Ο Παντελής Θαλασσινός μιλά για τη διάρκεια, την παράδοση, τη σιωπή και το αληθινό — σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να περνούν πριν προλάβουν να μείνουν.
Η συνάντηση έγινε ανάμεσα σε πρόβες, νέες παραγωγές και επαγγελματικές υποχρεώσεις. Όχι σε «χρόνο συνέντευξης», αλλά σχεδόν μέσα στην κίνηση της ίδιας της δουλειάς και με αφορμή νέες εμφανίσεις και πρόσφατες μουσικές του διαδρομές.
Ωστόσο, η συζήτηση μετατράπηκε σύντομα σε μια κουβέντα για τη μνήμη, τη θάλασσα, τη σιωπή, την αγορά, την πολιτική διάσταση της τέχνης και την αγωνία μιας εποχής που δυσκολεύεται να σταθεί για λίγο ακίνητη.
Στην αίσθηση, δηλαδή, ότι σήμερα όλα παράγονται γρήγορα, καταναλώνονται γρήγορα και ξεχνιούνται ακόμη γρηγορότερα.
Κάπου εκεί εμφανίζεται διαρκώς η ίδια λέξη: το αληθινό.
Όχι ως σύνθημα. Αλλά ως ανάγκη.
Παρατηρώντας κανείς και τις δημόσιες παρεμβάσεις του Παντελή Θαλασσινού, αντιλαμβάνεται ότι η μουσική δεν εμφανίζεται ποτέ αποκομμένη από η μουσική δεν εμφανίζεται ποτέ αποκομμένη από το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται, την παρέα ή την κοινωνική στάση. Οι αναφορές στον Δημήτρη Χριστοδούλου, οι αφιερώσεις, οι συλλογικές εμφανίσεις, ακόμη και οι δημόσιες τοποθετήσεις του για ζητήματα της εποχής, μοιάζουν να συνδέονται με έναν κοινό άξονα: την ανάγκη το τραγούδι να παραμένει ανθρώπινο και βιωμένο.
Ίσως γι’ αυτό και στις δημόσιες παρουσίες του δεν κυριαρχεί ποτέ η εικόνα του «σταρ». Περισσότερο μοιάζει με άνθρωπο παρέας, με μουσικό που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το τραγούδι ως κοινό τόπο συνάντησης και όχι ως ατομική προβολή.
*
“Η εποχή σήμερα δεν αφήνει πράγματα να μείνουν”, λέει με εκείνη την ηρεμία των ανθρώπων που τους έχει μαυλίσει η θάλασσα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι άλλαξε η μουσική. Άλλαξε ο θόρυβος γύρω της.
“Για μένα δεν έχει αλλάξει καθόλου ο τρόπος που γράφεται η μουσική — ούτε ο τρόπος που την ακούω. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι σήμερα ο καθένας μπορεί να γράψει μουσική και να τη βάλει στο διαδίκτυο.
Δεν είναι πια θέμα εταιρειών. Γι’ αυτό και δεν φτάνει τίποτα στα αυτιά μας. Υπάρχουν δισεκατομμύρια πληροφορίες. Διαχέονται με τεράστια ταχύτητα, όμως ταυτόχρονα “θολώνουν” μέσα στον διαθλαστικό φακό του διαδικτύου, παραμένοντας τελικά στα κέφια του αλγόριθμου για το αν, το πότε και το πώς θα σε συναντήσουν.»
Κάπως έτσι η κουβέντα επιστρέφει διαρκώς στον χρόνο. Στη διάρκεια. Στην αίσθηση ότι τα πράγματα περνούν χωρίς να προλαβαίνουν να ριζώσουν.
“Δεν είναι δυνατόν πια να γίνουν τραγούδια που να μείνουν. Η εποχή μας είναι πολύ γρήγορη. Τα πάντα κινούνται έτσι — τηλεόραση, ραδιόφωνο, παραγωγή. Τα ανακυκλώνουμε όλα, ακόμα και τους ίδιους τους καλλιτέχνες.”
Δεν υπάρχει πικρία στον τρόπο που το λέει. Περισσότερο μοιάζει με διαπίστωση για μια εποχή που έχει μάθει να αντικαθιστά πριν ακόμη προλάβει να αφομοιώσει.
*
Όταν η κουβέντα φτάνει στην παράδοση, ο τόνος αλλάζει ελαφρά. Σαν να προσπαθεί να απομακρύνει μια παρεξήγηση χρόνων.
“Τα τραγούδια που σήμερα λέμε ‘παράδοση’ ήταν τα τραγούδια της εποχής τους. Εμείς τα λέμε έτσι επειδή είναι παλιά και προσπαθούμε να τα παίξουμε όπως τότε. Δεν ξέρω αν αυτό είναι σωστό.”
Για εκείνον, η παράδοση δεν είναι μουσείο. Είναι κάτι ζωντανό, που μετακινείται μαζί με τον χρόνο.
“Η παράδοση αλλάζει. Ένα τραγούδι αλλιώς παιζόταν πριν εκατό χρόνια και αλλιώς σήμερα.”
Εν τέλει, η σχέση του με την παράδοση μοιάζει να ορίζεται από τον ίδιο με ένα σχεδόν υπαινικτικό χαμόγελο.
“Κανένας δεν ανήκει σε κανέναν. Ούτε η παράδοση σε εμάς ούτε εμείς σε αυτήν. Ό,τι φτιάχνουμε το φτιάχνουμε με ευθύνη, γιατί μπορεί κάποτε να θεωρηθεί άξιο να μείνει.”
Η απάντηση μοιάζει να συμπυκνώνει συνολικά τη στάση του — όχι μόνο απέναντι στη μουσική, αλλά και απέναντι στην ίδια τη ζωή: ως συνέχεια ανθρώπων, εμπειριών και μνήμης.
Και ίσως γι’ αυτό οι αναφορές του δεν εξαντλούνται ποτέ στη δισκογραφία ή στην «καριέρα». Επιστρέφουν διαρκώς σε πρόσωπα, ποιητές, παρέες, στιγμές και ιστορικές μνήμες που μοιάζουν να λειτουργούν σαν αόρατη συνέχεια μέσα στον χρόνο.
*
Η θάλασσα εμφανίζεται στη συζήτηση όπως εμφανίζεται και στα τραγούδια του: χωρίς προσπάθεια.
“Πάντα γράφω τραγούδια για τη θάλασσα ή τραγούδια εμπνευσμένα από αυτήν. Ζούσα πάντα κοντά της. Για μένα είναι τόπος.”
Δεν μιλά για τη θάλασσα σαν εικόνα ή συμβολισμό. Περισσότερο σαν χώρo που διαμορφώνει ρυθμό, ανάσα και τρόπο σκέψης.
Η θάλασσα, άλλωστε, δεν λειτουργεί ποτέ στο έργο του ως διακοσμητικό στοιχείο ή ως εύκολη «νησιωτική» αισθητική. Είναι βιωμένος χώρος. Ρυθμός. Χρόνος. Ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τη διάρκεια.
Γι’ αυτό και η λέξη “σιωπή” αποκτά ιδιαίτερο βάρος μέσα στην κουβέντα.
“Όποιος θέλει να πρωτοτυπήσει, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να επιλέξει τη σιωπή.”
Η φράση μένει για λίγο στον αέρα.
“Ειδικά σε μια εποχή που έχουμε γεμίσει πράγματα χωρίς βαρύτητα.”
*
Η συζήτηση περνά αναπόφευκτα και στη σχέση της τέχνης με την αγορά. Στο αν μπορεί ένας δημιουργός να σταθεί έξω από τις πιέσεις της εποχής.
“Η μουσική μου δεν βασίζεται σε αυτά. Η σχέση μου μαζί της είναι απλή. Γράφω για να γράψω. Αν ενδιαφέρει κάποιον, είναι θέμα χρόνου. Αν γράψεις για να αρέσεις, δεν είναι αληθινό.”
Η λέξη “αληθινό” δεν ακούγεται σαν θεωρία αλλά σαν μέτρο.
“Είτε εύκολο είτε δύσκολο, πρέπει να είναι αληθινό. Το απλό είναι δύσκολο.”
Ίσως γιατί για τον Θαλασσινό η μουσική δεν μοιάζει ποτέ να υπήρξε πεδίο προσωπικής προβολής. Πολύ περισσότερο θυμίζει στάση ζωής — μια επιμονή απέναντι στο εύκολο, στην επιφάνεια και στη λογική της διαρκούς κατανάλωσης.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν η κουβέντα αγγίζει την πολιτική διάσταση της τέχνης.
“Δεν μπορώ να φανταστώ πράξη που να μην είναι πολιτική. Η ‘Γκουέρνικα’ δεν ήταν πολιτική; Ουδέτεροι είναι όσοι θέλουν να τα έχουν καλά με όλους.”
Και αμέσως μετά:
“Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ το κόστος του να λες αυτό που πιστεύεις.”
Η πολιτική, στον λόγο του, δεν εμφανίζεται ως κομματική ταυτότητα ή δημόσια επίδειξη. Περισσότερο μοιάζει με ηθική θέση απέναντι στην εποχή και στους ανθρώπους.
Για τον Θαλασσινό, η τέχνη δεν μπορεί να ξεκινά από σκοπιμότητα.
“Το πιο δύσκολο είναι να συγκινήσεις τον εαυτό σου”, λέει με νόημα περιγράφοντας μια άβολη κατάσταση της εποχής: όχι την έλλειψη τεχνικών μέσων, αλλά την έλλειψη προσωπικής στάσης.
“Δεν λείπουν οι φωνές. Λείπει η στάση απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Η προσωπικότητα κάνει τον δημιουργό. Ο κόσμος θέλει να πιστέψει σε ανθρώπους.”
Η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα και στην τεχνητή νοημοσύνη, στην αίσθηση ότι τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο τεχνητό γίνονται όλο και πιο θολά.
“Με το AI δεν ξέρεις τι είναι ανθρώπινο πια. Λείπει το αυθεντικό.”
Τι σημαίνει όμως αυθεντικός;
“Αυθεντικός είναι αυτός που είναι αληθινός και δημιουργεί το δικό του ρεύμα.”
*
Προς το τέλος της κουβέντας, επιστρέφουμε σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε στο αρχικό θέμα: την εποχή της ταχύτητας.
“Σήμερα δεν φοβάσαι να πεις κάτι μέσα σε ένα τραγούδι”, λέει ήρεμα. “Το θέμα είναι αν υπάρχει ακόμη κάποιος που να σταματήσει για να το ακούσει.”
Δεν πιστεύει ότι λείπουν οι δημιουργοί. Πιστεύει ότι λείπουν οι προσωπικότητες. Οι άνθρωποι που μπορούν να δημιουργήσουν δικό τους ρεύμα, δική τους στάση απέναντι στη ζωή και την τέχνη.
“Το μεγαλύτερο σχολείο είναι οι σωστές παρέες.”
Σε εκείνο το σημείο — με κάτι διακριτικά επικούρειο να αιωρείται πάνω από την κουβέντα — κρίναμε πως όσα ήταν να ειπωθούν είχαν ήδη ειπωθεί.
Γιατί σε αυτή την τελευταία φράση ίσως να βρίσκεται τελικά όλο το νόημα της κουβέντας μας:
όχι στον θόρυβο της εποχής, αλλά σε ό,τι καταφέρνει ακόμη να μένει ανθρώπινο.










