triptiho gif

Οι «εύκολες λύσεις» του Γιούνγκερ

31/05/2026
Ίσως, τελικά, η ελληνική κρίση να μην ήταν απλώς μια κρίση χρέους. Ίσως να ήταν η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση της μετάβασης στον καπιταλισμό του 21ου αιώνα
The Noèma n&m | δρ
Ναυτιλία (1920 x 900 px)
logo experts 1400x350

Ναυτιλία, χρέος και ο καπιταλισμός των «asset managers»

«Αν και το θέμα είχε γίνει γνωστό ήδη από το 2015, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ επανέφερε πρόσφατα τη συζήτηση, αποκαλύπτοντας σε ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ ότι είχε προτείνει στον Αλέξη Τσίπρα να φορολογήσει περισσότερο τους Έλληνες εφοπλιστές, ώστε να καλυφθεί χρηματοδοτικό κενό ύψους 380 εκατομμυρίων ευρώ και να αποφευχθούν περικοπές συντάξεων.

Πολλοί αντιμετώπισαν τη δήλωση ως ακόμη ένα επεισόδιο της ελληνικής κρίσης χρέους.

Ίσως όμως η πραγματική αξία αυτής της παρέμβασης να βρίσκεται αλλού.

silkoil x

Διότι πίσω από μια πρόταση που για πολλούς έμοιαζε αυτονόητη κρυβόταν μια ολόκληρη αντίληψη για το πού βρισκόταν – και που κατευθυνόταν – η οικονομική ισχύς στον κόσμο του 2015.

Μήπως η Ευρώπη προσπάθησε να λύσει ένα πρόβλημα του 21ου αιώνα με εργαλεία και βεβαιότητες του 20ού;

Από τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, η Ευρώπη — με τη Γερμανία σε ρόλο πολιτικού και οικονομικού ηγεμόνα — καλλιέργησε με επιμονή έναν φιλόδοξο μύθο τέλειας νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας, μιας πολιτικής και οικονομικής αρχιτεκτονικής που υποσχόταν ευημερία, σταθερότητα και κοινωνικό μέρισμα μέσα από τέσσερις ιερές έννοιες:

Μεταρρυθμίσεις – Δημοσιονομική πειθαρχία – Ανταγωνιστικότητα – Εκσυγχρονισμός.

Οι λέξεις επαναλαμβάνονταν σαν «ευαγγελικές εντολές» από κυβερνήσεις, ευρωπαϊκούς θεσμούς, οικονομικούς αναλυτές και τεχνοκράτες, περισσότερο σαν δόγματα παρά σαν πολιτικές επιλογές.

gkcQjl19PF1FskbwdAkxgZn0VJzMr4IN7szAlB1KOjnHj37WcJe9c O70 9ERKBt3iXfTTL8ie271ypZTdXmbJ1OH3igjZfG08rdfRFLUvtUzKIDOB8bysTvHz0 4S IU3Nt wWjUGgYeQmObfSZQk6zmsQtbvSIn30VkqRwWCG9e5pOrAinqdbyq

Ύστερα ήρθε το 2008, με την κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία, φυσικά,  δεν έμεινε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μέσα από το πυκνό πλέγμα χρηματοπιστωτικής αλληλεξάρτησης που είχε οικοδομήσει η ίδια η παγκοσμιοποίηση, το τραπεζικό σοκ μεταφέρθηκε γρήγορα στην Ευρώπη. Μικρές και μεγάλες τράπεζες βρέθηκαν εκτεθειμένες. Αγορές πάγωσαν. Ισολογισμοί κατέρρευσαν.

Και όπως συμβαίνει συχνά στις μεγάλες κρίσεις, το σύστημα αναζήτησε το πιο αδύναμο σημείο του.

Στη φύση τα ξερά κλαδιά σπάνε πρώτα. Οι αδύναμοι κρίκοι μιας αλυσίδας υποχωρούν πριν από τους ισχυρούς. Το ίδιο συνέβη και στην Ευρώπη της κρίσης.

Ή τουλάχιστον έτσι παρουσιάστηκε.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας στρεβλά δομημένης Ένωσης κρατών με διαφορετικά οικονομικά μεγέθη, διαφορετικές παραγωγικές βάσεις και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα, που τη μετέτρεψε από μέλος μιας προβληματικής νομισματικής ένωσης σε σύμβολο δημοσιονομικής αποτυχίας.

8QE L3sxX1m3eiZsF8JWeFZbIMZReb7RU1DiSWIWBqALqiaP99p9687jpcv1wj61Zjp ajMWAmgKDA2amuYq8Itj3D3hUPSoj 067b dY6bXmKY6YnHv q v rzPY4ewQgKI728HSNqJWLbAbOQBwgN2GCfdbcK0rOZj401tdy4ge4 XJaaqjtTo4Q QMFry
uropean Central Bank Headquarters, ECB, EZB, Frankfurt, Germany

Όμως, η υπόθεση δεν ήταν εντελώς πρωτόγνωρη.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν άρχισαν να καταργούνται οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην εμπορική και την επενδυτική τραπεζική — εξέλιξη που κορυφώθηκε το 1999, επί Bill Clinton, με τον νόμο Gramm–Leach–Bliley Act — πολλοί άνθρωποι των αγορών είχαν ήδη καταλάβει ότι το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα εισερχόταν σε μια νέα φάση.

Όχι σε μια εποχή χωρίς κρίσεις, αλλά σε μια εποχή όπου οι κρίσεις θα εμφανίζονταν περιοδικά, με διαφορετικές μορφές, διαφορετικές αφετηρίες και ολοένα μεγαλύτερη γεωγραφική εμβέλεια.

Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι το μοντέλο θα παρήγαγε κρίσεις.

Το άγνωστο δεν ήταν αν θα υπάρξουν. Ήταν πού, πότε και με ποια μορφή θα εκδηλώνονταν.

Δηλαδή, οι κρίσεις δεν θα εξαφανίζονταν αλλά θα επέστρεφαν με διαφορετικές μορφές, διαφορετικά μεγέθη και διαφορετικές εστίες ανάφλεξης.

Η κατάρρευση της Barings, η ασιατική κρίση του 1997, η ρωσική κρίση του 1998, η διάσωση του LTCM, η φούσκα των dot-com και τελικά το 2008 δεν συνδέονταν απαραίτητα με μια απλή γραμμή αιτίου-αποτελέσματος. Συνδέονταν όμως ως διαδοχικές προειδοποιήσεις ότι το νέο παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα γινόταν ολοένα πιο σύνθετο, πιο μοχλευμένο και πιο ευάλωτο σε αλυσιδωτές διαταραχές.

Σημάδια ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που είχε μάθει να διαχέει τον κίνδυνο τόσο αποτελεσματικά ώστε στο τέλος κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν.

Όταν λοιπόν ξέσπασε η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, οι δομικές αυτές αδυναμίες δεν ανακαλύφθηκαν ξαφνικά.

Απλώς απέκτησαν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Το ελληνικό.

Αξίζει εδώ να θυμόμαστε ότι η Ευρώπη δεν λειτούργησε ποτέ με τον αμερικανικό διαχωρισμό ανάμεσα στην εμπορική και την επενδυτική τραπεζική που επέβαλε ο νόμος Glass–Steagall μετά το κραχ του 1929.

Ένας διαχωρισμός που είχε σχεδιαστεί για να προστατεύει τις καταθέσεις της αμερικανίδας γιαγιάς από τις μούρλιες κάποιου χρηματιστή στο dealing room.

Αντίθετα, οι περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες αναπτύχθηκαν ως «καθολικές τράπεζες» (universal banks), συνδυάζοντας καταθέσεις, δανεισμό, επενδύσεις, κάτω από την ίδια ομπρέλα. Ονόματα όπως η Deutsche Bank, η BNP Paribas, η UBS ή η Credit Suisse αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του μοντέλου.

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι, ενώ οι αγορές και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λειτουργούσαν ολοένα και πιο υπερεθνικά, η πολιτική ευθύνη παρέμενε εθνική. Το κεφάλαιο μπορούσε να διασχίζει σύνορα με ταχύτητα φωτός, όμως οι κυβερνήσεις, οι φορολογούμενοι και οι δημοκρατικοί θεσμοί εξακολουθούσαν να λειτουργούν μέσα στα όρια του κράτους-έθνους.

Έτσι, όταν ξέσπασε η κρίση, η οικονομία αποδείχθηκε υπερεθνική, αλλά η λογοδοσία παρέμεινε εθνική. Οι τράπεζες ήταν ευρωπαϊκές. Οι αγορές ήταν παγκόσμιες. Οι ζημιές όμως απέκτησαν διαβατήριο. Έλληνας φορολογούμενος vs Γερμανός φορολογούμενος. Και κάπου εκεί αποκαλύφθηκε ένα από τα θεμελιώδη ελαττώματα της Ευρωζώνης: η οικονομική ολοκλήρωση είχε προχωρήσει πολύ ταχύτερα από την πολιτική και δημοσιονομική της ενοποίηση.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ακούστηκε πολλές φορές μια φαινομενικά απλή και λογική πρόταση: «Γιατί η Ελλάδα δεν φορολογεί περισσότερο τους εφοπλιστές;»

j2nWs1Bg79xUda zugj5mEfTuMi5Eb63u7ecpZiRjng07PTaRxpib4LtESqiFCebx2gG7auGFloYVXb9 OECS6qeln8gPrT lbN1Sj WbyCfJu8by9xP06yBfJXkZHxTd5dtzOIVf xQxGyJy9 dNH1Qt779GBLAOZoeTz B1FBM6shZV6zhc1 8LETM3Zr

Το ερώτημα έμοιαζε αυτονόητο.

Η χώρα βυθιζόταν στη λιτότητα. Οι μισθοί μειώνονταν. Οι συντάξεις περικόπτονταν. Το δημόσιο χρέος παρουσιαζόταν σχεδόν ως μια συλλογική ηθική αποτυχία, ενώ, την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθούσε να διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές παρουσίες στον κόσμο.

Στα λογιστικά μυαλά η εξίσωση φαινόταν απλή: υπάρχει πλούτος = φορολογήστε τον.

Όμως πίσω από αυτή τη φαινομενικά λογική σκέψη κρυβόταν μια βαθύτερη παρεξήγηση.

Όχι για την Ελλάδα αλλά για την ίδια την παγκοσμιοποίηση.

Διότι, η ναυτιλία δεν είναι εργοστάσιο, δεν είναι ακίνητο, δεν είναι μια βιομηχανική εγκατάσταση καρφωμένη πάνω σε έναν χάρτη, περιμένοντας τον φοροεισπράκτορα.

Η ναυτιλία είναι ίσως η πιο κινητική μορφή οικονομικής ισχύος που δημιούργησε ποτέ ο σύγχρονος καπιταλισμός.

Πλοία, νηολόγια, χρηματοδοτήσεις, ασφαλιστικές αγορές, offshore δομές, διεθνή δικαστήρια, ναυλομεσιτικά δίκτυα και λιμάνια συνθέτουν ένα παγκόσμιο σύστημα που εκτείνεται από το Λονδίνο μέχρι τη Σιγκαπούρη και από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Ντουμπάι.

Η ναυτιλία λοιπόν δεν έχει πολλά φορολογικά νιτερέσσα με τα κράτη. Μεταναστεύει.

Εκεί βρισκόταν η πρώτη μεγάλη αδυναμία της ευρωπαϊκής σκέψης.

Η ίδια η Ευρώπη είχε περάσει δεκαετίες προωθώντας την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, την παγκοσμιοποίηση και την αποδέσμευση της οικονομικής ισχύος από τα εθνικά σύνορα. Όταν όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με μια μορφή κεφαλαίου που μπορούσε πράγματι να μετακινηθεί ταχύτερα από τα κράτη, ανακάλυψε τα όρια της δικής της κυριαρχίας.

Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αντιμετώπισαν την ελληνική ναυτιλία σαν ένα ακίνητο εθνικό περιουσιακό στοιχείο, παρότι γνώριζαν ότι επρόκειτο για έναν από τους πλέον διεθνοποιημένους κλάδους του πλανήτη.

Ήταν πράγματι τόσο αφελής αυτή η προσέγγιση;

Ή μήπως η συζήτηση για τη φορολόγηση της ελληνικής ναυτιλίας δεν αφορούσε αποκλειστικά τη φορολογική δικαιοσύνη αλλά την ανακατανομή ισχύος μέσα στον ίδιο τον παγκόσμιο ναυτιλιακό χώρο;

Διότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί γνώριζαν πολύ καλά κάτι που συχνά ξεχνιέται στη δημόσια συζήτηση.

Η ναυτιλία δεν είναι ένας ακόμα κλάδος της οικονομίας. Είναι, κυρίως, ένα παγκόσμιο δίκτυο ισχύος και ανταγωνιστικών συμφερόντων.

Λονδίνο -Σιγκαπούρη – Ρότερνταμ – Αμβούργο – Ντουμπάι – Νέα Υόρκη – Ασφαλιστικές αγορές – χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – Νηολόγια – ναυλομεσιτικά κέντρα – διαχειριστές κεφαλαίων.

Οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στην ισορροπία ενός τόσο σύνθετου οικοσυστήματος δημιουργεί αναπόφευκτα νικητές και ηττημένους.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η ελληνική ναυτιλία έπρεπε ή δεν έπρεπε να φορολογείται περισσότερο.

Το ερώτημα είναι αν πίσω από ορισμένες «εύκολες λύσεις» κρυβόταν μια βαθύτερη αντίληψη: ότι οι τελευταίες μεγάλες οικογενειακές ναυτιλιακές δομές της Ευρώπης έπρεπε σταδιακά να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο που γινόταν ολοένα πιο θεσμικός, πιο χρηματοοικονομικός και περισσότερο ελεγχόμενος από διεθνείς δομές διαχείρισης κεφαλαίου.

Με άλλα λόγια: μήπως η πρόταση για σύγκρουση ελληνικού κράτους- εφοπλιστών  δεν αφορούσε μόνο φόρους;

Μήπως αφορούσε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος πρέπει να κατέχει την οικονομική ισχύ στον 21ο αιώνα;

Γιατί η ελληνική ναυτιλία δεν είναι απλώς πλούσια. Είναι από τα τελευταία μεγάλα παραδείγματα οικογενειακού καπιταλισμού σε μια εποχή όπου η ισχύς περνά όλο και περσότερο σε funds, asset managers και θεσμικούς επενδυτές.

Το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι αν ο Γιούνγκερ είχε δίκιο ή άδικο, αλλά στο αν η Ευρωκρίση συνέπεσε με τη μετάβαση από τον καπιταλισμό του ιδιοκτήτη στον καπιταλισμό του διαχειριστή.

ESKBlWnwNuheFA P9awkfzWtZB8 RKpp1M8LFRPRkrXD05bgtVfFmBsnvbGSgJMQB3ivz5sGHPhK7jtEavxB8IGj8B9UNazdLK2oOWcQ XySDZs7IIsl8A3ekQlWIqWv08qdPugp3VcDQ2edIePgCI pBah2kqvkt2PE7qpAZUnqOKb8SCkDOrWh28qYnMhA

Το ζήτημα δεν ήταν αν έπρεπε να υπάρχει φορολογική δικαιοσύνη. Φυσικά και πρέπει.

Αλλά το ζήτημα αφορά και στο τι συμβαίνει όταν το κράτος επιχειρεί να επιβάλει τους κανόνες του σε οικονομικές δομές που μπορούν απλώς… να φύγουν.

Και κάπου εκεί η συζήτηση παύει να αφορά τους εφοπλιστές.

Αρχίζει να αφορά το ίδιο το χρέος.

Διότι την ίδια περίοδο συνέβη κάτι ακόμη πιο παράδοξο.

Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το δημόσιο χρέος άρχισε να παρουσιάζεται όχι ως εργαλείο λειτουργίας του κράτους, αλλά σχεδόν ως ηθικό ελάττωμα· ως μια μορφή δημοσιονομικής αμαρτίας ιδωμένη μέσα από το πρίσμα της προτεσταντικής ηθικής του καπιταλισμού.

Λες και τα κράτη δεν δανείζονταν επί αιώνες. Λες και η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν οικοδομήθηκε πάνω σε δημόσιο δανεισμό.

Λες και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν λειτουργούν μέχρι σήμερα μέσω της συνεχούς αναχρηματοδότησης του χρέους τους.

Ιστορικά, ακόμη και μετά τη διάλυση αυτοκρατοριών, την πτώση καθεστώτων ή τη γέννηση νέων κρατών, το δημόσιο χρέος αντιμετωπιζόταν συνήθως ως ζήτημα διαπραγμάτευσης, αναδιάρθρωσης και συνέχειας — όχι ως ηθική παρέκκλιση που έπρεπε να τιμωρηθεί.

Γιατί το χρέος είναι μηχανισμός.

Κανένας σοβαρός πιστωτής δεν επιθυμεί πραγματικά την αποπληρωμή του χρέους.

Επιθυμεί έναν σταθερό οφειλέτη.

Ένα κράτος που λειτουργεί, δανείζεται, αποπληρώνει, αναχρηματοδοτείται και παραμένει εντός του συστήματος.

Το ομόλογο δεν είναι απλώς ένα γραμμάτιο.

Είναι συμβόλαιο συνέχειας.

Κι όμως, στην Ευρώπη μετά το 2010, το χρέος παρουσιάστηκε σαν ένα αμάρτημα που έπρεπε να εξαγνιστεί μέσω της πειθαρχίας.

Υπάρχει, βεβαίως, μια μισή αλήθεια που επικαλούνται συχνά οι εμπνευσμένοι τεχνοκράτες της εποχής:

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία ή η Γερμανία μπορούν να ανακυκλώνουν χρέος επειδή παράγουν, εξάγουν και διαθέτουν ισχυρές οικονομίες. Η Ελλάδα όχι.»

Το επιχείρημα δεν είναι αβάσιμο.

Δεν είναι όμως ολόκληρη η αλήθεια.

Αν η οικονομική παραγωγή ήταν ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους, τότε η Ιαπωνία — με δημόσιο χρέος που υπερβαίνει εδώ και χρόνια το 250% του ΑΕΠ — θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει προ πολλού.

Δεν κατέρρευσε.

Και δεν κατέρρευσε επειδή το χρέος δεν είναι απλώς αριθμητική.

yjPzOe5 CDwLAkPx0AxmnjyQLeLWo0XWWtUuo gZm2EZYIvhUydl50ZNq9BWzL2TkhRGTypCyl37Aun7 Ix1XST hdxEY9Ss5bcyyJwo8qPJIG5Z FUEcvHwtRZ76O2MzVg w6kYTMd41Eo3oiWYCoaaphvRRLqG NCvuMV8mAoRVdf 4q5BhUv4XVre ZWi

Είναι επίσης εμπιστοσύνη.

Είναι θεσμοί.

Είναι νομισματική κυριαρχία.

Είναι γεωπολιτική ισχύς.

Είναι η δυνατότητα ενός κράτους να πείθει τις αγορές ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και αύριο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Το αμερικανικό χρέος δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην παραγωγική ισχύ της οικονομίας τους.

Στηρίζεται επίσης στο γεγονός ότι το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.

Η Ουάσιγκτον δανείζεται σε νόμισμα που η ίδια εκδίδει.

Πρόκειται για ένα προνόμιο που ελάχιστες χώρες στην ιστορία διέθεταν.

Η Γερμανία αποτελεί μια πιο σύνθετη περίπτωση.

Η οικονομική της ισχύς προέρχεται πράγματι από τη βιομηχανία, τις εξαγωγές και την παραγωγικότητά της.

Προέρχεται όμως και από κάτι ακόμη.

Από το ίδιο το ευρώ.

Από μια νομισματική ένωση της οποίας υπήρξε ο κυριότερος αρχιτέκτονας και ο μεγαλύτερος ωφελημένος.

Το πραγματικά ενδιαφέρον σημείο, ωστόσο, βρίσκεται αλλού.

Το επιχείρημα της ισχυρής παραγωγικής βάσης μπορεί να εξηγήσει γιατί μια χώρα δανείζεται φθηνότερα από μια άλλη.

Δεν εξηγεί όμως γιατί το χρέος μετατράπηκε ξαφνικά σε ηθικό πρόβλημα μόνο για ορισμένες χώρες.

Το 2010 δεν ακούσαμε ότι η Ελλάδα χρειαζόταν χρόνο.

Δεν ακούσαμε ότι η Ευρωζώνη όφειλε να διορθώσει τις εσωτερικές της ανισορροπίες.

Ακούσαμε ότι η Ελλάδα έπρεπε να τιμωρηθεί.

Και αυτό είναι κάτι διαφορετικό.

Άλλο οικονομική ανάλυση.

Άλλο πολιτική διαχείριση.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, με τον τρόπο που υποχρεώθηκε να συμμετέχει στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, δεν διέθετε τα εργαλεία που διαθέτουν τα κυρίαρχα κράτη.

Δεν είχε δικό της νόμισμα. Δεν είχε κεντρική τράπεζα που να μπορεί να εκδίδει ευρώ.

Δεν διέθετε τη βιομηχανική ισχύ της Γερμανίας. Ούτε το γεωπολιτικό βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αποσιώπηση της εποχής.

Η Ευρωζώνη σχεδιάστηκε ακριβώς για να αμβλύνει αυτού του είδους τις ανισορροπίες.

Υποτίθεται ότι η νομισματική ένωση θα προσέφερε μεγαλύτερη σταθερότητα στα ασθενέστερα μέλη της.

Όταν όμως ξέσπασε η κρίση, αποδείχθηκε ότι η Ευρώπη ήταν πολύ πιο ολοκληρωμένη στο νομισματικό σκέλος απ’ ό,τι στο πολιτικό και δημοσιονομικό.

Γιατί μια ένωση που δημιουργήθηκε θεωρητικά για να μοιράζεται τους κινδύνους αντέδρασε σαν να έπρεπε πρώτα να αποδείξει ποιος έφταιγε;

Και τότε η κρίση χρέους μετατράπηκε σταδιακά σε κρίση εξουσίας.

Οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες κατηγορούσαν την Ελλάδα ότι δεν μπορούσε να ελέγξει επαρκώς τις εθνικές της ελίτ.

Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η Ευρώπη οικοδομούσε ένα οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο ακόμη και οι εθνικές ελίτ έχαναν σταδιακά τον έλεγχο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής.

Υπάρχει ένα στοιχείο που συχνά απουσιάζει από τις σύγχρονες αναλύσεις.

zQ26vekINz7zG4OY ixrWmN2KjAgM24nKLMluUpbgB aC OMpcMiz4CXM26ZdA6eTvapSzQ28LNKZVq 7mxd1L2Hnkg8UBQ xjutSjps5ghy5xlbKlNIRWPE hvpF V72Cn928d6 EN mMrRswsTQDSkUKbulFfGHSJt62o8cDSxZTxH75f4gZH7z2hOs 5F

Ο παλιός καπιταλιστής δεν κατείχε απλώς κεφάλαιο. Κατείχε και ευθύνη.

Ο Ανιέλι, ο Κρουπ, ο Μισλέν, ο Φορντ, ακόμη και ο Ωνάσης ή ο Νιάρχος δεν ήταν απλώς πλούσιοι άνθρωποι.

Ήταν αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Η κοινωνία μπορούσε να τους δείξει με το δάχτυλο. Να τους κατηγορήσει. Να τους πιέσει.

Να διαπραγματευτεί μαζί τους.

Ακόμη και όταν συγκρούονταν με τους εργαζόμενους ή λειτουργούσαν με σκληρούς όρους, παρέμεναν ενταγμένοι σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.

Το εργοστάσιο ήταν στην πόλη.

Οι εργαζόμενοι ήταν εκεί.

Το δημαρχείο ήταν εκεί.

Η τράπεζα ήταν εκεί.

Η πολιτική πίεση ήταν εκεί.

Ο παλιός καπιταλιστής δεν μπορούσε να εξαφανιστεί εύκολα.

Ήταν δεμένος με τον τόπο του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν περισσότερο ηθικός.

Σημαίνει ότι ήταν περισσότερο ορατός.

Και επειδή ήταν ορατός, ήταν και πολιτικά διαχειρίσιμος.

Δηλαδή στον παλιό καπιταλισμό δεν ήξερες μόνο ποιος σε απέλυσε ή ποιος έκλεισε το εργοστάσιο.

Ήξερες και ποιον να πας στα δικαστήρια. Ποιος έχει την ευθύνη. Ποια χώρα έχει δικαιοδοσία.

«Η εργατική τάξη γνώριζε ποιος ήταν ο αντίπαλος.

Το κράτος γνώριζε ποιον να φορολογήσει.

Τα συνδικάτα γνώριζαν με ποιον να διαπραγματευτούν.

Η κοινωνική σύγκρουση είχε πρόσωπο. Είχε όνομα. Είχε διεύθυνση. Είχε δικαιοδοσία.

Υπήρχε ένας ιδιοκτήτης, μια διοίκηση, μια χώρα, ένα δικαστήριο.

Στον σύγχρονο κόσμο των funds, των holding structures, των offshore εταιρειών και των πολυεπίπεδων διαχειριστικών σχημάτων, τα όρια αυτά γίνονται ολοένα πιο θολά.

MrqS8cxu3NASL5iJXJW3WOlz3xh5V u77dVZc1i0LTxqHcpNCDzD1UTxohU4TLC2GXGuvQBtDPt7OZzRw69ngMv3UxqA1P55sJrHpgCSsB5NW4 fLdei3UDfx a8TBK Qls 6a2csL 0dJHrwfWiDcFSNzEPXQiFrdcmJloDMLMsnjlqO3oonehjCamBZTg

Ποιος ακριβώς λαμβάνει την τελική απόφαση;

Ποιος φέρει τη νομική ευθύνη;

Ένας asset manager στο Λονδίνο;

Ένας αλγόριθμος αξιολόγησης στη Σιγκαπούρη;

Ένα ETF που κατέχει ταυτόχρονα μετοχές σε χιλιάδες επιχειρήσεις;

Σε ποια χώρα υπάγεται;

Σε ποιο δικαστήριο προσφεύγεις;

Ποιον ακριβώς καλείς να λογοδοτήσει όταν η εξουσία διαχέεται ανάμεσα σε θυγατρικές, επενδυτικά κεφάλαια, συμβούλια διοίκησης και διαχειριστές που βρίσκονται σε διαφορετικές ηπείρους και λειτουργούν υπό διαφορετικά νομικά καθεστώτα;

Η οικονομική ισχύς δεν έγινε μόνο πιο παγκόσμια.

Έγινε και πιο δυσδιάκριτη.

Και μαζί με την ορατότητα της εξουσίας άρχισε να υποχωρεί και η ορατότητα της ευθύνης.

Σήμερα η μεγαλύτερη οικονομική ισχύς του πλανήτη δεν ανήκει πλέον σε βιομηχανικές δυναστείες.

Ανήκει σε δομές διαχείρισης. Δεν υπάρχει κύριος BlackRock. Δεν υπάρχει οικογένεια Vanguard. Δεν υπάρχει πατριάρχης State Street.

Υπάρχουν διαχειριστές – Επιτροπές – Funds – Αλγόριθμοι – Δείκτες – Αξιολογήσεις – Χαρτοφυλάκια.

rjCRlPlqq6806L 6bzaJ2YeDouLWacPJnYu96R3TJQZrYddHvR0pRYWhJY6RBRZ5MPwFLa Rmk3FZesrkizvD3AEOJcdY9wcMV6wztQmc9bkat9QD6XfArguQ2aC JO798F 3No588PwDi7sb5 O O 8EhuiJ2okrCY NnvUoOJFWa6Bsx7xhPHzj5Agx24r

Το κεφάλαιο δεν εξαφανίστηκε. Έχασε όμως το πρόσωπό του.

Ο παλιός βιομήχανος έγινε μέτοχος. Ο μέτοχος έγινε επενδυτής. Ο επενδυτής έγινε χαρτοφυλάκιο.

Και το χαρτοφυλάκιο μετατράπηκε σε μια σειρά δεδομένων μέσα σε μια οθόνη.

Η παλιά πολιτική γεννήθηκε για να αντιμετωπίζει πρόσωπα.

Ο νέος καπιταλισμός λειτουργεί μέσω δομών.

Και κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους εμφανίζεται η ελληνική ναυτιλία.

Όχι ως εξαίρεση αλλά ως μεταβατικό είδος. Η οικογένεια εξακολουθεί να υπάρχει. Το όνομα εξακολουθεί να έχει αξία. Η προσωπική σχέση εξακολουθεί να παίζει ρόλο. Ο πλοιοκτήτης εξακολουθεί να είναι αναγνωρίσιμο πρόσωπο, ακόμα και όταν πίσω από αυτόν βρίσκονται ήδη διεθνείς τράπεζες, ασφαλιστικές αγορές, ναυλωτές, χρηματιστήρια, νομικές δομές και επενδυτικά κεφάλαια.

Η οικογένεια παραμένει στο τιμόνι. Άσχετα αν το πλοίο ταξιδεύει μέσα σε έναν ωκεανό που ελέγχεται ολοένα και περισσότερο από άλλους.

Ίσως γι’ αυτό η Ευρωκρίση εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον δεκαπέντε χρόνια αργότερα.

Όχι επειδή κάποιοι ήθελαν να φορολογήσουν περισσότερο τους Έλληνες εφοπλιστές.

Ούτε επειδή η Ελλάδα ήταν ο μοναδικός αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής αλυσίδας.

Αλλά επειδή η κρίση αποκάλυψε κάτι βαθύτερο το οποίο γνώριζαν όταν

  • απελευθέρωναν κεφάλαια,
  • ενοποιούσαν αγορές,
  • χρηματοδοτούσαν κατανάλωση,
  • απολάμβαναν ανάπτυξη.
  • στήριζαν ένα μοντέλο που για είκοσι χρόνια παρήγαγε πλεονάσματα στον Βορρά και ελλείμματα στον Νότο

Το πρόβλημα εμφανίστηκε όταν ήρθε “σταμάτησε η μουσική”.

Τότε ένα υπερεθνικό πρόβλημα μεταφράστηκε πολιτικά σε εθνική ευθύνη και παρουσιάστηκε ξαφνικά ως αποκλειστική αποτυχία του Νότου.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί – στην περίπτωση του χρέους της ευρωζώνης – οι ίδιες δυνάμεις που είχαν αποδεσμεύσει το κεφάλαιο από τα εθνικά σύνορα επιχείρησαν να διαχειριστούν τις συνέπειες της κρίσης με εργαλεία και λογικές εθνικής ευθύνης. Ένα υπερεθνικό πρόβλημα μετατράπηκε σταδιακά σε εθνικό κατηγορητήριο, σα να σκέφτονται με όρους του 20ού αιώνα, την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός είχε ήδη περάσει στον 21ο.

wsDvdb4XhLdqk9A4lVLIcUfyIipxKMXb7u6qqD ZQ Xf5XRPoUQ6pXbOyM8T9RwqkMyEj mSSESUPRFulMjUjarBn wYfqpZP3oE4RWTXFe0Gz58gb1L6QnhqS9CxUYP C8iBLHJfM1DWS54JkTV8lVPAlGqSbryiW0DokEPOcaE0YrW JwqYtUtk1xZDCBI
Larry Fink / BlackRock

Προσπαθώντας να πείσουν ότι η ισχύς — και άρα η ευθύνη — βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια του “τεμπέλη ελληνικού λαού¨ και των ελληνικών ελίτ, τη στιγμή που η πραγματική δύναμη μεταφερόταν σταδιακά σε παγκόσμια δίκτυα διαχείρισης κεφαλαίου και εξουσίας.

Σήμερα ο παλιός καπιταλισμός εξακολουθεί να επιβιώνει μέσα από ορισμένες αναγνωρίσιμες προσωπικότητες που καλλιεργούν έναν μύθο αυτοκρατορίας γύρω από το όνομά τους.

Ο Elon Musk, ο Jeff Bezos ή ο Mark Zuckerberg αποτελούν αναγνωρίσιμες φιγούρες ισχύος. Τα ονόματά τους είναι ταυτισμένα με τις επιχειρήσεις τους και λειτουργούν ως σύμβολα μιας εποχής όπου η οικονομική δύναμη είχε πρόσωπο.

Πόσοι όμως γνωρίζουν ποιος είναι ο Larry Fink της BlackRock. ;

Πόσοι θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν στον δρόμο;

Κι όμως, η εταιρεία που διοικεί συμμετέχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε χιλιάδες επιχειρήσεις και στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η ισχύς δεν εξαφανίστηκε.

Απλώς μετακινήθηκε από το όνομα στη δομή.

Ίσως, τελικά, η ελληνική κρίση να μην ήταν απλώς μια κρίση χρέους.

Ίσως να ήταν η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση της μετάβασης στον καπιταλισμό του 21ου αιώνα.

Η στιγμή όπου το όνομα έχανε σταδιακά τη βαρύτητά του απέναντι στη δομή.

Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία

glyfada

ad3 final

TOPOS 970 250

qwiz jpg

πολιτισμος (1920 x 1250 px)