Στο μεταίχμιο δύο κόσμων
THE NOÈMA n&m ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Η δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και την πράσινη μετάβαση εξελίσσεται συνήθως σε παράλληλους μονολόγους. Η τεχνολογία αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό πεδίο από το περιβάλλον, η οικονομία αποσυνδέεται από την κοινωνία και οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές παρουσιάζονται σαν ανεξάρτητα γεγονότα.
Ο Αντώνης Μαυρόπουλος προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση. Μέσα από την πολυετή διεθνή εμπειρία του στη διαχείριση αποβλήτων, την κυκλική οικονομία και τις περιβαλλοντικές πολιτικές, αλλά και μέσα από τη συγγραφική του δουλειά γύρω από την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη, επιχειρεί να συνδέσει φαινομενικά ασύνδετα ζητήματα σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Με αφορμή τα βιβλία Waste Side Stories και Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές, το The Noèma n&m δεν επεδίωξε μια ακόμη συζήτηση για την AI ή την περιβαλλοντική κρίση. Ζήτησε μια συνολική ανάγνωση του κόσμου που διαμορφώνεται. Το αποτέλεσμα, θέλουμε να πιστεύουμε, δεν είναι μια τυπική συνέντευξη αλλά ένα συνεκτικό δοκίμιο για τη σχέση τεχνολογίας, εργασίας, εξουσίας και δημοκρατίας, που θέτει περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα επιχειρεί να απαντήσει.
Πρόκειται για ένα κείμενο που διαβάζεται αργά· όχι μόνο για να ενημερωθεί κανείς για την επικαιρότητα, αλλά για να σκεφτεί το μέλλον.

«Δεν χρησιμοποιείς το έξυπνο κινητό. Ζεις σε μία κοινωνία που το κάνει αναντικατάστατο.»
– Έχεις ταξιδέψει και εργαστεί σε δεκάδες χώρες, από διαφορετικές ηπείρους, πολιτισμούς και οικονομικά μοντέλα. Αν σου ζητούσα να περιγράψεις με μία εικόνα ή ένα περιστατικό τη μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συντελεστεί στον κόσμο τα τελευταία τριάντα χρόνια, ποιο θα επέλεγες και γιατί;
Η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συμβεί στον κόσμο μας τις τελευταίες δεκαετίες είναι η γενικευμένη και ανεξέλεγκτη ψηφιοποίηση της ζωής μας. Είσαι στον υπολογιστή σου και προσπαθείς να γραφτείς σε κάποια εφαρμογή η ιστοσελίδα. Και τότε ένα διαδικτυακό ρομπότ σου ζητάει, από εσένα τον άνθρωπο, να επιβεβαιώσεις ότι δεν είσαι ρομπότ. Πρόκειται για ένα αδιανόητο παράδοξο και το εντυπωσιακό είναι ότι το έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει που δεν το θεωρούμε καν παράδοξο πια. Νομίζω ότι πρόκειται για μία στιγμή που περιγράφει πολύ ζουμερά τις νέες σχέσεις ανθρώπου – μηχανής, όπως διαμορφώνονται από το τεράστιο κύμα της ψηφιοποίησης της ζωής μας.
Πλέον δεν μπορείς να πας γήπεδο ούτε και να κάνεις τραπεζική συναλλαγή χωρίς έξυπνο κινητό. Για εμένα είναι εφιάλτης ότι ένα τεράστιο και πρακτικά αδιάφανο τεχνολογικό οικοσύστημα μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να απορρίψει τη σύνδεση, να μπλοκάρει την πληρωμή, να κλείσει τον λογαριασμό, να αναστείλει την υπηρεσία, να κρύψει την ανάρτηση, να αρνηθεί τα διαπιστευτήρια ή να σε κλειδώσει εκτός του.
Αυτή είναι η λογική της αυτοματοποιημένης γραφειοκρατίας.
Με την ψηφιοποίηση των πάντων, οι κρατικές πολιτικές μετατρέπονται σε τεχνική διαχείριση, άρα βγαίνουν σταδιακά εκτός αμφισβήτησης. Η καθημερινότητα μας πλέον εξαρτάται από την καλή και αδιάλειπτη λειτουργία κέντρων δεδομένων,
μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, πλατφορμών, βάσεων δεδομένων και εφαρμογών στα κινητά. Και σε αυτό τον κυκεώνα αλληλεξαρτήσεων και δεδομένων, είναι πανεύκολο πολιτικές αποφάσεις να κρυφτούν πίσω από τεχνικές επιλογές ή
δυσλειτουργίες. Νομίζω ότι, ακόμα και χωρίς την τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση ολόκληρης της ζωής μας περιορίζει δραστικά την ανθρώπινη αυτονομία και ελευθερία στο όνομα της αποτελεσματικότητας και ανοίγει το δρόμο για δυστοπικά σενάρια.
– Διαβάζοντας, έστω και γραμμικά, ένα ικανοποιητικό μέρος της δουλειάς σου (γνωρίζοντας ότι θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος για να την προσεγγίσει κανείς σε βάθος) μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι, πίσω από τις επιμέρους θεματικές, δεν σε απασχολούν τόσο μεμονωμένα ζητήματα —η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική αλλαγή ή η κυκλική οικονομία— όσο η ικανότητα των κοινωνιών να διαχειρίζονται ολοένα πιο σύνθετα και αλληλένδετα προβλήματα. Είναι πράγματι αυτό το βαθύτερο νήμα που διατρέχει τη σκέψη σου;
Ο Ορφέας, και όχι ο Προμηθέας, υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος και ευεργέτης του ανθρώπου. Γιατί ο άνθρωπος δεν έγινε αυτό που είναι επειδή υπέταξε τη φωτιά, αλλά επειδή μπόρεσε, μέσα από τα σύμβολα, να εκφράσει συντροφικότητα και αγάπη, να πυκνώσει το παρόν του με τη μνήμη του παρελθόντος και τη διαίσθηση του μέλλοντος. Σε μια εύγλωττη εικόνα, ο Mumford φαντάζεται μια εποχή όπου ο Προμηθέας και ο Ορφέας ήταν δίδυμοι, σχεδόν σιαμαίοι δίδυμοι, όπου το τόξο ήταν πρώτα μουσικό όργανο και μετά όπλο, όπου η τεχνική δεν είχε ακόμη αποκοπεί από την τέχνη. Η νεωτερικότητα, λέει, έκοψε αυτόν τον ομφάλιο λώρο.
Κράτησε τον Προμηθέα και εξόρισε τον Ορφέα. Και ίσως εκεί, σε αυτόν τον χωρισμό, να βρίσκεται η πραγματική ρίζα του μεταβολικού ρήγματος: όχι στη φωτιά καθαυτή, αλλά στο ότι ξεχάσαμε πως, πριν γίνει εργαλείο κυριαρχίας, η φωτιά ήταν κύκλος γύρω από τον οποίο τραγουδούσαμε.
Με απασχολεί πολύ το θέμα της τεχνολογίας, τα όρια της, οι δυνατότητες που ανοίγει, αλλά και οι κοινωνικές – οικονομικές σχέσεις που συμπυκνώνει. Η κλιματική αλλαγή, η τεχνητή νοημοσύνη, η κυκλική οικονομία είναι πεδία στα οποία προσπαθώ να κατανοήσω τα παραπάνω. Πιστεύω όλο και περισσότερο ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τον ιδρυτικό μύθο της Δύσης (και όχι μόνο), το μύθο της «τεχνολογικής προόδου» και τον αδελφό μύθο της «τεχνολογίας ως ουδέτερο εργαλείο που εξαρτάται από το χρήστη».
Και οι δύο αυτοί μύθοι στηρίζονται στην ίδια αφετηριακή παραδοχή: ότι η τεχνολογία βρίσκεται έξω από την κοινωνία. Ο πρώτος μύθος την κάνει αυτόνομο υποκείμενο: η τεχνολογία προχωράει από μόνη της, η ιστορία την ακολουθεί, εμείς προσαρμοζόμαστε. Ο δεύτερος την κάνει άδειο αντικείμενο: ένα σφυρί, που εξαρτάται από το χέρι που το κρατά. Ο ένας μύθος λέει ότι η τεχνολογία έχει δική της βούληση, ο άλλος ότι δεν έχει καμία.
Και οι δύο μύθοι βγάζουν από τη δημόσια συζήτηση το πιο βασικό ερώτημα: ποιος αποφάσισε τη μία ή την άλλη τεχνολογική επιλογή, ποιος ωφελείται και ποιος χάνει από αυτή, ποιες κοινωνικές σχέσεις αναπαράγονται η δημιουργούνται μέσω της τεχνολογίας αλλά και με ποιο κόστος. Ο ένας μύθος λέει ότι δεν υπήρξε απόφαση, η τεχνολογία «προοδεύει» από μόνη της. Ο άλλος λέει ότι η απόφαση παίρνεται μετά, από τον χρήστη. Σε καμία από τις δύο εκδοχές δεν υπάρχουν συμφέροντα, επενδυτές, σχεδιαστές, ιδιοκτήτες, ιστορία και κοινωνικές σχέσεις.
Νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να βάλουμε μεγάλα ερωτήματα. Για παράδειγμα, η γενικευμένη ψηφιοποίηση μας έχει βελτιώσει τις ζωές μας; Οι σημερινοί άνθρωποι που δεν μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς να αφήσουν το κινητό από το χέρι τους ζούνε καλύτερα άραγε από τους ανθρώπους που δεν είχαν κινητά;
Και πρέπει να πάψουμε να είμαστε τυφλοί στην κλίμακα. Ένα σφυρί είναι εργαλείο.
Τα αυτοκίνητα, η βιομηχανία λιπασμάτων, τα data centers δεν είναι εργαλεία, είναι τεχνολογικά οικοσυστήματα και υποδομές. Δεν «χρησιμοποιείς» το αυτοκίνητο, ζεις σε πόλη που σχεδιάστηκε για αυτό. Δεν χρησιμοποιείς το έξυπνο κινητό σου, ζεις σε μία κοινωνία που το κάνει αναντικατάστατο. Η αντικατάσταση του αλόγου από το αυτοκίνητο δεν ήταν αλλαγή εργαλείου, ήταν αλλαγή κοινωνικού και οικονομικού μεταβολισμού. Όταν μια τεχνολογία γίνεται γενικευμένη και συχνά υποχρεωτική για την επιβίωση υποδομή, δεν είναι πια επιλογή μέσα στον κόσμο. Είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο κάνεις προκαθορισμένες επιλογές.

– Πιστεύεις ότι η τεχνολογία διαμορφώνει την Ιστορία ή λειτουργεί κυρίως ως επιταχυντής τάσεων και επιλογών που ήδη υπάρχουν μέσα στις κοινωνίες;
Κάθε τεχνολογία, και πολύ περισσότερο οι τεχνολογίες μεγάλης και πλανητικής κλίμακας όπως η τεχνητή νοημοσύνη, συμπυκνώνει και ταυτόχρονα αναδημιουργεί κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η τεχνολογία δεν στέκεται ανάμεσα σε εμάς και τη φύση σαν ουδέτερη μεμβράνη. Για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, πρέπει να αναλογιστούμε ότι ο άνθρωπος αλληλεπιδρά με τη φύση, ως μέρος της, πάντα μέσα από μια δραστηριότητα που μετασχηματίζει τη φύση και τον εαυτό του, την εργασία.
Η εργασία, ως οντολογική κατηγορία, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος υπάρχει μέσα στη φύση.
Και η εργασία είναι πάντα κοινωνικά οργανωμένη και ιστορικά συγκεκριμένη. Η εργασία καταμερίζεται, συντονίζεται, κληροδοτείται, θεσμοποιείται. Για το λόγο αυτό, η σχέση μας με τη φύση είναι πάντα ταυτόχρονα και σχέση ανάμεσα σε εμάς. Και εδώ έρχεται η τεχνολογία ως διαμεσολαβητής. Πρόκειται για μία πτυχή, ίσως και τη σημαντικότερη, της κοινωνικά οργανωμένης ανθρώπινης εργασίας. Και επομένως παίρνει ιστορικά συγκεκριμένες μορφές και περιεχόμενο ως πτυχή αυτής της διαμεσολάβησης.
Η τεχνολογία δεν είναι κάποιος τρίτος πόλος ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Είναι στιγμή της ίδιας της εργασίας. Κάθε μηχανή είναι παγωμένος κόπος και αποκρυσταλλωμένη γνώση, μαζί με τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες παράχθηκαν. Και όταν την ενεργοποιούμε, ενεργοποιούμε ταυτόχρονα και αυτές. Για αυτό η τεχνολογία δεν είναι άδειο σκεύος που περιμένει πρόθεση, είναι συμπυκνωμένη εργασία, άρα συμπυκνωμένες αποφάσεις για το ποιος δουλεύει, πού, πόσο γρήγορα και με ποιο κόστος.
Η λειτουργία της τεχνολογίας είναι ότι ρυθμίζει τρία μεγέθη της διαμεσολάβησης:
το βάθος της επέμβασης στη φύση, την ταχύτητά των υλικών ροών που συντηρούν τις κοινωνίες μας αλλά και την τοπικότητα των επιπτώσεων της ανθρώπινης εργασίας. Και εδώ κρύβεται κάτι πολύ κρίσιμο: η τεχνολογία δεν καταργεί την εργασία, αλλά τη μετατοπίζει, την βγάζει από το πεδίο μας και τη στέλνει αλλού, σε άλλα σώματα, σε άλλες γεωγραφίες, σε άλλα οικοσυστήματα. Ό,τι εμφανίζεται σε εμάς ως αυτοματισμός, ως ευκολία, ως «καθαρή» υπηρεσία, είναι εργασία που εξακολουθεί να γίνεται, απλώς δεν τη βλέπουμε: στα ορυχεία κοβαλτίου, στους θαλάμους συντήρησης των data centers, στα χέρια που ξεχωρίζουν τα ηλεκτρονικά μας στη χωματερή. Για αυτό αυτό κάθε τεχνολογική επιλογή είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, επιλογή καταμερισμού εργασίας άρα και επιλογή αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων αλλά και με το φυσικό περιβάλλον.
– Η έννοια του «αποβλήτου» διατρέχει μεγάλο μέρος της δουλειάς σας. Αναφέρεται μόνο στα υλικά που απορρίπτουμε ή μπορεί να λειτουργήσει και ως μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν ανθρώπους, ιδέες, ακόμη και ολόκληρες κοινότητες;

Ο ύστερος καπιταλισμός γεννάει, συνεχώς και συστημικά, φτωχούς και αποκλεισμένους. Ο αριθμός τους αυξάνεται ακόμα και στις περιόδους ανεπανάληπτης οικονομικής μεγέθυνσης. Πρόκειται, κυριολεκτικά, για τους απόβλητους του συστήματος: ανθρώπους που πετιούνται έξω από την επίσημη οικονομία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα απόβλητα πετιούνται έξω από τα εργοστάσια και τα σπίτια μας.
Στις μητροπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου, δίπλα στις χωματερές των σκουπιδιών υψώνονται οι ανθρώπινες χωματερές: παραγκουπόλεις, προσφυγικά στρατόπεδα, ζώνες μόνιμης προσωρινότητας όπου εκατομμύρια άνθρωποι στοιβάζονται σαν ανεπιθύμητα υποπροϊόντα της παγκόσμιας αγοράς. Ο πρόσφυγας είναι η πιο αντιπροσωπευτική φιγούρα του μεταβολικού ρήγματος. Αυτός που, αφού ξεριζωθεί, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο προς διαχείριση, ως φορτίο προς μεταφορά και αποθήκευση. Και μάλιστα φορτίο τοξικό που πρέπει να απομονωθεί από τις δυτικές κοινωνίες. Και ακριβώς για το λόγο αυτό αναφερόμαστε σε «ροές» ανθρώπων, όπως και σε ροές υλικών, μιλάμε για «κέντρα υποδοχής» με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε για κέντρα logistics και συχνά – πυκνά τοποθετούμε τις «δομές φιλοξενίας» δίπλα στις χωματερές.
Νομίζω, και προσπαθώ να το εξηγήσω αναλυτικά στο βιβλίο μου, ότι η σύνδεση της παραγωγής απόβλητων ανθρώπων, κοινοτήτων και λαών με τη διαδικασία παραγωγής βουνών αποβλήτων είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τον σύγχρονο καπιταλισμό.
– Η «πράσινη μετάβαση» προβάλλεται ως αναγκαίος δρόμος για το μέλλον. Πιστεύεις ότι οδηγούμαστε πράγματι σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης ή κινδυνεύουμε απλώς να αντικαταστήσουμε μια μορφή υπερκατανάλωσης με μια άλλη, πιο «πράσινη» εκδοχή της;
Η «πράσινη μετάβαση», η «βιώσιμη ανάπτυξη», η «πράσινη ανάπτυξη» είναι πολιτικά αφηγήματα που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παραμένουν στη δημόσια συζήτηση ως υπολείμματα ενός πολιτικού φαντασιακού που σταδιακά αποσύρεται υπό την πίεση του τραμπισμού και της ενεργειακής κρίσης. Ο κύκλος ζωής των αφηγημάτων έχει τελειώσει με παταγώδη αποτυχία: κλείνουν σχεδόν 40 χρόνια πολιτικών «πράσινης ανάπτυξης» με την κατάσταση του πλανήτη να χειροτερεύει σχεδόν σε όλες τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Ωστόσο, η παταγώδης αποτυχία ως προς τον διακηρυγμένο σκοπό των αφηγημάτων συνοδεύεται από αξιοσημείωτες επιτυχίες σε μη διακηρυγμένους στόχους όπως η περαιτέρω εμπορευματοποίηση νέων πτυχών της ανθρώπινης ζωής (νερό, ενέργεια, διαχείριση των οικοσυστημάτων, ανακύκλωση) στο όνομα της περιβαλλοντικής προστασίας.
Επομένως, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά ότι η «πράσινη μετάβαση», η ανάπτυξη «πράσινων αγορών» και η μαζική χρήση των τεχνολογιών προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί να αποτρέψει, ή έστω να επιβραδύνει σοβαρά, την κρίση.
Αντίθετα, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών έχει ως στόχο τη διαχείριση και τον μετριασμό των επιπτώσεων της περιβαλλοντικής κρίσης και όχι την αντιμετώπιση των αιτιών της.
Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι γιατί έχουμε αυτήν τη συστημική αποτυχία.
Νομίζω ότι η πραγματική εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η περιβαλλοντική κρίση γίνεται αντιληπτή με λάθος και αποσπασματικό τρόπο, αναλύεται σε επιμέρους κομμάτια που συχνά μας δυσκολεύουν να κατανοήσουμε τη συνολική εικόνα, και αποσυνδέεται από τις ιστορικά καθορισμένες κοινωνικές και οικονομικές της ρίζες.
Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, νομίζω ότι χρειαζόμαστε έναν καινούριο τρόπο για να πλαισιώσουμε την κατανόησή μας για την περιβαλλοντική κρίση, έναν τρόπο ολιστικό (και όχι απλά αθροιστικό κατακερματισμένων πεδίων), έναν τρόπο που θα συνδέει την ιστορική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη με την εξέλιξη της περιβαλλοντικής κρίσης και τις ασκούμενες πολιτικές. Και αυτός ο τρόπος, αυτό το πλαίσιο αναφοράς, νομίζω ότι είναι η θεώρηση του «μεταβολικού ρήγματος», δηλαδή η αλλοίωση-διαταραχή του φυσικού μεταβολισμού και των μεγάλων βιογεωχημικών κύκλων από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και, ειδικότερα, από την οικονομία των ορυκτών καυσίμων και του καπιταλισμού τα τελευταία 250-300 χρόνια.

– Θα σου ζητήσω να περιγράψεις με μία μόνο φράση το μεγαλύτερο στρατηγικό αδιέξοδο του κόσμου μας -εάν διακρίνεις κάποιο…
Για τον δυτικό κόσμο, που γνωρίζω καλύτερα και μου είναι πιο εύκολο να αναφερθώ, νομίζω ότι είναι η ευρέως διαδεδομένη αίσθηση ότι ζούμε σε κοινωνίες που μπορεί να μη μας αρέσουν αλλά είναι, λίγο – πολύ, ότι καλύτερο μπορούμε να έχουμε.
Πλέον γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η συνήθης γραμμική αφήγηση της εξέλιξης του κόσμου μας (από τις μικρές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, στη γεωργία, στην πόλη, στο κράτος, στο έθνος-κράτος και στον καπιταλισμό ως τερματικό σημείο) δεν είναι επιστήμη, είναι μύθος. Οι άνθρωποι έζησαν επί χιλιετίες σε πολύπλοκες, πολυπληθείς, αλλά και τεχνολογικά προηγμένες κοινωνίες χωρίς μόνιμη πολιτική και στρατιωτική ιεραρχία. Οι πρόγονοι μας πειραματίστηκαν με μορφές συμβίωσης, άλλαζαν πολιτικό καθεστώς τακτικά, εγκατέλειπαν πόλεις όταν αυτές γίνονταν καταπιεστικές, ανακάλυπταν και αναιρούσαν κράτη.
Νομίζω ότι συμφωνώ με τον Graeber και τον Wengrow που στο βιβλίο τους «Η αυγή των πάντων, Μία καινούρια ιστορία της ανθρωπότητας» αναφέρουν ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι πως σταδιακά εξοικειωθήκαμε με μία ζωή χωρίς τις τρεις στοιχειώδεις ελευθερίες που για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας θεωρούνταν αυτονόητες: την ελευθερία να μετακινηθείς, την ελευθερία να παρακούσεις εντολές, και, την πιο θεμελιώδη, την ελευθερία να φανταστείς και να συγκροτήσεις άλλες μορφές κοινωνικής ύπαρξης.
Αν οι κοινωνίες μας δεν είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας εξελικτικής νομοτέλειας, αλλά ένα συγκεκριμένο, ιστορικά προσδιορισμένο αποτέλεσμα επιλογών, συχνά βίαιων, συχνά τυχαίων, τότε η φράση «δεν γίνεται αλλιώς» χάνει την οντολογική της βαρύτητα και αποκαλύπτεται ως αυτό που είναι: ιδεολογία. Το «τέλος της ιστορίας» δεν είναι διαπίστωση, είναι εντολή. Και κάθε εντολή μπορεί να παρακουστεί.
Ένας καλύτερος κόσμος δεν είναι μόνο αναγκαίος. Είναι και εφικτός επειδή η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από αποδείξεις ότι έχουμε ξαναφτιάξει πολλές φορές τον κόσμο, ξανά και ξανά, με τρόπους που συχνά δυσκολευόμαστε να φανταστούμε.
Το σημερινό ήταν κάποτε αδιανόητο, και το σημερινό αδιανόητο υπήρξε κάποτε καθημερινότητα. Η αίσθηση ότι «δεν γίνεται αλλιώς» δεν είναι ρεαλισμός, είναι απώλεια ιστορικής μνήμης.
– Αν βρισκόμασταν ξανά εδώ σε είκοσι χρόνια, ποια από τις σημερινές «βεβαιότητες» γύρω από την τεχνολογία, την οικονομία ή την πορεία του σύγχρονου πολιτισμού θα ευχόσουν να έχει αποδειχθεί λανθασμένη;
Είμαι βέβαιος ότι θα αποδειχθεί λανθασμένη η βεβαιότητα ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με καλύτερη, περισσότερη και πιο πολύπλοκη τεχνολογία.
Υπάρχουν ήδη πολλές ενδείξεις, αλλά και αποδείξεις, για αυτό. Επιστρέφω τακτικά στον Lewis Mumford που αντέστρεψε μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες αφηγήσεις της νεωτερικότητας: ότι ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος όταν έκλεψε τη φωτιά. Απέναντι στον προμηθεϊκό μύθο, τον μύθο του εργαλείου, της κυριαρχίας πάνω στη φύση, της τεχνικής ως γενεσιουργού δύναμης του πολιτισμού, αντιπαρέθεσε τη μορφή του Ορφέα. Ο Mumford έγραφε ότι ο Ορφέας, και όχι ο Προμηθέας, υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος και ευεργέτης του ανθρώπου. Γιατί ο άνθρωπος δεν έγινε αυτό που είναι επειδή υπέταξε τη φωτιά, αλλά επειδή μπόρεσε, μέσα από τα σύμβολα, να εκφράσει συντροφικότητα και αγάπη, να πυκνώσει το παρόν του με τη μνήμη του παρελθόντος και τη διαίσθηση του μέλλοντος. Σε μια εύγλωττη εικόνα, ο Mumford φαντάζεται μια εποχή όπου ο Προμηθέας και ο Ορφέας ήταν δίδυμοι, σχεδόν σιαμαίοι δίδυμοι, όπου το τόξο ήταν πρώτα μουσικό όργανο και μετά όπλο, όπου η τεχνική δεν είχε ακόμη αποκοπεί από την τέχνη. Η νεωτερικότητα, λέει, έκοψε αυτόν τον ομφάλιο λώρο.
Κράτησε τον Προμηθέα και εξόρισε τον Ορφέα. Και ίσως εκεί, σε αυτόν τον χωρισμό, να βρίσκεται η πραγματική ρίζα του μεταβολικού ρήγματος: όχι στη φωτιά καθαυτή, αλλά στο ότι ξεχάσαμε πως, πριν γίνει εργαλείο κυριαρχίας, η φωτιά ήταν κύκλος γύρω από τον οποίο τραγουδούσαμε.









