Nord Stream, New York Times και η αθόρυβη μεταβολή της δυτικής ενημερωτικής ατζέντας
Τις τελευταίες ημέρες, δύο διαφορετικές ειδήσεις, που εκ πρώτης όψεως δεν συνδέονται μεταξύ τους, επανέφεραν στο επίκεντρο δύο από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές υποθέσεις των τελευταίων ετών.
Στη Γερμανία, η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία προχώρησε στην άσκηση δίωξης κατά του Ουκρανού Serhii K., λίγες ημέρες μετά τη σύλληψή του στην Ιταλία, στο πλαίσιο της πολύχρονης έρευνας για την ανατίναξη των αγωγών Nord Stream. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εισαγγελείς αποδίδουν στον κατηγορούμενο συμμετοχή στην επιχείρηση δολιοφθοράς, συνέργεια σε έγκλημα πολέμου λόγω της επίθεσης σε πολιτική ενεργειακή υποδομή και δράση εκ μέρους ουκρανικών κρατικών φορέων.
Την ίδια περίπου περίοδο, οι New York Times δημοσίευσαν εκτενές ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν σοβαρές ανησυχίες ότι το Ισραήλ ενδέχεται να προχωρούσε σε επιχείρηση εναντίον Ιρανών διαπραγματευτών, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να διατηρήσει ανοικτό τον διπλωματικό δίαυλο με την Τεχεράνη.
Οι δύο υποθέσεις δεν σχετίζονται επιχειρησιακά.
Συμπίπτουν όμως χρονικά και αναδεικνύουν ένα διαφορετικό ερώτημα: μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο ορισμένα από τα μεγαλύτερα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι θεσμικοί μηχανισμοί διαχειρίζονται πλέον υποθέσεις υψηλής γεωπολιτικής ευαισθησίας;
Από το μυστήριο στην ποινική διαδικασία
Οι εκρήξεις στους αγωγούς Nord Stream 1 και Nord Stream 2, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, αποτέλεσαν μία από τις σοβαρότερες επιθέσεις εναντίον κρίσιμης ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Η καταστροφή των αγωγών δεν επηρέασε μόνο την ενεργειακή αγορά της Ευρώπης. Δημιούργησε αμέσως ένα τεράστιο γεωπολιτικό ερώτημα: ποιος είχε τη δυνατότητα, την τεχνική επάρκεια και, κυρίως, το πολιτικό κίνητρο να πραγματοποιήσει μια τόσο σύνθετη υποβρύχια επιχείρηση στη Βαλτική Θάλασσα.
Ακολούθησαν έρευνες από τη Γερμανία, τη Δανία και τη Σουηδία.
Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν δεκάδες δημοσιογραφικές αποκαλύψεις.
Το ιστιοπλοϊκό Andromeda, οι δύτες, τα πλαστά διαβατήρια, οι μετακινήσεις του πληρώματος και οι πιθανές διασυνδέσεις με ουκρανικούς κύκλους, κρατικές υπηρεσίες και δίκτυα επιχειρήσεων πληροφοριών απασχόλησαν επανειλημμένα τον διεθνή Τύπο.
Παρά τον μεγάλο όγκο πληροφοριών, η δημόσια συζήτηση παρέμενε εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δημοσιογραφικές έρευνες, ανώνυμες διαρροές και αντικρουόμενες πολιτικές τοποθετήσεις. Κοντολογίς, πολλοί υποπτεύονταν. Κάποιοι ίσως γνώριζαν. Δημόσια όμως σχεδόν τίποτε δεν μπορούσε να αποδειχθεί.
Η διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας δεν είναι ποτέ μονόδρομος. Τα μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης διαθέτουν αναμφίβολα σημαντική επιρροή στη δημόσια συζήτηση, όμως λειτουργούν ταυτόχρονα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου αξιολογούνται καθημερινά από τους αναγνώστες, τους συνδρομητές, τους διαφημιζόμενους και τους χρηματοδότες τους. Η αξιοπιστία, η απήχηση και η δυνατότητα διατήρησης του κοινού αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.
Το τελευταίο δεκαήμερο, όμως, η εικόνα άλλαξε ουσιαστικά.
Η σύλληψη του Serhii K. στην Ιταλία, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος που είχε εκδώσει η Γερμανία, αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική ποινική εξέλιξη της υπόθεσης.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία προχώρησε στην άσκηση δίωξης, παρουσιάζοντας το κατηγορητήριο.
Για πρώτη φορά, οι βασικοί ισχυρισμοί που μέχρι σήμερα εμφανίζονταν κυρίως μέσα από δημοσιογραφικές αποκαλύψεις αποκτούν τη μορφή επίσημης δικαστικής πράξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Reuters, οι Γερμανοί εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι ο κατηγορούμενος είχε συντονιστικό ρόλο στην επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε με το ιστιοπλοϊκό Andromeda.
Το κατηγορητήριο αναφέρει ακόμη ότι ενεργούσε «acting on behalf of Ukrainian state entities» («Ενεργώντας για λογαριασμό ουκρανικών κρατικών φορέων»).
Παράλληλα, οι εισαγγελείς του αποδίδουν συνέργεια σε έγκλημα πολέμου, υποστηρίζοντας ότι η επίθεση στράφηκε εναντίον πολιτικής ενεργειακής υποδομής.
Οι πληροφορίες αυτές αναπαράχθηκαν άμεσα από μεγάλα διεθνή μέσα όπως το Reuters, το Associated Press, η Deutsche Welle, ο Guardian και άλλα διεθνή δίκτυα, μεταφέροντας την υπόθεση από το επίπεδο της δικαστικής έρευνας στο επίκεντρο της διεθνούς ειδησεογραφίας.
Δεν πρόκειται πλέον για ακόμη μία θεωρία ή για μία ανώνυμη διαρροή.
Πρόκειται για επίσημο κατηγορητήριο της γερμανικής δικαιοσύνης.
Σχεδόν ταυτόχρονα, οι New York Times δημοσίευσαν ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό ρεπορτάζ.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, νυν και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν ανησυχία ότι το Ισραήλ ενδέχεται να σχεδίαζε επιχείρηση κατά Ιρανών διαπραγματευτών, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν να διατηρήσουν ανοικτό τον δίαυλο διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη.
Το δημοσίευμα δεν αφορά την αξιολόγηση της ισραηλινής πολιτικής.
Αφορά κυρίως το εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης και τις διαφορετικές εκτιμήσεις που υπήρχαν εκείνη την περίοδο για τη διαχείριση της κρίσης.
Με άλλα λόγια, μεταφέρει στο δημόσιο πεδίο πληροφορίες που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν περιορισμένες σε κυβερνητικούς κύκλους.
Την ίδια στιγμή, οι New York Times βρίσκονται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας κριτικής για τον τρόπο με τον οποίο κάλυψαν τον πόλεμο στη Γάζα.
Ο αμερικανός ηθοποιός Mark Ruffalo, ο οποίος έχει ελληνική καταγωγή, αλλά και η δημιουργός παιδικού εκπαιδευτικού περιεχομένου Ms. Rachel, ανακοίνωσαν δημόσια ότι διακόπτουν τη συνεργασία ή μποϊκοτάρουν την εφημερίδα, υποστηρίζοντας ότι η συνολική κάλυψη της σύγκρουσης υπήρξε ανεπαρκής ή μεροληπτική.
Το γεγονός αυτό δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με το νέο δημοσίευμα των Times.
Αποτελεί όμως μέρος του ίδιου ευρύτερου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εξελίσσεται σήμερα η δημόσια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή.
Μια διαφορετική εικόνα της ενημέρωσης
Ανεξάρτητα από την τελική εξέλιξη κάθε υπόθεσης, είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς ότι μέσα σε διάστημα λίγων ημερών επανέρχονται στο προσκήνιο υποθέσεις που για χρόνια παρέμεναν εγκλωβισμένες σε δημοσιογραφικές έρευνες, διαρροές και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Στην περίπτωση του Nord Stream, η υπόθεση περνά πλέον στη φάση της ποινικής διαδικασίας.
Στην περίπτωση των New York Times, δημοσιοποιούνται πληροφορίες που αφορούν εσωτερικές εκτιμήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές των συνομιλιών με το Ιράν.
Δεν πρόκειται για την ίδια ιστορία.
Ούτε αποδεικνύουν κάποια κοινή στρατηγική.
Δείχνουν όμως ότι ορισμένοι από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς φακέλους των τελευταίων ετών επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση με διαφορετικό τρόπο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν κάποια πλευρά «δικαιώνεται».
Ούτε αν αλλάζει η πολιτική των μεγάλων δυτικών μέσων ενημέρωσης.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Γιατί τώρα;
Γιατί η γερμανική δικαιοσύνη φέρνει την υπόθεση Nord Stream σε αυτή τη φάση ακριβώς αυτή τη χρονική στιγμή;
Γιατί οι New York Times δημοσιεύουν τώρα πληροφορίες που αφορούν τις σχέσεις Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με το Ιράν;
Και κυρίως, μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο κατά την οποία γεγονότα που μέχρι πρόσφατα κινούνταν κυρίως στο επίπεδο των πληροφοριών, των διαρροών και των δημοσιογραφικών ερευνών αρχίζουν να εισέρχονται, σταδιακά, στη σφαίρα των επίσημων θεσμικών διαδικασιών;
Η διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας δεν είναι ποτέ μονόδρομος. Τα μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης διαθέτουν αναμφίβολα σημαντική επιρροή στη δημόσια συζήτηση, όμως λειτουργούν ταυτόχρονα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου αξιολογούνται καθημερινά από τους αναγνώστες, τους συνδρομητές, τους διαφημιζόμενους και τους χρηματοδότες τους. Η αξιοπιστία, η απήχηση και η δυνατότητα διατήρησης του κοινού αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ενεργειακή κρίση, οι επιπτώσεις στη βιομηχανία και η συζήτηση για τη μελλοντική σχέση με τη Ρωσία έχουν ενισχύσει την πίεση για περισσότερες απαντήσεις και μεγαλύτερη διαφάνεια. Η κοινή γνώμη δεν αρκείται πλέον στην αναπαραγωγή επίσημων θέσεων· αναζητά περισσότερα στοιχεία, περισσότερη τεκμηρίωση και πληρέστερη εξήγηση των γεγονότων.
Στα πρωτοσέλιδα, λοιπόν, τα μεγάλα συστημικά μέσα συχνά αναπαράγουν το κυρίαρχο σκονάκι: το αφήγημα που εκείνη τη στιγμή εξυπηρετεί την πολιτική, θεσμική ή γεωπολιτική ισορροπία του συστήματος. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι λειτουργούν σε κενό. Όταν η πραγματικότητα αρχίζει να πιέζει περισσότερο από το αφήγημα, ακόμη και τα πιο πειθαρχημένα μέσα αναγκάζονται να μετακινήσουν τον φακό. Όχι απαραίτητα από μεταμέλεια. Συχνά από ανάγκη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάδειξη υποθέσεων όπως το Nord Stream ή οι αποκαλύψεις για τις αμερικανοϊσραηλινές διαβουλεύσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, ανεξάρτητα από το πού θα οδηγήσουν τελικά οι έρευνες ή οι πολιτικές εξελίξεις.
Αξίζει, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τις επόμενες κινήσεις.
Γιατί, σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν τα προηγούμενα χρόνια, οι φάκελοι και τα στόματα φαίνεται πως δεν παραμένουν πλέον κλειστά.










