Ο Stephen Colbert ως συμβολικό τέλος εποχής.
Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση προσπαθούσε να μάθει να περπατάει αντιγράφοντας την Αμερική — αλλά με ελληνικό νευρικό σύστημα και ένα μοτίβο σχεδόν σουρεαλιστικό:
λίγο MTV, λίγο NBC, λίγο λαϊκή πίστα, λίγο μεταπολιτευτικό καφενείο.
Όλοι δανείζονταν concepts από κάπου.
Τα sitcoms(κωμικές σειρές), τα late-night shows, οι τηλεοπτικές παρέες, το κοινό του στούντιο, οι “cool” ατάκες, οι φωτισμοί,
οι καναπέδες, η αισθητική της μεγαλούπολης, οι νυχτερινές συνεντεύξεις.

Μέχρι και οι πιο σοβαροφανείς παρουσιαστές της εποχής κάποια στιγμή δοκίμασαν την αμερικανική late-night (μεταμεσονύκτια) συνταγή.
Ο Νίκος Χατζηνικολάου —πριν η ελληνική τηλεόραση μετατραπεί πλήρως σε αδιάκοπο panel νεύρωσης και breaking-news υπερδιέγερσης— είχε επιχειρήσει ένα σχεδόν αμερικανικού τύπου μεταμεσονύκτιο show, στο οποίο χωρούσαν πολιτικοί, ηθοποιοί, καλλιτέχνες, καναπές, μπάντα, συνεντεύξεις, με δυο λόγια μια αίσθηση “βραδινής πόλης”.
Λίγο NBC, λίγο Letterman, λίγο ελληνική μεταπολιτευτική αμηχανία.
Την ίδια στιγμή, ο Λαζόπουλος έφερνε κάτι πιο κοντά στο stand-up πολιτικό variety, ενώ σειρές όπως οι “Απαράδεκτοι” λειτουργούσαν σαν ελληνικά ξαδελφάκια των “Friends” πριν ακόμη τα “Friends” γίνουν παγκόσμια θρησκεία lifestyle.
Ακόμα και οι πιο παράξενες τηλεοπτικές φιγούρες εκείνης της εποχής —από τη “Νταντά” μέχρι τις πρώτες εισαγόμενες αμερικανικές sitcom νευρώσεις τύπου Seinfeld— έδιναν την αίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να συγχρονιστεί με μια νέα παγκόσμια τηλεοπτική γλώσσα.

Άκομψη. Copy/paste. Συχνά φτηνή. Αλλά ζωντανή.
Ήταν η εποχή που η τηλεόραση αργούσε λίγο παραπάνω να τελειώσει το βράδυ. Που οι παρουσιαστές μπορούσαν να αφήσουν μια παύση να αιωρείται.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει σήμερα εκείνη την εποχή να μοιάζει τόσο μακρινή. Το ότι δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πλήρως σχεδιασμένο περιβάλλον μηχανικής προσοχής.
Ένα αστείο δεν χρειαζόταν να γίνει meme μέσα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να θεωρηθεί επιτυχημένο.
Η τηλεόραση μπορούσε ακόμη να είναι αδέξια. Να κάνει παύσεις. Να αποτυγχάνει. Να βαριέται. Να αυτοσχεδιάζει.
Δεν υπήρχαν καμπύλες διατήρησης προσοχής .
Δεν υπήρχαν αλγοριθμικοί πίνακες απόδοσης. Δεν υπήρχε η τυραννία της “αλληλεπίδρασης” ανά δευτερόλεπτο.
Υπήρχε ακόμα χρόνος.
Η τηλεόραση είχε ακόμα τελετουργικό χαρακτήρα κάτι που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Ο καθένας ζει μέσα στο δικό του αλγοριθμικό τούνελ. Δεν υπάρχει πραγματικό “εθνικό βραδινό τραπέζι”.
Δεν υπάρχει κοινό πολιτισμικό πεδίο. Υπάρχουν ατελείωτες ροές περιεχομένου. Μικρές εξατομικευμένες πραγματικότητες.
Ο ένας βλέπει οργισμένα πολιτικά clips. Ο άλλος videos υποκίνησης για κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει τι ακριβώς είναι.
Ο τρίτος videos με γατάκια και θεωρίες συνωμοσίας.
Το κοινό timeline πέθανε.
Η pop κουλτούρα —παρά τις υπερβολές, την αφέλεια και την εμπορικότητά της— έδινε ακόμα την αίσθηση ότι κάτι ανοίγει.
Οι αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ήταν ίσως η τελευταία μεγάλη στιγμή όπου η μαζική κουλτούρα έμοιαζε να ενώνει αντί να κατακερματίζει — να δοκιμάζει νέες ταυτότητες.
Ήταν η περίοδος όπου το internet δεν είχε γίνει ακόμα μηχανή επιτήρησης και “μετρητής καταναλωτικής συμπεριφοράς”,
Ήταν σύνορο. Εξερεύνηση.
Ήταν η διάθεση και η χορογραφία εκείνης της “MTV εποχής”, το πρώιμο internet, cyberpunk αισθητική, rave culture, Tarantino, alternative rock, φρέσκια Silicon Valley, ανεξάρτητος κινηματογράφος, late-night τηλεόραση, “new economy” αισιοδοξία.
Δηλαδή, το MTV έπαιζε ακόμα μουσική και τα late-night shows λειτουργούσαν σαν νυχτερινά καφενεία μιας ολόκληρης χώρας.
Ακόμη και στην Ελλάδα, μέσα από “έξυπνες” απομιμήσεις, κωμικές σειρές και τηλεοπτικές καρικατούρες, υπήρχε η αίσθηση ότι η κοινωνία προσπαθούσε να συγχρονιστεί με κάτι παγκόσμιο.
Τα “Φιλαράκια” δεν ήταν απλώς μια αμερικανική σειρά. Ήταν μοντέλο ζωής.
Apartment culture, παρέες της μεγαλούπολης, καφές, μικρές νευρώσεις, άνθρωποι χωρίς “μεγάλο σκοπό” αλλά με την αίσθηση ότι το μέλλον θα παραμείνει ανοιχτό.
Υπήρχε εκείνη η “γa@@@ένη αίσθηση της πιθανότητας…”
Και στην Ελλάδα —η οποία προσπαθούσε να συγχρονιστεί με μια παγκόσμια τηλεοπτική γλώσσα— σειρές όπως οι “Απαράδεκτοι” δεν λειτουργούσαν μόνο ως sitcoms – κωμωδίες.
Copy/paste; Ναι.
Αλλά copy/paste με τοπική ψυχή.
Η ελληνική τηλεόραση εκείνης της εποχής είχε κάτι σχεδόν αδέξιο αλλά ζωντανό.
Αναστασιάδης, “Ειρηνοδικείο”, μεταμεσονύκτιες εκπομπές που σήμερα μοιάζουν σχεδόν σουρεαλιστικές.
Υπήρχε χρόνος για να χαζολογήσεις, για αμήχανες σιωπές, για κακή αισθητική, για πράγματα που “δεν έπρεπε” να συμβούν αλλά συνέβαιναν.
Η τηλεόραση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πλήρως βελτιστοποιημένη διεπαφή. Δεν είχε metrics παντού. Δεν είχε καμπύλες διατήρησης προσοχής.
Δεν είχε engagement dashboards, ήταν ακατέργαστη.
Το ίδιο πάνω κάτω συνέβαινε και στην Αμερική.
Υπήρχε κάποτε ο Jay Leno, σχεδόν ο “τελευταίος δεινόσαυρος” της παλιάς αμερικανικής τηλεοπτικής εποχής.
Δεν ήταν υπερβολικά ο τύπος του ιδεολόγου. Ούτε activist παρουσιαστής. Ούτε “Twitter machine” πριν υπάρξει το Twitter.
Ήταν περισσότερο εργάτης της διασκέδασης. Μονόλογοι, καλεσμένοι, αυτοκίνητα, timing, ρυθμός παλιάς σχολής και έξυπνες ατάκες.
Και είχε αυτή την αισθητική “αμερικανικού γκαράζ”. Denim, θηριώδεις κινητήρες -“φτιαγμένα αυτοκίνητα”, εργατική απλότητα, τίποτα από την ελιτίστικη Χολυγουντιανή ενέργεια.
Γι’ αυτό μπορούσε να αρέσει και σε φιλελεύθερους και σε συντηρητικούς.
“Βάλε ένα κρασάκι, άνοιξε NBC, να γελάσουμε λίγο πριν κοιμηθούμε.”
Δεν ένιωθες ότι παρακολουθείς πολιτισμικό πόλεμο. Ένιωθες ότι ανοίγεις την τηλεόραση να σε πάρει ήρεμα – και με λίγο χαβαλέ – ο ύπνος.

Ο David Letterman ήταν πιο ειρωνικός. Ο Conan O’Brien πιο “τεχνο-σπασίκλας¨ (geek).
Αλλά όλοι ανήκαν ακόμα σε μια εποχή όπου υπήρχε κάτι σχεδόν αδιανόητο σήμερα: ίδιο τηλεοπτικό κοινό.
Όλοι βλέπαμε πάνω-κάτω τα ίδια.
Εκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν περίπου τις ίδιες εκπομπές, γελούσαν με τα ίδια αστεία και αναγνώριζαν τις ίδιες πολιτισμικές αναφορές.
Η τηλεόραση είχε ακόμα τελετουργικό χαρακτήρα κάτι που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Ο καθένας ζει μέσα στο δικό του αλγοριθμικό τούνελ. Δεν υπάρχει πραγματικό “εθνικό βραδινό τραπέζι”.
Δεν υπάρχει κοινό πολιτισμικό πεδίο. Υπάρχουν ατελείωτες ροές περιεχομένου. Μικρές εξατομικευμένες πραγματικότητες.
Ο ένας βλέπει οργισμένα πολιτικά clips. Ο άλλος videos υποκίνησης για κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει τι ακριβώς είναι.
Ο τρίτος videos με γατάκια και θεωρίες συνωμοσίας.
Το κοινό timeline πέθανε.
Και ίσως γι’ αυτό το τέλος εκπομπών όπως του Stephen Colbert αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν συμβολικό τέλος εποχής.
Όχι επειδή ο Colbert ήταν καλύτερος ή χειρότερος παρουσιαστής.
Αλλά επειδή αντιπροσώπευε μια μορφή τηλεοπτικής κουλτούρας που αργοσβήνει — αν δεν έχει ήδη πεθάνει.
Ακόμα και ο τρόπος που ο Trump πανηγύρισε το τέλος της εκπομπής του έμοιαζε περισσότερο με πολιτισμική νίκη απέναντι σε ένα παλιό media σύστημα παρά με σχόλιο για έναν απλό παρουσιαστή.

Όμως ο “βασιλιάς” της late-night τηλεόρασης δεν ηττήθηκε από αντίπαλο.
Ηττήθηκε από εκατομμύρια μικρές οθόνες και δέκα δευτερόλεπτα προσοχής.
Φυσικά, το αμερικανικό late-night δεν “πέθανε” κυριολεκτικά με τον Stephen Colbert. Οι εκπομπές συνεχίζονται, νέοι παρουσιαστές εμφανίζονται και τα τηλεοπτικά δίκτυα εξακολουθούν να επενδύουν στο format.
Αυτό που μοιάζει να τελειώνει όμως είναι κάτι βαθύτερο, είναι η εποχή όπου το late-night λειτουργούσε σαν κοινή πολιτισμική τελετουργία εκατομμυρίων ανθρώπων.
Για δεκαετίες, παρουσιαστές όπως ο Johnny Carson, ο David Letterman, ο Jay Leno ή αργότερα ο ίδιος ο Colbert, δεν ήταν απλώς entertainers. Ήταν μέρος ενός συλλογικού βραδινού ρυθμού. Η τηλεόραση λειτουργούσε σαν κεντρική ηλεκτρική “φωτιά” γύρω από την οποία συγκεντρωνόταν η κοινωνία.
Σήμερα, αυτή η εμπειρία έχει κατακερματιστεί.
Το κοινό δεν περιμένει πλέον “τη νυχτερινή εκπομπή”. Βλέπει αποσπάσματα, clips, memes και αλγοριθμικά προτεινόμενο περιεχόμενο μέσα από δεκάδες διαφορετικές πλατφόρμες.
Με αυτή την έννοια, ο Colbert λειτουργεί περισσότερο ως συμβολικό τέλος μιας τηλεοπτικής μυθολογίας παρά ως το τέλος ενός τηλεοπτικού format.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Γιατί τα ’90s δεν νοσταλγούνται επειδή ήταν “τέλεια”. Δεν ήταν. Ήταν γεμάτα αυταπάτες.
“Τέλος της Ιστορίας”. New economy. Αφελή πίστη ότι η τεχνολογία θα φέρει ελευθερία και παγκόσμια σύνδεση.
Αλλά είχαν κάτι που σήμερα λείπει δραματικά:
Αισιοδοξία…
Μπορεί ένα τεράστιο ιστορικό πείραμα — η εφαρμογή μιας ουτοπικής υπόσχεσης στη Σοβιετική Ένωση — να είχε καταρρεύσει στην πράξη και στο αποτέλεσμα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, για ένα μικρό ιστορικό διάστημα έμοιαζε να ανοίγει ένας νέος ορίζοντας διεκδίκησης και σύγκρουσης.
EZLN. Seattle. Οικολογία. Αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα. Πρώιμες ψηφιακές κοινότητες. Ανοιχτό λογισμικό. Αποκέντρωση.
Ακόμα και η ιδέα ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να βοηθήσει σε πιο δίκαιες μορφές αναδιανομής πλούτου και γνώσης.
Υπήρχε η αίσθηση ότι ο κόσμος ξαναγράφεται. Όχι απαραίτητα προς έναν νέο “παράδεισο” — αλλά προς νέα πεδία αμφισβήτησης. Ότι η τεχνολογία, η πληροφορία, η επικοινωνία, το internet, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως εργαλεία αγοράς, αλλά και ως εργαλεία ανατροπής της κατεστημένης πραγματικότητας.

Το internet τότε έμοιαζε με ανοιχτό λιμάνι. Ένα νέο σύνορο. Όχι με σύστημα διαχείρισης συμπεριφοράς.
Η Silicon Valley έμοιαζε με εργαστήριο μέλλοντος, όχι με αυτοκρατορία ελέγχου και πρόβλεψης επιθυμιών, εμπορευματοποίησης, αλγοριθμική ενίσχυση θυμού και platformization (πλατφορμοποίηση)
Οι άνθρωποι μπορούσαν να είναι κυνικοί, πολιτικά ανορθόδοξοι, αντιφατικοί, αστείοι, χωρίς να νιώθουν ότι κάθε φράση καταγράφεται αιώνια σε κάποιον αλγόριθμο.
Έμπαινες online και ένιωθες εξερεύνηση. Όχι ότι κάποιος σε διαχειρίζεται.
Και ίσως εκεί κρύβεται η μεγάλη ειρωνεία.
Οι γενιές που πίστεψαν περισσότερο στην ανθρώπινη σύνδεση, στην αποκέντρωση, στην ανοιχτή πληροφορία και στις ψηφιακές κοινότητες, έδωσαν τελικά —άθελά τους— το υλικό για τα πιο εξελιγμένα συστήματα ελέγχου που έχουν υπάρξει.
Οι hippies, οι cyber-optimists, οι early internet ουτοπιστές, οι open-source ρομαντικοί,
άνοιξαν συστήματα που αργότερα εμπορευματοποιήθηκαν με πρωτοφανή απληστία και συγκέντρωση πλούτου, αλγοριθμοποιήθηκαν και, κυρίως, ευνόησαν τρομακτικά οπλικά συστήματα.
Το internet που υποσχόταν “παγκόσμια ελευθερία πληροφορίας” μετατράπηκε σε “οικονομία της προσοχής”, σε καπιταλισμό της επιτήρησης, σε μηχανισμούς που ανταμείβουν τον θυμό και το “ξεκατίνιασμα” και σε συστήματα που μαθαίνουν τη συμπεριφορά μας πριν καν αντιδράσουμε.
Τα social media που ξεκίνησαν με το σύνθημα “φέρνουμε τους ανθρώπους κοντά”, έγιναν “κρατάμε τους ανθρώπους όσο πιο εθισμένους γίνεται”.
Οι cyber-optimists άνοιξαν τα συστήματα. Οι αυτοκρατορίες τα αλγοριθμοποίησαν.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο πικρό μοτίβο κάθε γενιάς που πίστεψε πραγματικά στην αλλαγή.
Οι άνθρωποι που πιστεύουν σε 🌺 και 💕 ανοίγουν το δρόμο και τη σκέψη σε νέα μονιπάτια.
Μετά έρχονται οι μηχανισμοί εξουσίας και τα οργανώνουν, τα monetise-άρουν και τα weaponize-άρουν.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ονειροπόλοι έκαναν λάθος.
Οι κυνικοί και οι μετριότητες σπάνια χτίζουν νέους κόσμους. Συνήθως διαχειρίζονται εκείνους που ήδη υπάρχουν.
Οι ονειροπόλοι ανοίγουν τις χαραμάδες.
Απλώς, σχεδόν πάντα, κάποιος ” μεταπράτης” έρχεται αργότερα να βάλει διαφημίσεις στην είσοδο…










