Η επέτειος της σφαγής της Βολυνίας πέρασε φέτος χωρίς ιδιαίτερη διεθνή δημοσιότητα. Ωστόσο, όσα συνέβησαν στη Βαρσοβία ίσως αποδειχθούν πολιτικά σημαντικότερα από όσο φάνηκαν με την πρώτη ματιά.
Στις 11 Ιουλίου, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ ανακοίνωσε ότι στην πολωνική πρωτεύουσα θα δημιουργηθεί Τείχος Μνήμης με τα ονόματα των ταυτοποιημένων Πολωνών θυμάτων των πολέμων του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων της σφαγής της Βολυνίας από Ουκρανούς εθνικιστές.
Ακόμη σημαντικότερο ήταν ότι χρησιμοποίησε δημόσια τον όρο «γενοκτονία» για τα εγκλήματα που αποδίδονται στην Ουκρανική Επαναστατική Στρατιά (UPA), συνδέοντας την ιστορική μνήμη με την ανάγκη λογοδοσίας.
Η δήλωση αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά.
Τις προηγούμενες εβδομάδες είχε προηγηθεί η απόφαση του Κιέβου να δώσει το όνομα της UPA σε στρατιωτική μονάδα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Πολωνία. Ο ίδιος ο Τουσκ είχε ζητήσει από την ουκρανική κυβέρνηση ένα «σαφές μήνυμα», ενώ οι σχέσεις Βαρσοβίας–Κιέβου πέρασαν ίσως τη σοβαρότερη κρίση τους από την έναρξη του πολέμου.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στις δηλώσεις του Πολωνού πρωθυπουργού.
Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι αυτές οι δηλώσεις αναπαράχθηκαν από μεγάλα δυτικά μέσα ενημέρωσης χωρίς τις επιφυλάξεις που θα βλέπαμε πριν από έναν ή δύο χρόνια.
Πριν από λίγο καιρό, τίτλοι όπως «γενοκτονία από Ουκρανούς εθνικιστές» δύσκολα θα περνούσαν χωρίς να συνοδεύονται από εκτενείς διευκρινίσεις ή να αντιμετωπίζονται ως πολιτικά ευαίσθητοι.
📌 ΒΟΛΥΝΙΑ (1943)
📅 Περίοδος: 1943 (με συνέχεια το 1944)
📍 Περιοχή: Βολυνία (σημερινή βορειοδυτική Ουκρανία)
⚔️ Εμπλεκόμενοι:
UPA – Ουκρανική Επαναστατική Στρατιά: ένοπλος βραχίονας του ουκρανικού υπερεθνικιστικού χώρου της OUN-B. Συνεργάστηκε με τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, ενώ η οργάνωση φέρει κεντρική ευθύνη για τις μαζικές σφαγές Πολωνών αμάχων στη Βολυνία το 1943–1944.
- Πολωνικός άμαχος πληθυσμός
- Πολωνικές ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις
👤 Κεντρικά πρόσωπα
Στεπάν Μπαντέρα (ηγέτης της OUN-B,
συνελήφθη για “εσωτερικές διαμάχες συνεργασίας” από τους Γερμανούς το 1941 και κρατήθηκε στο Ζάξενχαουζεν σε «ειδικές συνθήκες» για πολιτικούς κρατούμενους,
απελευθερώθηκε το 1944 όταν η Γερμανία αναζητούσε συμμάχους απέναντι στη σοβιετική προέλαση, μετά τον πόλεμο έζησε στη Δυτική Γερμανία και δολοφονήθηκε το 1959 από πράκτορα της KGB.
- Ρομάν Σουχέβιτς (στρατιωτικός διοικητής της UPA)
- Ντμίτρο Κλιατσκίφσκι (“Κλιμ Σαβούρ”) – διοικητής της UPA στη Βολυνία και μία από τις βασικές μορφές των επιχειρήσεων του 1943.)
👥 Εκτιμήσεις θυμάτων
- 80.000–100.000 Πολωνοί άμαχοι
- 10.000–20.000 Ουκρανοί σε πολωνικά αντίποινα (διαφορετικές εκτιμήσεις)
⚖️ Σήμερα
Η Πολωνία χαρακτηρίζει επίσημα τα γεγονότα της Βολυνίας ως γενοκτονία, ενώ στην Ουκρανία η αξιολόγηση της UPA και του Στεπάν Μπαντέρα παραμένει αντικείμενο έντονης πολιτικής και ιστορικής αντιπαράθεσης.Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι αυτή τη φορά οι δηλώσεις του Πολωνού πρωθυπουργού αναπαράχθηκαν χωρίς ιδιαίτερες επιφυλάξεις από μεγάλα δυτικά μέσα ενημέρωσης, ως επίσημη τοποθέτηση ενός από τους σημαντικότερους συμμάχους της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει την Ουκρανία πιθανόν όμως να σημαίνει ότι ορισμένα πολιτικά και ιστορικά ταμπού φαίνεται να υποχωρούν ενώ η συζήτηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συνοχή της δυτικής συμμαχίας δείχνει λιγότερο συμπαγής από ό,τι τα πρώτα χρόνια του πολέμου.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις που καταγράφηκαν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, οι αυξανόμενες διαφωνίες γύρω από το κόστος της στρατιωτικής υποστήριξης, αλλά και η κόπωση που εκδηλώνεται σε αρκετές ευρωπαϊκές κοινωνίες δημιουργούν ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον.
Η κόπωση αυτή δεν αφορά μόνο την οικονομία.
Αφορά και την αίσθηση ότι ο δημόσιος διάλογος υπήρξε επί μακρόν μονοδιάστατος, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για δύσκολες ιστορικές ή πολιτικές συζητήσεις.
Η Βολυνία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μεταβολής.
Την ίδια στιγμή, στην Ουάσιγκτον παρατηρείται μια διαφορετική δυναμική.
Οι θέσεις του Ντόναλντ Τραμπ μεταβάλλονται συχνά και πολλές φορές είναι αντιφατικές έως…χαώδεις -να το πούμε με επιείκια. Ωστόσο, πίσω από τη δημόσια ρητορική υπάρχει μια σταθερά: η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ουκρανία επηρεάζεται πλέον όλο και περισσότερο από το εσωτερικό πολιτικό κόστος, τον ανταγωνισμό με την Κίνα, τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους και τις συζητήσεις για τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση.
Οι ΗΠΑ στήριζαν επί χρόνια την πολιτική και στρατηγική μετατόπιση της Ουκρανίας προς τη Δύση. Το 2008 το ΝΑΤΟ δήλωσε επισήμως ότι η Ουκρανία «θα γίνει μέλος» της Συμμαχίας. Στη διάρκεια του Μαϊντάν, η αμερικανική διπλωματία δεν παρακολουθούσε απλώς από την εξέδρα: η Βικτόρια Νούλαντ και ο πρεσβευτής Τζέφρι Πάιατ είχαν ενεργό πολιτική παρουσία, ενώ αμερικανικές κυβερνητικές δηλώσεις μιλούσαν ανοιχτά για στήριξη της ουκρανικής κοινωνίας των πολιτών και της φιλοδυτικής πορείας της χώρας.
Μετά το 2014, η Ουκρανία μετατράπηκε σταδιακά στο βασικό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, η οποία κορυφώθηκε επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, με πρωτοφανή πακέτα στρατιωτικής βοήθειας, οικονομικής στήριξης και διπλωματικής κινητοποίησης υπέρ της Ουκρανίας.
Οι Συμφωνίες του Μινσκ υπήρξαν το επίσημο πλαίσιο αποκλιμάκωσης, αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκαν πλήρως και τελικά κατέρρευσαν μαζί με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας που υποτίθεται ότι θα προστάτευαν.
Η ρωσική εισβολή του 2022 παραμένει τυπικά και νομικά(?) ευθύνη της Μόσχας. Ωστόσο, η α λα καρτ εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας δεν εξαντλεί τη γεωπολιτική ανάλυση των αιτίων και δεν ακυρώνει την προηγούμενη ιστορία ούτε απαλλάσσει την Ουάσιγκτον από τον ρόλο της στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος συνεχούς στρατιωτικής και γεωπολιτικής κλιμάκωσης.
Και ποιος πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα μετά το 2022;
Η Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διέκοψε μεγάλο μέρος της ενεργειακής της σχέσης με τη Ρωσία, αποδέχθηκε ακριβότερες και πιο ασταθείς πηγές τροφοδοσίας, αύξησε δραστικά τις αμυντικές της δαπάνες και επιβάρυνε τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά της. Την ίδια περίοδο, οι αμερικανικές εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη εκτινάχθηκαν: το 2022 η Ευρώπη απορρόφησε το 69% των αμερικανικών εξαγωγών LNG, ενώ οι ποσότητες υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2021.
Άρα, η κεντρική ιδέα δεν είναι απλώς ότι «η Ευρώπη κουράζεται».
Είναι ότι η Ευρώπη πλήρωσε το ενεργειακό, οικονομικό και πολιτικό κόστος μιας στρατηγικής της οποίας ο βασικός σχεδιασμός και η πρωτοβουλία ανήκαν σε μεγάλο βαθμό στην Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, ενίσχυσαν τον ρόλο τους στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, διεύρυναν την ενεργειακή τους παρουσία και διατήρησαν την προοπτική συμμετοχής τους στην ανοικοδόμηση και στην αξιοποίηση των ουκρανικών πόρων.
Γι’ αυτό η αλλαγή του κλίματος στην Ευρώπη είναι σοβαρό ζήτημα για την Ουάσιγκτον.
Όσο περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ή κοινωνίες αρχίζουν να λένε «ως εδώ», τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις ΗΠΑ να διατηρήσουν την ίδια στρατηγική χωρίς να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους – και να σπρώχνουν παρασκηνιακά την Ευρώπη να βγάλει «το φίδι από την τρύπα.
Και αν η Ουάσιγκτον επιθυμεί μερίδιο στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, στους κρίσιμους φυσικούς πόρους και στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ουκρανίας, δεν μπορεί να αφήσει την Ευρώπη να αποσυνδεθεί πολιτικά από το εγχείρημα.
Έτσι λοιπόν η ευρωπαϊκή κόπωση δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο. Είναι κίνδυνος για ολόκληρη την αμερικανική στρατηγική στην Ουκρανία. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Ευρώπη για να μοιράζεται το κόστος, να νομιμοποιεί πολιτικά τη σύγκρουση και να στηρίζει την επόμενη ημέρα. Όσο όμως οι Ευρωπαίοι πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια, μεγαλύτερους εξοπλισμούς και χαμηλότερη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να ακουστεί πιο δυνατά το “στοπ”.
Είναι εύλογο να εκτιμήσει κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση του συστήματος ασφάλειας όσο και στην οικονομική ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων επενδύσεων και της αξιοποίησης κρίσιμων φυσικών πόρων και, σε αυτό το σημείο, η δημόσια συζήτηση γύρω από την Ουκρανία φαίνεται να εισέρχεται σε μια πιο σύνθετη φάση.
Η υποστήριξη προς το Κίεβο παραμένει επίσημη πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων, ταυτόχρονα, όμως, επιστρέφουν στο προσκήνιο ζητήματα που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν με μεγάλη επιφυλακτικότητα: η ιστορική μνήμη της Βολυνίας, ο ρόλος της UPA, οι διαφορετικές εθνικές αφηγήσεις και η ανάγκη μιας πιο ρεαλιστικής συζήτησης για την πορεία του πολέμου.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη εγκαταλείπει την Ουκρανία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν βρισκόμαστε στην αρχή μιας μετατόπισης από την επικοινωνιακή ομοφωνία προς έναν πιο πραγματιστικό δημόσιο διάλογο.
Είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.
Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών θα δείξουν αν πρόκειται για μεμονωμένες πολιτικές κινήσεις ή για τις πρώτες ενδείξεις μιας βαθύτερης αλλαγής στο δυτικό αφήγημα γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία.










