ΣΥΡΙΖΑ: ΕΝΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

14/07/2026
Η φυσιολογική κατάληξη των ευκαιριακών πολιτικών σχηματισμών στη μεταδημοκρατία του 21ου αιώνα
The Noèma n&m | δρ
siriza 1 (1920 x 900 px)
logo experts 1400x350

Η φυσιολογική κατάληξη των ευκαιριακών πολιτικών σχηματισμών στη μεταδημοκρατία του 21ου αιώνα

Η κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρει πλέον όλο και λιγότερο ως ένα ακόμη εσωκομματικό δράμα. Οι διασπάσεις, οι αλλεπάλληλες αλλαγές ηγεσίας και η αδυναμία του να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε δική του πολιτική δυναμική έχουν οδηγήσει το κόμμα σε κάτι βαθύτερο από μια οργανωτική κρίση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναζητά απλώς νέο πρόεδρο, νέα στρατηγική ή έναν ακόμη τρόπο να επανασυσπειρώσει τις δυνάμεις του. Αναζητά εκ νέου τον ίδιο τον λόγο της ύπαρξής του.

SOLYMARE 970 250

Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου δεν άνοιξε τον δρόμο για μια συντεταγμένη διαδοχή· επιτάχυνε την αποσύνθεση. Η προγραμματισμένη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής αναβλήθηκε, ακολούθησε μια διαδικασία της οποίας η νομιμοποίηση αμφισβητήθηκε ανοιχτά και η Πολιτική Γραμματεία επέλεξε την αυτόνομη εκλογική κάθοδο του ΣΥΡΙΖΑ την ώρα που η αναπληρώτρια γραμματέας και πέντε ακόμη μέλη των κορυφαίων οργάνων υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους. Δεν πρόκειται πλέον για μια απλή διαφωνία γύρω από το πρόσωπο του επόμενου προέδρου, αλλά για σύγκρουση αντίπαλων νομιμοποιήσεων μέσα στο ίδιο κομματικό κέλυφος.

Η εικόνα δεν παραπέμπει απλώς σε ένα κόμμα με εσωτερικές διαφωνίες. Παραπέμπει σε δύο ή περισσότερες παράλληλες κομματικές πραγματικότητες, οι οποίες δεν συμφωνούν ούτε για το ποιος αποφασίζει ούτε για το τι ακριβώς πρέπει να σωθεί.

Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο από μία ακόμη σύγκρουση μηχανισμών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον ένα σχεδόν υποδειγματικό σύμπτωμα της μεταδημοκρατίας: μιας κατάστασης στην οποία οι δημοκρατικοί θεσμοί, οι εκλογές, τα κοινοβούλια και τα κόμματα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά η ζωτική ενέργεια της πολιτικής απομακρύνεται από τα οργανωμένα κοινωνικά σώματα και μεταφέρεται σε κλειστούς κύκλους πολιτικών, οικονομικών και επικοινωνιακών ελίτ. Τα κόμματα παύουν σταδιακά να αποτελούν φορείς κοινωνικής συμμετοχής και μετατρέπονται σε μηχανισμούς εκλογικής κινητοποίησης, διαχείρισης της εικόνας και προσωποποίησης της εξουσίας.

Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται, επομένως, απλώς αντιμέτωπος με όσα συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια ούτε με τον σημερινό Αλέξη Τσίπρα και το νέο πολιτικό σχήμα που παρουσίασε. Βρίσκεται αντιμέτωπος με τη στιγμή κατά την οποία ο Τσίπρας έγινε πολιτικό γεγονός — ή πολιτικό κεφάλαιο, αν προτιμάτε.

Και αυτή η ιστορία δεν ξεκινά το 2015 ούτε το 2012. Ξεκινά το 2008, με την επιλογή του Αλέκου Αλαβάνου να ανοίξει τον δρόμο στον 33χρονο τότε Αλέξη Τσίπρα — μια κίνηση που προκάλεσε πραγματικό ενθουσιασμό στον χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα δεν αντιμετωπίστηκε τότε ως ένα ενδιαφέρον πολιτικό πείραμα που έπρεπε να δοκιμαστεί. Αντιμετωπίστηκε ως μια σχεδόν έτοιμη ιστορική απάντηση.

Άνθρωποι με δεκαετίες πολιτικών αγώνων, ήττες, φυλακές, εξορίες και τεράστια βιωματική γνώση είδαν στον 33χρονο νέο αρχηγό πολύ περισσότερα από όσα μπορούσε να έχει προλάβει να συγκροτήσει.

Ο Αλαβάνος ανέδειξε τον Τσίπρα πιστεύοντας ότι άνοιγε τον δρόμο σε μια νέα ριζοσπαστική Αριστερά. Οι συνιστώσες συγκρούστηκαν για να τον κατακτήσουν. Και τελικά τον κέρδισε η πτέρυγα που γνώριζε καλύτερα όχι πώς οργανώνεται η εξέγερση, αλλά πώς κατοικείται το κράτος.

Οι καταγεγραμμένες ενστάσεις απέναντι σε εκείνη την ευφορία —σε εσωτερικό ακροατήριο, όπως αρμόζει σε σοβαρούς παίκτες όταν βρίσκονται απέναντι σε «ογκόλιθους» της ανανεωτικής Αριστεράς— δεν αφορούσαν την ηλικία του Τσίπρα.

Αφορούσαν την απόσταση ανάμεσα στον συμβολισμό και στην πολιτική συγκρότηση.

Ο Τσίπρας ήταν ένα νέο, ενθουσιώδες παιδί που γούσταρε τον Τσε, τον Κομαντάντε Μάρκος, το Σιάτλ και τη μυθολογία των κινημάτων. Αυτά μπορούσαν να του προσφέρουν πολιτισμικές αναφορές, επικοινωνιακή φρεσκάδα και μια αυθεντική σχέση με τη γενιά του.

Μέχρι εκεί, όμως.

Η κατανόηση του κράτους, της οικονομίας, των διεθνών συσχετισμών και των πραγματικών ορίων της εξουσίας απαιτεί πολύ διάβασμα και πολλά χιλιόμετρα. Δεν αποκτάται με τη σωστή πολιτική αισθητική ούτε με την εξοικείωση με τα σύμβολα της εξέγερσης.

Το λάθος —ένα ακόμη— της Αριστεράς δεν ήταν ότι εμπιστεύθηκε έναν νέο άνθρωπο. Ήταν ότι παρουσίασε την ηλικιακή ανανέωση ως ολοκληρωμένη πολιτική απάντηση και πρόβαλε πάνω του όλα όσα ήθελε να ξαναπιστέψει για τον εαυτό της.

Με δυο λόγια, δεν εξέλεξαν έναν ολοκληρωμένο ηγέτη. Εξέλεξαν μια υπόσχεση και έπειτα συγκρούστηκαν για το ποιος θα τη γράψει πάνω σε ένα πολιτικό tabula rasa.

Όταν πέρασαν οι πρώτοι μήνες του ενθουσιασμού, άρχισαν τα όργανα. Οι διαφορετικές τάσεις και οι παλιοί μηχανισμοί επιχείρησαν να προσεταιριστούν τον νεαρό αρχηγό. Ο αγώνας δεν αφορούσε μόνο την πολιτική κατεύθυνση του Συνασπισμού. Αφορούσε την κηδεμονία του ίδιου του Τσίπρα.

Εκεί άρχισε να διαλύεται και η αρχική αφέλεια.

Λίγους μήνες αργότερα, όταν ο ενθουσιασμός είχε αρχίσει να δίνει τη θέση του στη μάχη των μηχανισμών, ο αείμνηστος Περικλής Κοροβέσης πέρασε από την αρχική ευφορία στην ουσιαστική προειδοποίηση: η κοινωνική δυναμική δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του κόμματος. Η κοινωνία είχε δανείσει στον ΣΥΡΙΖΑ την προσδοκία της· δεν του είχε παραχωρήσει αιώνια κυριότητα πάνω στην οργή και την απογοήτευσή της.

Το πιο αποφασιστικό αποτέλεσμα της εσωτερικής σύγκρουσης, όμως, ήταν άλλο.

Από όλους όσοι προσπάθησαν να διαμορφώσουν τον νέο αρχηγό, εκείνη που τελικά επικράτησε στο μακρύ παιχνίδι ήταν η πτέρυγα της κυβερνησιμότητας, με κεντρικό πρόσωπο τον Γιάννη Δραγασάκη.

Ο Δραγασάκης δεν χρειαζόταν να κερδίσει τον Τσίπρα με τη γοητεία των κινημάτων. Του πρόσφερε αυτό που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν: την τεχνογνωσία του κράτους, τη γλώσσα της οικονομικής διαχείρισης, τις επαφές με τους θεσμούς και τον δρόμο από τη ριζοσπαστική ρητορική προς την κυβερνησιμότητα.

Δεν τον διαμόρφωσε ως επαναστάτη.

Τον εκπαίδευσε ως πιθανό διαχειριστή της εξουσίας.

Χρόνια αργότερα, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στην κυβέρνηση, η σχέση αυτή θα αποκτούσε την πλήρη θεσμική της μορφή: ο νεαρός αρχηγός του 2008 θα ήταν πρωθυπουργός και ο έμπειρος καθοδηγητής αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Αυτή είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Αλαβάνος ανέδειξε τον Τσίπρα πιστεύοντας ότι άνοιγε τον δρόμο σε μια νέα ριζοσπαστική Αριστερά. Οι συνιστώσες συγκρούστηκαν για να τον κατακτήσουν. Και τελικά τον κέρδισε η πτέρυγα που γνώριζε καλύτερα όχι πώς οργανώνεται η εξέγερση, αλλά πώς κατοικείται το κράτος.

Οι Ιδέες, όσο μεγάλες είναι, τόσο μεγαλύτερες πλάτες χρειάζονται για να κουβαληθούν.

Οι ομάδες, οι τάσεις, οι Κεντρικές Επιτροπές και οι επίδοξοι ηγετίσκοι απλώς λένε τη γνώμη τους.

Την Ιστορία, όμως, δεν την γράφουν οι γνώμες.

Την γράφουν οι πλάτες της Ηγεσίας.

Παλιά στελέχη, διανοούμενοι και άνθρωποι με εμπειρία δεκαετιών στα κινήματα και στις πολιτικές συγκρούσεις είδαν στην ανάδειξή του μια ιστορική τομή, παραβλέποντας ότι, για να κυβερνήσεις, χρειάζεται να κατανοήσεις το κράτος όχι ως σύνθημα, αλλά ως μηχανισμό· την εξουσία όχι ως ηθική κατηγορία, αλλά ως σύστημα συμφερόντων και συσχετισμών· την Ιστορία όχι ως συλλογή επαναστατικών συμβόλων, αλλά ως ακολουθία νικών, ηττών, συμβιβασμών, προδοσιών και αδιεξόδων.

Άλλο να ταυτίζεσαι πολιτισμικά με τον Τσε, τον Μάρκος και τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και άλλο να έχεις συγκροτήσει πολιτική αντίληψη για το πώς κυβερνάται μια χώρα, πώς λειτουργούν οι διεθνείς συσχετισμοί και τι συμβαίνει όταν η ρητορική συναντά τη σκληρή υλικότητα της εξουσίας.

Το λάθος της εποχής δεν ήταν ότι η Αριστερά εμπιστεύθηκε έναν νέο άνθρωπο. Ήταν ότι μπέρδεψε την ηγετική ανανέωση με την πολιτική ωρίμανση.

Δεν είδε έναν ηγέτη που είχε ήδη διαμορφωθεί. Είδε μια λευκή επιφάνεια πάνω στην οποία μπορούσε να προβάλει όσα ήθελε να ξαναπιστέψει.

Ο Τσίπρας έγινε ο καθρέφτης μιας κουρασμένης Αριστεράς που αναζητούσε τη χαμένη της νεότητα.

Δεν ήταν ακόμη πολιτικά ολοκληρωμένος.

Ήταν πολιτικά διαθέσιμος.

Η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήρθε επειδή μέσα σε τέσσερα χρόνια ολοκληρώθηκε η πολιτική συγκρότηση που έλειπε το 2008.

Ήρθε επειδή κατέρρευσε ολόκληρο το κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης.

Το ΠΑΣΟΚ διαλύθηκε κοινωνικά και εκλογικά κάτω από το βάρος των μνημονίων. Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έχασαν εισόδημα, ασφάλεια και πολιτική εκπροσώπηση. Η οργή αναζητούσε φορέα και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στη σωστή θέση, με το σωστό πρόσωπο και τη σωστή γλώσσα, την κατάλληλη στιγμή.

Το 16,78% του Μαΐου και το 26,89% του Ιουνίου του 2012 δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας οργανωτικής επέλασης του ΣΥΡΙΖΑ μέσα από τα συνδικάτα, τους δρόμους και τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής. Ήταν η πολιτική έκφραση μιας βαθιάς κοινωνικής αποσύνθεσης και μιας τεράστιας μετακίνησης πληθυσμών που αναζητούσαν νέα πολιτική στέγη. (ekloges-prev.singularlogic.eu)

Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αναγκαίος επειδή, για μια σύντομη ιστορική περίοδο, εξέφρασε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Εκεί βρίσκεται και η παρανόηση που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Το κόμμα θεώρησε ότι η κοινωνική δυναμική τού ανήκε. Ότι το 27% ήταν μόνιμη κομματική περιουσία. Ότι οι πολίτες που μετακινήθηκαν προς αυτό είχαν μετατραπεί σε σταθερή πολιτική και ιδεολογική του βάση.

Δεν ήταν έτσι.

Η κοινωνία τού δάνεισε δύναμη για να ανατρέψει μια κατάσταση. Δεν του παραχώρησε αιώνια ιδιοκτησία πάνω στην απογοήτευση και την οργή της.

Αυτός ο μηχανισμός δεν αποτέλεσε ελληνική ιδιορρυθμία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει σε μια ευρωπαϊκή γενιά πολιτικών σχηματισμών που απέκτησαν εκλογική δύναμη πολύ ταχύτερα απ’ όσο απέκτησαν κοινωνικές ρίζες, οργανωτική συνοχή και ηγεσία ικανή να αντέξει το βάρος της συγκυρίας.

Στην Ιταλία, το Κίνημα Πέντε Αστέρων εμφανίστηκε ως ψηφιακή, αντισυστημική εξέγερση εναντίον ολόκληρης της πολιτικής τάξης, έφτασε περίπου στο 32% το 2018 και κυβέρνησε διαδοχικά με εντελώς διαφορετικούς εταίρους. Μέχρι τις ευρωεκλογές του 2024 είχε περιοριστεί στο 9,9%, έχοντας μετατραπεί από «κίνημα των πολιτών» σε ένα περισσότερο συμβατικό και προσωποπαγές κόμμα υπό τον Τζουζέπε Κόντε.

Στην Ισπανία, το Podemos γεννήθηκε από τους Indignados και την κρίση της λιτότητας, φτάνοντας μαζί με τις συμμαχίες του στο 20,66% και στις 69 έδρες το 2015. Δεν ήταν ένας τεχνητός σχηματισμός χωρίς κοινωνικές αναφορές. Απέτυχε, όμως, να μετατρέψει εκείνο το κύμα σε σταθερό και αυτόνομο πολιτικό σώμα, ώσπου οδηγήθηκε στην εκλογική συνύπαρξη με το Sumar. Την ίδια στιγμή, το Ciudadanos, το άλλο μεγάλο «νέο κόμμα» της ισπανικής περιόδου, πέρασε από τις 40 έδρες του 2015 στην απόφαση να μην κατέβει καν στις εθνικές εκλογές του 2023.

Στη Γαλλία, το En Marche δημιουργήθηκε σχεδόν εξαρχής ως κόμμα-όχημα γύρω από τον Εμανουέλ Μακρόν. Κατέλαβε το κέντρο του πολιτικού συστήματος, απορρόφησε τμήματα της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς και κυριάρχησε το 2017. Όταν, όμως, άρχισε να φθείρεται το προεδρικό πρόσωπο, αποκαλύφθηκε η περιορισμένη αυτονομία του ίδιου του κόμματος: το προεδρικό στρατόπεδο έχασε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2022 και συρρικνώθηκε περαιτέρω στις πρόωρες εκλογές του 2024.

Στη Σλοβακία, το OĽaNO του Ίγκορ Μάτοβιτς κατέκτησε την κυβέρνηση το 2020 πάνω σε ένα ισχυρό κύμα κατά της διαφθοράς, προτού η κυβερνητική του αποσύνθεση οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές και στην επιστροφή του Ρόμπερτ Φίτσο. (Reuters)

Δεν πρόκειται για ιδεολογικά όμοια κόμματα. Άλλα εμφανίστηκαν από τα αριστερά, άλλα από το κέντρο και άλλα μέσα από έναν ιδεολογικά ασαφή αντισυστημισμό. Τα συνέδεσε, όμως, ένας κοινός μεταδημοκρατικός μηχανισμός: η εκλογική έκρηξη προηγήθηκε της πολιτικής συγκρότησης, η επικοινωνία υποκατέστησε την οργάνωση και ο αρχηγός έγινε σταδιακά το ίδιο το κόμμα.

Ευκαιριακοί δεν ήταν επειδή γεννήθηκαν από ανύπαρκτες κοινωνικές ανάγκες. Οι ανάγκες, οι κρίσεις και τα πολιτικά κενά ήταν απολύτως πραγματικά.

Έγιναν ευκαιριακοί επειδή αντιμετώπισαν την ιστορική ευκαιρία ως μόνιμη πολιτική ιδιοκτησία, χωρίς να κατορθώσουν να τη μετατρέψουν σε ανθεκτικό κοινωνικό, ιδεολογικό και οργανωτικό υποκείμενο.

Όταν υποχώρησε η συγκυρία ή φθάρηκε το ηγετικό πρόσωπο, αποκαλύφθηκε πόσο λίγο πολιτικό σώμα υπήρχε κάτω από το εκλογικό κύμα.

Στην ελληνική περίπτωση, ο Τσίπρας κατάφερε να γίνει ο βασικός εκφραστής εκείνης της στιγμής, φορτώνοντας στις ακόμη ανώριμες πλάτες του τα απόνερα της μεταπολιτευτικής κωμικοτραγωδίας.

Κυβέρνησε, συγκρούστηκε, συμβιβάστηκε, υπέγραψε, επανεξελέγη και τελικά ηττήθηκε. Όμως η πολιτική του κυριαρχία απέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ από το να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: Τι ήταν το κόμμα πέρα από τον αρχηγό του και πέρα από την έκτακτη συνθήκη που το έφερε στην εξουσία;

Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ.

Μετά την αποχώρηση Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να επανεφεύρει τον εαυτό του μέσω μιας ακόμη ηγετικής μεταμόρφωσης. Η ανάδειξη του Στέφανου Κασσελάκη δεν αποτέλεσε απάντηση στην κρίση ταυτότητας. Αποτέλεσε την επανάληψη του αρχικού λάθους σε ακόμη πιο ακραία μορφή.

Για μία ακόμη φορά, το κόμμα αναζήτησε ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο θα μπορούσαν να προβληθούν ετερόκλητες προσδοκίες. Για μία ακόμη φορά, η επικοινωνιακή ανανέωση παρουσιάστηκε ως πολιτική ανασύνθεση. Και για μία ακόμη φορά, οι μηχανισμοί άρχισαν σχεδόν αμέσως να συγκρούονται για τον έλεγχο του νέου αρχηγού.

Η κατάληξη ήταν νέες διασπάσεις, αποχωρήσεις, αλληλοκατηγορίες, ξεκατινιάσματα και η περαιτέρω συρρίκνωση ενός κόμματος που δεν μπορούσε πλέον να εξηγήσει ούτε στους ψηφοφόρους ούτε στα ίδια του τα στελέχη τι ακριβώς εκπροσωπεί. Η κατάρρευση αυτή είχε ήδη στερήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης πριν από τη νέα επιστροφή Τσίπρα.

Δεν πείθει ως κόμμα διακυβέρνησης, δεν λειτουργεί ως κόμμα ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης και δεν μπορεί να εμφανιστεί ως σοβαρός φορέας ανασύνθεσης της όποιας Αριστεράς.

Δεν διαθέτει ούτε τη συνοχή του παλιού Συνασπισμού ούτε τη δυναμική του 2012 ούτε την κυβερνητική αξιοπιστία που θα επέτρεπε μια πραγματική επιστροφή στην εξουσία.

Υπάρχει κυρίως ως ανάμνηση.

Μέσα σε αυτό το κενό, η δημιουργία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης υπό τον Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης. Όχι επειδή ο πρώην πρωθυπουργός έχει απαντήσει στις αντιφάσεις της προηγούμενης διακυβέρνησής του, αλλά επειδή ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ έχει απολέσει την ικανότητα να παράγει αυτοτελές πολιτικό νόημα. (Reuters)

Όσο ο Τσίπρας βρίσκεται εκτός Κουμουνδούρου αλλά εντός πολιτικού πεδίου, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με έναν οργανισμό που περιμένει από κάποιον άλλον να αποφασίσει αν έχει μέλλον.

Τα στελέχη του δεν αναρωτιούνται μόνο ποιος θα είναι ο επόμενος αρχηγός. Αναρωτιούνται πού θα βρίσκονται τώρα που ο Τσίπρας επέστρεψε, ποιοι θα περάσουν στο νέο σχήμα, ποιοι θα επιχειρήσουν να διαπραγματευτούν τη θέση τους και ποιοι θα μείνουν πίσω για να διαχειριστούν τα υπολείμματα.

Η φυγόκεντρη κίνηση έχει ήδη αρχίσει. Αποχωρήσεις, μετακινήσεις και δημόσιες διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι το κόμμα δεν προετοιμάζεται απλώς για μια νέα ηγεσία.

Προετοιμάζεται για λουκέτο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποψιλώνεται από φόβο ή από ελπίδα για το κόμμα Τσίπρα.

Διαλύεται αργά και σταθερά, επειδή συμβαίνει πλέον αυτό που αρνούνται να καταλάβουν οι διαχειριστές των μαγαζιών της Αριστεράς:

Οι Ιδέες, όσο μεγάλες είναι, τόσο μεγαλύτερες πλάτες χρειάζονται για να κουβαληθούν.

Οι ομάδες, οι τάσεις, οι Κεντρικές Επιτροπές και οι επίδοξοι ηγετίσκοι απλώς λένε τη γνώμη τους.

Την Ιστορία, όμως, δεν την γράφουν οι γνώμες.

Την γράφουν οι πλάτες της Ηγεσίας.

Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία

solymare 300 250

silk oil 450x350

Untitled design

TOPOS 970 250

fdanihlidhs PROIONTA 800 800

IMG 4837