Όταν ένας πραγματικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή καταφέρνει να θολώσει ένα θεσμικό σκάνδαλο.
Wag the Dog είναι μια έκφραση που, σε ελεύθερη απόδοση, περιγράφει την κατάσταση όπου ένα δευτερεύον γεγονός καταλήγει να ελέγχει ή να καλύπτει το κύριο.
Εδώ έχουμε -αντίστροφα- την ελληνική εκδοχή:
όταν ένας πραγματικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή καταφέρνει να θολώσει την πρώτη δικαστική καταδίκη για τις υποκλοπές.
Κάτω από μια υπόθεση εργασίας, ο Πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπορεί να λειτουργήσει και σαν «σανίδα σωτηρίας» του Τραμπ στα αδιέξοδα του δυτικού πολιτικού προσωπικού
Συνήθως οι οικονομικές κρίσεις αναδεικνύουν παθογένειες. Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι γεωπολιτικές κρίσεις, αντίθετα, συχνά ευνοούν την κάλυψη άλλων δομικών ή θεσμικών προβλημάτων, δημιουργώντας έναν τόσο έντονο θόρυβο ώστε οι εσωτερικές αντιφάσεις των πολιτικών συστημάτων να περνούν στο περιθώριο.
Ο πόλεμος που αναζωπυρώνεται στη Μέση Ανατολή λειτουργεί σήμερα με αυτόν ακριβώς τον τρόπο για μεγάλο μέρος της Δύσης. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δυτικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν βαθιές θεσμικές και πολιτικές κρίσεις —από την κρίση αντιπροσώπευσης μέχρι την κρίση εμπιστοσύνης προς τα μέσα ενημέρωσης— η γεωπολιτική ένταση μετατρέπεται σε ένα είδος πολιτικού «καταφυγίου».
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με πρωταγωνιστή το κράτος του Ισραήλ —το οποίο θεσμικά δεν αποτελεί σύμμαχο της Δύσης— μετατρέπεται σε δοκιμασία για το δυτικό πολιτικό σύστημα. Οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στρατηγική των συμμαχιών, την εσωτερική πολιτική πίεση και τη διεθνή νομιμοποίηση των επιλογών τους.
Η εικόνα αυτή ενισχύεται από τη γενικότερη αίσθηση αδυναμίας που χαρακτηρίζει σήμερα μεγάλο μέρος της δυτικής πολιτικής ηγεσίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση εμφανίζεται συχνά παγιδευμένη ανάμεσα σε εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις και σε ένα ολοένα πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Στην Ευρώπη, πολλές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν οικονομικές πιέσεις, κοινωνική δυσαρέσκεια και την άνοδο λαϊκιστικών κινημάτων.
Μέσα σε αυτό το κενό, η πολιτική αφήγηση του Τραμπ —η ιδέα ότι η Δύση μπορεί να επανακτήσει τον έλεγχο μέσω μιας πιο επιθετικής και απλοποιημένης στρατηγικής— αποκτά νέα δυναμική.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια ρεαλιστική πρόταση πολιτικής. Είναι όμως μια αφήγηση που βρίσκει ακροατήριο σε κοινωνίες κουρασμένες από τη διαχείριση διαρκών κρίσεων.
Η πρόσφατη καταδίκη τεσσάρων προσώπων σε πρώτο βαθμό για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων αποτελεί την πρώτη ουσιαστική δικαστική εξέλιξη σε ένα σκάνδαλο που για μήνες αντιμετωπιζόταν από το πολιτικό σύστημα και μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης ως δευτερεύον ζήτημα.
Η άνοδος τέτοιων αφηγήσεων δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους εκλογικής τακτικής ή τεχνικής διαχείρισης της εξουσίας. Συνδέεται με μια βαθύτερη κρίση του δυτικού πολιτικού συστήματος.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι εξωτερικές κρίσεις λειτουργούν συχνά ως εργαλείο ανασύνταξης της πολιτικής εξουσίας. Η γεωπολιτική ένταση δημιουργεί την αίσθηση επείγοντος και επιτρέπει στις κυβερνήσεις να μετατοπίζουν τη δημόσια συζήτηση από τα εσωτερικά προβλήματα προς τη διεθνή ασφάλεια.
Η ελληνική περίπτωση: όταν ο πόλεμος καλύπτει το εσωτερικό ρήγμα
Την ώρα που τα δελτία ειδήσεων και τα διεθνή πρωτοσέλιδα γεμίζουν με εικόνες από τη Μέση Ανατολή, στην Ελλάδα συνέβη κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα κυριαρχούσε στην πολιτική συζήτηση.
Η Ελλάδα προσφέρει έτσι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι διεθνείς εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν την εσωτερική πολιτική ατζέντα.
Η πρόσφατη καταδίκη τεσσάρων προσώπων σε πρώτο βαθμό για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων αποτελεί την πρώτη ουσιαστική δικαστική εξέλιξη σε ένα σκάνδαλο που για μήνες αντιμετωπιζόταν από το πολιτικό σύστημα και μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης ως δευτερεύον ζήτημα.
Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ενεργό ρόλο σε παράνομες παρακολουθήσεις και σε χρήση κακόβουλου λογισμικού, γεγονός που θέτει ευθέως το ερώτημα αν λειτουργούσε ένας παράλληλος μηχανισμός παρακολούθησης έξω από το θεσμικό πλαίσιο της ΕΥΠ.
Η απόφαση αυτή δεν κλείνει την υπόθεση. Αντίθετα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται θεσμικά ότι η λειτουργία τέτοιων μηχανισμών δεν μπορεί να εξηγηθεί ως μεμονωμένο περιστατικό ή τεχνική παρέκκλιση.
Η πρώτη καταδίκη δημιουργεί ένα ρήγμα.
Και μέσα από αυτό το ρήγμα περνούν:
πιθανές νέες δικογραφίες
πολιτικές ευθύνες σε υψηλότερα επίπεδα
αναθεώρηση σχέσεων ισχύος στα μέσα ενημέρωσης
επάνοδος της υπόθεσης στα ευρωπαϊκά όργανα
επαναφορά του θέματος στην εθνική ατζέντα
Οι Βρυξέλλες θα ξαναμιλήσουν. Και αυτή τη φορά πιθανότατα πιο σκληρά.
Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης
Σε κάθε μεγάλη πολιτική κρίση, ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης αποδεικνύεται καθοριστικός. Στην περίπτωση του Watergate στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αποκάλυψη του σκανδάλου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην επιμονή της Washington Post και στην πίεση που άσκησε στον πολιτικό μηχανισμό.
Στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα υπήρξε διαφορετική. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μεγάλο μέρος του Τύπου αντιμετώπισε το ζήτημα των υποκλοπών με επιφυλακτικότητα ή σιωπή. Μόνο όταν η Δικαιοσύνη άρχισε να παράγει συγκεκριμένες αποφάσεις το θέμα επανήλθε δυναμικά στην επικαιρότητα.
Αυτό δεν είναι απλώς ένα δημοσιογραφικό ζήτημα. Είναι ένδειξη μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης μεταξύ κοινωνίας, πολιτικής και μέσων ενημέρωσης.
Το βασικό ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά συνολικά τις δυτικές δημοκρατίες: μπορούν τα πολιτικά τους συστήματα να αντιμετωπίσουν τις εσωτερικές τους κρίσεις την ώρα που βρίσκονται αντιμέτωπα με μεγάλες γεωπολιτικές προκλήσεις;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική πορεία της επόμενης δεκαετίας.
Γιατί αν η ιστορία έχει δείξει κάτι, είναι ότι τα μεγαλύτερα ρήγματα των δημοκρατιών δεν προκύπτουν μόνο από τις εξωτερικές συγκρούσεις.
Προκύπτουν όταν οι κοινωνίες αρχίζουν να αμφιβάλλουν για τη λειτουργία των ίδιων των θεσμών τους.
Και τότε η κρίση παύει να είναι απλώς γεωπολιτική.
Γίνεται θεσμική.







