Το περιστατικό που ανέδειξε ο Μάριος Σαλμάς στη Βουλή δεν αφορά μόνο τη μεσολάβηση του υπουργού Άδωνη Γεωργιάδη προς έναν επιχειρηματία υπέρ ενός δημοσιογράφου. Αφορά κυρίως το θράσος με το οποίο η πρακτική αυτή ομολογείται και υπερασπίζεται ως κάτι απολύτως φυσιολογικό.
Στην ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει —ούτε θα μπορούσε να υπάρχει— απαγόρευση στην αναζήτηση πόρων. Όχι μόνο τα μικρά ενημερωτικά sites, αλλά ακόμη και οι ισχυρότεροι όμιλοι του χώρου αναζητούν διαφημίσεις, χορηγίες, συνδρομές, συνεργασίες και επενδυτές που θα τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν και να αναπτυχθούν. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι διαπλοκή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η αγορά των μέσων ενημέρωσης.
Για τα μικρότερα και ανεξάρτητα μέσα, μάλιστα, η αναζήτηση τέτοιων πόρων δεν αποτελεί απλώς επιχειρηματική επιλογή· είναι συχνά όρος επιβίωσης, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν ισχυροί μέτοχοι, κρατικές πλάτες ή ανεξάντλητα κεφάλαια.
Ούτε αποτελεί από μόνο του σκάνδαλο το γεγονός ότι ένας υπουργός γνωρίζει έναν επιχειρηματία και έναν δημοσιογράφο. Σε μια μικρή χώρα, μέσα σε έναν περιορισμένο κύκλο πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής ισχύος, σχεδόν όλοι γνωρίζονται. Αλλά και στα μεγαλύτερα σαλόνια του κόσμου, η εξουσία, το χρήμα και η ενημέρωση δεν συναντιούνται απλώς· συνομιλούν, διαπραγματεύονται και αλληλοεξυπηρετούνται. Υπάρχουν επαφές, συστάσεις, διαμεσολαβήσεις, lobbying, δημόσιες σχέσεις και εξυπηρετήσεις που κινούνται καθημερινά στις γκρίζες ζώνες ανάμεσα στη νομιμότητα και την πολιτική ηθική.
Ας μην προσποιούμαστε, λοιπόν, ότι ανακαλύψαμε ξαφνικά πως η πολιτική, το χρήμα και τα μέσα ενημέρωσης συνομιλούν μεταξύ τους. Το ζήτημα δεν είναι ότι υπάρχουν σχέσεις επιρροής. Το ζήτημα είναι ποια όρια αναγνωρίζουν αυτές οι σχέσεις — και κυρίως τι συμβαίνει όταν κάποιος συλλαμβάνεται να τα υπερβαίνει.
Το κρίσιμο σημείο, λοιπόν, εμφανίζεται τη στιγμή κατά την οποία ένας υπουργός χρησιμοποιεί το βάρος της ιδιότητάς του για να ζητήσει από έναν ισχυρό επιχειρηματικό παράγοντα να ενισχύσει διαφημιστικά ένα συγκεκριμένο μέσο. Και, ακόμη περισσότερο, σε όσα ακολουθούν όταν αυτή η παρέμβαση αποκαλύπτεται.
Διότι μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η πράξη δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Μπορεί να πει ότι το ποσό ήταν μικρό, ότι δεν αποδείχθηκε αντάλλαγμα, ότι ο υπουργός απλώς έκανε μια σύσταση. Αλλά ακόμη και στην πιο αθώα εκδοχή της, αυτή ήταν μια σύσταση με θεσμικό ρίσκο — και, πριν την κάνεις, οφείλεις να αποφασίσεις αν αξίζει να εκτεθείς γι’ αυτήν. Διότι, σε κάθε περίπτωση, εκτίθεται ο υπουργός, επιβαρύνεται ο επιχειρηματίας και υπονομεύεται η εικόνα ανεξαρτησίας του δημοσιογράφου. Όλα αυτά μπορούν να συζητηθούν.
Εκείνο που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο είναι η δημόσια υπεράσπιση της πράξης χωρίς ίχνος αμηχανίας. Χωρίς την παραμικρή αναγνώριση ότι ένας υπουργός δεν είναι ένας οποιοσδήποτε γνωστός που τηλεφωνεί σε έναν φίλο του για να βοηθήσει έναν τρίτο. Η λέξη «υπουργός» σημαίνει εξουσία. Και η εξουσία δεν κάνει αθώες συστάσεις. Κάθε της αίτημα συνοδεύεται από το βάρος της θέσης, από τη δυνατότητα επιρροής και από τη γνώση του συνομιλητή ότι απέναντί του δεν βρίσκεται ένας απλός ιδιώτης.
Κι όμως, η σημερινή στάση του Γεωργιάδη δεν είναι απολογητική. Είναι επιθετική. Η απάντησή του, απαλλαγμένη από τις περιστροφές, συνοψίζεται σε τέσσερις λέξεις:
Ναι, έγινε. Και λοιπόν;
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πολιτικό θέμα.
Τι εξηγεί αυτό το θράσος;
Τον τραμπούκικο χαρακτήρα ενός πολιτικού που έχει μάθει να μετατρέπει κάθε έλεγχο σε προσωπική σύγκρουση και κάθε ερώτηση σε αφορμή επίθεσης;
Την πολιτική και θεσμική αβελτηρία του, την αδυναμία του δηλαδή να αντιληφθεί ότι ακόμη και μια νόμιμη πράξη μπορεί να είναι βαθιά προβληματική όταν παραβιάζει τη στοιχειώδη απόσταση που οφείλει να τηρεί η δημόσια εξουσία από τα μέσα ενημέρωσης;
Ή μήπως συμβαίνει κάτι πολύ πιο σοβαρό;
Μήπως δεν πρόκειται ούτε για παρορμητικό τραμπουκισμό ούτε για αφέλεια, αλλά για την απολύτως ορθολογική συμπεριφορά ενός ανθρώπου που γνωρίζει πολύ καλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται; Που γνωρίζει ότι το κόμμα θα τον καλύψει, ότι τα φιλικά μέσα θα περιορίσουν τη ζημιά, ότι οι θεσμικές αντιδράσεις θα είναι αναιμικές και ότι ένα μεγάλο μέρος των πολιτών θα καταπιεί ακόμη μία υπόθεση με τη γνωστή, κουρασμένη φράση: «Όλοι τα ίδια κάνουν».
Οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικής ισχύος υπάρχουν παντού. Δεν είναι ελληνική πατέντα. Υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Βρετανία. Υπάρχουν πολιτικοί που εξυπηρετούν συμφέροντα, επιχειρηματίες που αγοράζουν πρόσβαση και δημοσιογράφοι που απολαμβάνουν προνομιακές σχέσεις με την εξουσία.
Η διαφορά δεν είναι ότι αλλού όλοι είναι έντιμοι.
Η διαφορά φαίνεται όταν κάποιος συλλαμβάνεται με τη γίδα στην πλάτη.
Ο Μπομπ Μενέντεζ —ο «δικός μας άνθρωπος» στην Ουάσιγκτον, όσο εξυπηρετούσε τις ελληνικές επιδιώξεις— δεν απαλλάχθηκε επειδή ήταν ισχυρός γερουσιαστής. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν εξαιρέθηκε από τον έλεγχο επειδή υπήρξε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν είναι ταυτόσημες ούτε συγκρίνονται νομικά με μια διαφημιστική μεσολάβηση. Δείχνουν, όμως, κάτι πολύ απλό: ότι σε ένα λειτουργικό σύστημα η ισχύς δεν αρκεί πάντοτε για να μετατρέψει το ελεγχόμενο σε κανονικό και το κατακριτέο σε προτέρημα.
Η ουσία της δημοκρατικής λογοδοσίας δεν είναι η φαντασίωση μιας κοινωνίας χωρίς διαπλοκή, συμφέροντα ή παρασκηνιακές σχέσεις. Τέτοια κοινωνία δεν υπήρξε ποτέ. Είναι η ύπαρξη μηχανισμών που επιβάλλουν κόστος όταν η εξουσία υπερβαίνει τα όριά της: πολιτικό, θεσμικό, δικαστικό ή, έστω, ηθικό.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι οι κόκκινες γραμμές παραβιάζονται. Είναι ότι παραβιάζονται όλο και συχνότερα χωρίς καν να αναγνωρίζεται η ύπαρξή τους.
Η κυβέρνηση καλύπτει. Τα κομματικά ακροατήρια δικαιολογούν. Τα φίλια μέσα σχετικοποιούν. Τα αντίπαλα μέσα καταγγέλλουν επιλεκτικά, μέχρι να αλλάξει η εξουσία και μαζί της οι ρόλοι. Οι θεσμοί εμφανίζονται αργοί, διστακτικοί ή ανίσχυροι. Και οι πολίτες, κουρασμένοι από μια ατελείωτη ακολουθία σκανδάλων, αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την κάθε νέα αποκάλυψη σαν ένα ακόμη επεισόδιο μιας σειράς που γνωρίζουν ήδη πώς τελειώνει.
Έτσι κατασκευάζεται η πραγματική ασυλία.
Όχι μόνο μέσα από νόμους, κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης. Αλλά και μέσα από την παραίτηση της κοινωνίας από την απαίτηση λογοδοσίας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Όχι ότι ένας υπουργός μεσολάβησε.
Όχι καν ότι το παραδέχθηκε.
Αλλά ότι φαίνεται πεπεισμένος πως μπορεί να το παραδεχθεί, να το υπερασπιστεί και να επιτεθεί σε όσους διακρίνουν πρόβλημα — χωρίς να διακινδυνεύσει σχεδόν τίποτα.
Αυτό μπορεί να είναι τραμπουκισμός.
Μπορεί να είναι αβελτηρία.
Μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο:
η ψυχρή βεβαιότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι ολόκληρος ο μηχανισμός —πολιτικός, μιντιακός, θεσμικός και κοινωνικός— έχει ήδη αποφασίσει πως δεν πρόκειται να τον τιμωρήσει.










