Ένα ματωμένο ιστορικό νήμα έως την τραγωδία της διχοτόμησης
Πολύ πριν από τα τουρκικά αποβατικά του Ιουλίου του 1974, τα συρματοπλέγματα της Λευκωσίας, την «πράσινη γραμμή» και τις ατελείωτες φάλαγγες των προσφύγων, υπήρξαν νέοι άνθρωποι που ανέβηκαν στις αγχόνες των Βρετανών χαμογελώντας.
Ο Μιχαλάκης Καραολής.
Ο Ανδρέας Δημητρίου.
Ο Ανδρέας Ζάκος.
Ο Χαρίλαος Μιχαήλ.
Ο Ιάκωβος Πατάτσος.
Και ο δεκαεννιάχρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης, που λίγες ώρες πριν από τον απαγχονισμό του έγραφε πως «θα ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου».
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου δεν οδηγήθηκε στην αγχόνη. Προτίμησε να καεί ζωντανός στο κρησφύγετό του, αρνούμενος να παραδοθεί.
Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 και του ’60, οι ειδήσεις αυτές προκαλούσαν κύματα οργής. Χιλιάδες πολίτες διαδήλωναν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε δεκάδες ακόμη πόλεις. Για πολλούς Έλληνες της εποχής εκείνης, η Κύπρος δεν ήταν μια μακρινή υπόθεση.

Ήταν προσωπική υπόθεση.
Ήταν ένα όνειρο.
—
Και όμως…
Λιγότερο από είκοσι χρόνια αργότερα, εκείνο το όνειρο θα κατέρρεε.
Η δικτατορία των Αθηνών, η δράση της ΕΟΚΑ Β΄, η εσωτερική αποσταθεροποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου δημιούργησαν τις συνθήκες που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή.
Η Τουρκία εισέβαλε.
Αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός.
Εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι δύο μεγάλες δυτικές δυνάμεις που καθόρισαν τη μεταπολεμική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο —το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες— γνώριζαν πως η κρίση οδηγούνταν στην έκρηξη. Αποχαρακτηρισμένα βρετανικά και αμερικανικά έγγραφα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για το επικείμενο πραξικόπημα και τον κίνδυνο τουρκικής επέμβασης.
Κι όμως…
Η αποφασιστική αποτροπή δεν ήρθε.
Η ιστορική έρευνα εξακολουθεί να συζητά αν επρόκειτο για εγκληματική βλακεία, αδράνεια, πολιτική ανοχή ή συνειδητή γεωπολιτική επιλογή.
Δύσκολα όμως μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η στάση του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον ευνόησε, στην πράξη, την εξέλιξη των γεγονότων.
Η Βρετανία, παρά την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης και την παρουσία ισχυρών στρατιωτικών βάσεων στο νησί, δεν παρενέβη στρατιωτικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να διαχειριστούν την κρίση μέσα από το πρίσμα της συνοχής του ΝΑΤΟ και του Ψυχρού Πολέμου.
Το τίμημα όμως αυτής της γεωπολιτικής «διαχείρισης» δεν το πλήρωσαν όσοι πήραν τις αποφάσεις.
Το πλήρωσαν οι άνθρωποι.
Οι στρατιώτες που πολέμησαν σχεδόν εγκαταλελειμμένοι.
Οι έφεδροι που έτρεξαν με πολύ πάθος αλλά ελάχιστο εξοπλισμό απέναντι σε μια οργανωμένη απόβαση.
Οι οικογένειες που άφησαν πίσω σπίτια, εκκλησίες και τάφους.
Οι αγνοούμενοι. Οι πρόσφυγες.
—
Πενήντα δυο χρόνια μετά, οι ιστορικές διαμάχες συνεχίζονται.
Η μνήμη όμως δεν περιορίζεται στα ιδεολογικά στρατόπεδα, στις ερμηνείες και στους φακέλους των μυστικών υπηρεσιών.
Υπάρχει κάτι βαθύτερο. Η ανθρώπινη εμπειρία και η ανάγκη για σεβασμό σε εκείνη τη γενιά που ξεκίνησε έναν αγώνα απέναντι στην αποικιοκρατία πιστεύοντας στην ελευθερία και κατέληξε να ζήσει την προδοσία, την εισβολή και τη διχοτόμηση.
Για δεκαετίες μετά το ’74, πολλοί νεοέλληνες —παρορμητικοί και ανυποψίαστοι για το βάθος του τραύματος— γνώρισαν μια Κύπρο πικραμένη απέναντι στην Ελλάδα και έσπευσαν να τη χαρακτηρίσουν.
«Οι Κύπριοι δεν μας θέλουν. Ο Μακάριος δεν ήθελε την Ένωση. Έγιναν ξένοι.»
Χωρίς να καταλάβουν ποτέ πως η πίκρα, η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία δεν ήταν απόδειξη μιας εξασθενημένης ελληνικής συνείδησης· ήταν το αποτύπωμα μιας προδοσίας.
Πρώτα από την παράνοια της χούντας —του καθεστώτος που τότε κυβερνούσε την Ελλάδα— που άνοιξε τον δρόμο για να παραδοθεί το μισό νησί στην Τουρκία και, στη συνέχεια, από την πικρή διαπίστωση ότι, μετά τον Αττίλα ΙΙ, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ανατρέψει την πορεία των γεγονότων — παρά μόνο να αποχωρήσει, για ένα διάστημα, από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Και ύστερα ήρθε μια άλλη Κύπρος.
Η Κύπρος των μεγάλων δικηγορικών γραφείων.
Των offshore, των διεθνών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των Ρώσων ολιγαρχών.
Μια νέα οικονομική ελίτ που έμαθε να λειτουργεί μέσα στο υπάρχον καθεστώς και δεν είχε κανέναν λόγο να διαταράξει ένα status quo από το οποίο αντλούσε σταθερότητα και προνόμια.
Έτσι, στα μάτια πολλών, αυτή η εικόνα άρχισε να ταυτίζεται με ολόκληρη την Κύπρο.
Και ήταν ίσως η δεύτερη μεγάλη αδικία.

Γιατί αυτή δεν είναι η Κύπρος.
Η Κύπρος δεν είναι οι τράπεζες.
Δεν είναι οι offshore.
Δεν είναι τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία.
Δεν είναι οι οικονομικές ελίτ.
Ούτε είναι η Κύπρος οι γλεντζέδες των νυχτερινών μαγαζιών και των καζίνο που θα έβλεπε κανείς στο Λονδίνο μετά την εισβολή· εκεί όπου αποκαταστάθηκαν επιλεκτικά κάποιοι πρόσφυγες, μαζί με παλιούς —και πολλούς — σμπίρους των βρετανικών υπηρεσιών. Άνθρωποι χωρίς πατρίδα, έτσι κι αλλιώς..
Η αληθινή Κύπρος βρίσκεται ακόμη στα χωριά της Μεσαορίας, στις εκκλησιές της Καρπασίας, στο Τρόοδος, στις γεύσεις της, στις παραδόσεις της, στην ιδιαίτερη ελληνική λαλιά της, στις αυλές που έμειναν κλειδωμένες από το 1974 και στην αγάπη των απλών Κυπρίων για την Ελλάδα, ακόμη κι όταν ένιωσαν ότι προδόθηκαν από το ελληνικό κράτος.
Η Κύπρος είναι πράγματι ένα χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στη θάλασσα.
Αυτό το κείμενο γράφτηκε για να θυμίσει ότι οι λαοί δεν χάνουν μόνο εδάφη εξαιτίας μιας βίαιης εισβολής.
Χάνουν ανθρώπους, χάνουν σπίτια και γειτονιές. Χάνουν νοοτροπίες, χάνουν μπέσα, χάνουν λεβεντιά.
Χάνουν ένα κομμάτι της ψυχής τους.
Γι’ αυτό η Κύπρος δεν είναι απλώς μια επέτειος.
Είναι μια υπόσχεση ότι η Ιστορία δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται.
Στους νεκρούς και στους ξεσπιτωμένους δεν χρωστάμε εκδίκηση – έχουν παγώσει πια και το αίμα και η επιθυμία και οι καιροί.
Χρωστάμε όμως μνήμη.
Στους απαγχονισμένους της ΕΟΚΑ.
Στους στρατιώτες του 1974, στους αγνοούμενους, στους πρόσφυγες που έφυγαν από τη ζωή κρατώντας μέσα τους μια χαμένη γειτονιά.
Και χρωστάμε την αλήθεια.
Όσο δύσκολη κι αν είναι.
Γιατί μόνο οι λαοί που τολμούν να κοιτάξουν κατάματα την Ιστορία τους μπορούν κάποτε να συμφιλιωθούν μαζί της.
Αιωνία τους η μνήμη.









