένη τοπική – γεωγραφική εμβέλεια να μοιάζουν με μάρτυρες καταστάσεων διαχρονικών. Καταστάσεων, τις οποίες βιώνουμε και σήμερα κατά κάποιον τρόπο (οι τρόποι σχεδόν πάντα διαφέρουν, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σαν σε καρμπόν). Κι όχι μόνο σε μια μεμονωμένη γεωγραφική περιφέρεια. Όσα περισσότερα μαθαίνεις για αυτά τα παλιά, τόσες επιπλέον «εκπροσωπήσεις» του παρόντος ανιχνεύεις. Ενίοτε, κρυμμένες και μέσα σε «λεπτομέρειες».
Συγκεντρώνοντας υλικό για το βιβλίο μου «Μια Λοξή Ματιά στην Ιστορία- 200 Χρόνια Νεοελληνικού Κλαυσίγελου (2020, Εκδόσεις «Τόπος»), συμπέρανα ότι σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και ένα ζήτημα που δέσποσε στην Ηλεία και ευρύτερα στη Βόρεια και Δυτική Πελοπόννησο, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Το σταφιδικό. Ας δούμε συνοπτικά την εξέλιξή του.
Έως το 1860, «αφιερωμένα» στη σταφίδα ήταν πάνω από 120.000 στρέμματα- τα περισσότερα στην Ηλεία. Στα μέσα της δεκαετίας εκείνης, οι γαλλικοί αμπελώνες χτυπήθηκαν καίρια από φυλλοξήρα και αυτό ήταν χαρμόσυνο νέο για τους αμπελουργούς στην Ελλάδα και ειδικά στη ΒΔ Πελοπόννησο. Η σταφίδα απαλλασσόταν από έναν ισχυρό ανταγωνιστή στη διεθνή αγορά κι επιπλέον θα κατέκλυζε και την ίδια τη Γαλλία. Γινόταν περιζήτητη, κυρίως στην Αγγλία, αλλά στη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Ρωσία κι αλλού . Στον Πύργο, η παραγωγή και η εξαγωγή της σταφίδας ήταν ο κύριος άξονας, γύρω από τον οποίον περιστρεφόταν η κοινωνική και οικονομική ζωή.

Η σταφίδα γινόταν συνώνυμη της ευημερίας και η καλλιέργειά της επεκτεινόταν διαρκώς. Επιταχύνθηκε μάλιστα πολύ, έπειτα από την αγροτική μεταρρύθμιση του 1871. Ανάμεσα στο 1870 και το 1878, τα καλλιεργούμενα με σταφίδα στρέμματα αυξήθηκαν από 221.164 σε 435.000. Η παραγωγή αυξήθηκε κατά 89,7% . Η συνολική εξαγωγή κατά 75%. Και οι τιμές, εξαιρετικές.
Η πολυκαλλιέργεια που χαρακτήριζε την πελοποννησιακή γεωργία (περίπου ως το 1870) υποχώρησε μπροστά στον ακατανίκητο «σταφιδικό πυρετό». Αγρότες ξερίζωναν καλλιέργειες άλλων ειδών, για να κάνουν αμπελώνες. Μικροί κτηματίες, σταφιδοπαραγωγοί, χρεώνονταν υπέρμετρα με σκοπό να επεκτείνουν τις φυτείες που «υπόσχονταν» σίγουρο χρήμα.
Μέσα στη γενική ευφορία, ξεχάστηκε ή υποτιμήθηκε δραματικά μια «λεπτομέρεια»: Η ΒΔ Πελοπόννησος είχε εναποθέσει τα πάντα στο εμπόριο και τις εξαγωγές ενός προϊόντος, η μελλοντική τύχη του οποίου θα καθοριζόταν από εξωγενείς παράγοντες. Συμφωνίες εμπορικές συνάπτονται με χώρες, αλλά κανείς δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με τη… φυλλοξήρα που είχε πλήξει τους γαλλικούς αμπελώνες. Κι όταν αυτοί ανέκαμψαν, άρχισε εδώ η αντίστροφη μέτρηση. Η τιμή της σταφίδας έπεσε κατακόρυφα. Στην αγορά του Λονδίνου η τιμή ενός εκατόλιτρου σταφίδας ήταν 21 σελίνια το 1892 και έπεσε στα 6 σελίνια το 1893. Και την εποχή εκείνη (1892 -1893) η ελληνική σταφίδα είχε ν’ αντιμετωπίσει, όχι μόνο τα της ανάρρωσης των αμπελώνων της Γαλλίας, αλλά και τους προστατευτικούς δασμούς που είχε επιβάλλει η εν λόγω χώρα στα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα.
Όταν χάνεται η επίγνωση, έρχεται η απόγνωση…
Η σταφιδική κρίση έφθασε στο αποκορύφωμά της λίγους μήνες προτού καταφθάσει η πτώχευση (του 1893). Σε κάποιο βαθμό διαδραμάτισε και αυτοτελή ρόλο στην πτώχευση, καθώς δεν εισερχόταν συνάλλαγμα. Η κατάρρευση της «σταφιδικής οικονομίας» έγινε και κοινωνική κατάρρευση, στη ΒΔ Πελοπόννησο. Την οδυνηρή εικόνα συνέθεταν: Απούλητα πλεονάσματα στις αποθήκες, απανωτές πτωχεύσεις και χρεοκοπίες σταφιδικών οίκων. Συνεχείς πλειστηριασμοί κτημάτων – συχνά χωρίς καν να εμφανίζονται επίδοξοι αγοραστές. Απελπιστικά αδιέξοδα για όσους είχαν χρεωθεί, προκειμένου να επεκτείνουν τα σταφιδικά «βασίλειά» τους. Και ανεργία για πλήθος εργατών.
Η εκτεταμένη δυσπραγία «γέννησε» διαμαρτυρίες, κοινωνικές «εκρήξεις», συλλαλητήρια, συγκρούσεις με τη χωροφυλακή. Κατά κανόνα, βασικά αιτήματα των κινητοποιήσεων ήταν αφενός «η αναστολή της εισπράξεως των καθυστερουμένων και λοιπών αμέσων φόρων» και αφετέρου η παρέμβαση της κεντρικής πολιτικής εξουσίας στην Εθνική Τράπεζα, «όπως και αύτη αναστείλει την καταδίωξιν των οφειλετών, δεινώς μαστιζομένων υπό της ανεχείας» (από ψήφισμα λαϊκής συγκέντρωσης στον Πύργο, «Ακρόπολις», 13 Σεπτεμβρίου 1893). Υπήρχαν φυσικά και κινήσεις λιγότερο «θεσμικές». Όπως έχει σημειώσει η καθηγήτρια Πανεπιστημίου Καίτη Αρώνη – Τσίχλη, η καταστροφική εξέλιξη στο σταφιδικό συνδεόταν στενά με τη συγκρότηση και δραστηριοποίηση αναρχικών – σοσιαλιστικών ομάδων, στην Πάτρα και τον Πύργο.
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως όπου λείπει η επίγνωση, έρχεται η απόγνωση. Και σίγουρα έλειψε η επίγνωση βασικών παραμέτρων του οικονομικού «παιχνιδιού, όπως απουσίαζε και η προνοητικότητα όταν – στις καλές εποχές- ο «σταφιδικός πυρετός» κυριαρχούσε, χωρίς μέτρο. Αλλά προτού… τα ρίξουμε πάλι όλα στην «ατομική ευθύνη», ας αναλογιστούμε ότι η εκάστοτε κεντρική εξουσία οφείλει να σχεδιάζει, να υλοποιεί πολιτικές ανά τομέα (άρα και στον αγροτικό), να προνοεί, να λαμβάνει υπόψη και τα «κακά σενάρια» για το μέλλον, να αποθαρρύνει μονομέρειες. Καμία κυβέρνηση από το 1860 ως το 1893 δεν το έκανε αυτό, με τη σταφίδα. Ούτε ο Αλ. Κουμουνδούρος, ούτε ο Χ. Τρικούπης που κυβέρνησε μια «γεμάτη» δεκαετία και ο οποίος γενικώς θεωρείται (ορθώς ή μη, άλλο θέμα) ως «πρύτανης» του πολιτικού ορθολογισμού στον 19ο αιώνα. Η πολιτική εξουσία μιας τριακονταετίας βολευόταν, αφού το… συνάλλαγμα ερχόταν. Όλα τα άλλα ήταν «ψιλά» γράμματα.
Τι απέγινε, μετά το 1893; Η «σταφιδική οικονομία» μαράζωσε για τα καλά. Τα καράβια που μετέφεραν μετανάστες στην Αμερική ήταν γεμάτα από ανθρώπους, οποίοι λίγα χρόνια νωρίτερα ήλπιζαν ότι θα ζούσαν αξιοπρεπέστατα, ίσως και πλουσιοπάροχα, χάρη στη σταφίδα. Έπειτα από μία μεταβατική περίοδο πλήρους αμηχανίας, στον 20ο αιώνα πλέον το ελληνικό κράτος άρχισε να υλοποιεί μια πολιτική παρεμβατισμού στον πρωτογενή τομέα. Δημιουργήθηκαν ημι-κρατικοί οργανισμοί που αφενός διαχειρίζονταν τη σταφίδα και αφετέρου εξασφάλιζαν στους παραγωγούς κατώτατες τιμές ασφαλείας.
Όσο διαρκούσε αυτή η μεταβατική περίοδος, στις τάξεις της πολιτικής ελίτ φαινόταν να ισχύει το «τρικυμία εν κρανίω». Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Σκριπ» ( 14 Φεβρουαρίου 1903), μια κοινοβουλευτική επιτροπή που είχε συσταθεί για το θέμα έκλινε προς την άποψη ότι η σταφίδα θα μπορούσε να σωθεί, «εάν επιβληθεί φόρος 100 δραχμών κατά στρέμμα εις εκείνον όστις ήθελε εμφυτεύσει νέα κλίματα». Α, τόσο απλό ήταν!…
Αντί επιλόγου: Και σταφιδέμποροι στην χρηματιστηριακή παγίδα του 1872- 1974
Είναι βέβαιο ότι η απρονοησία της πολιτικής εξουσίας ως προς τη σταφίδα θυμίζει και πολλά… κατοπινά. Όμως στις καλές της εποχές (πάντα στον 19ο αιώνα), η σταφίδα συνδέθηκε – εμμέσως – και με ένα μεγάλο χρηματιστηριακό σκάνδαλο, που απετέλεσε τον «μακρινό πρόγονο» όσων έγιναν στη Σοφοκλέους το 1997 -1999. Διότι πολλοί σταφιδέμποροι, προτού πέσουν θύματα της σιγουριάς για τον… αιώνιο, αδιάλειπτο καλπασμό του προϊόντος, πλήρωσαν την εμπιστοσύνη τους στο – άτυπο, ακόμη – Χρηματιστήριο.
Το 1872 – 1873 αρκετοί εξ αυτών επισκέπτονταν την Αθήνα, όχι για δουλειές, αλλά για να πάνε στο καφενείο «Ωραία Ελλάς» όπου λειτουργούσε το Χρηματιστήριο της πόλης. Ανεπίσημο ακόμη, αλλά πολλά υποσχόμενο. Αν ο σταφιδικός «πυρετός» εξασφάλιζε γερά κομποδέματα, ο χρηματιστηριακός φαινόταν ικανός να τα κάνει – εύκολα και γρήγορα- περισσότερα και παχύτερα. Μόνο που ο πυρετός του Χρηματιστηρίου προέκυψε από την πονηρή μεθόδευση του επιχειρηματία Ανδρέα Συγγρού, ο οποίος κατάφερε να παγιδέψει πλήθος παικτών μέσα σε δυο αλληλοσυμπληρούμενα δόκανα. Τις μετοχές της Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου και εκείνες της Γενικής Πιστωτικής Τράπεζες.
Το κόλπο που έκαναν ο Συγγρός και οι άνθρωποί του ήταν τόσο άρτιο, ώστε θεώρησε σκόπιμο να περιγράψει κάποιες πλευρές του ο Άγγλος πρέσβης Στιούαρτ, σε αναφορά του προς τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας του, στις 26 Απριλίου 1873. Κι όταν η μετοχή της τράπεζας έχασε το 71% της αξίας της και εκείνη του Λαυρίου το 84% (και πιο γρήγορα), τότε οι αυταπάτες διαλύθηκαν.
Το κακό ήταν μικρό για όσους σταφιδεμπόρους είχαν παίξει μόνο «περισσεύματα» στην «Ωραία Ελλάδα». Για άλλους, όχι τόσο συγκρατημένους, η ζημιά ήταν βαρύτερη – έως ασήκωτη. Εν πάση περιπτώσει, 1874 ήταν ακόμη, η σταφίδα μπορούσε να ξαναφτιάξει περιουσίες και ζωές- στο διηνεκές. Έτσι νόμιζαν, τότε, όλοι…
Σημείωμα / Πηγές: Αντλήθηκαν στοιχεία και πληροφορίες από τον Τύπο της εποχής, καθώς και από μελέτες και βιβλία των: Κώστα Βεργόπουλου, Γιώργου Δερτιλή, Θανάση Καλαφάτη, Βασίλη Πατρώνη, Καίτης Αρώνη – Τσίχλη.







