Μια συζήτηση-συνέντευξη με τον Κώστα Τζαβάρα
Η συνέντευξη με τον κ. Κώστα Τζαβάρα δεν περιορίζεται στη μακρά κοινοβουλευτική του διαδρομή και την εμπειρία του σε κυβερνητικές θέσεις.
Αντλεί, επίσης, από το ευρύ θεωρητικό του υπόβαθρο σε ζητήματα κουλτούρας και πολιτισμού, καθώς και από τον ιδιαίτερα θεσμικό και νομικό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα δημόσια ζητήματα.
Μέσα από βασικές θεματικές ενότητες, η συζήτηση επιχειρεί να φωτίσει την κατάσταση του κράτους δικαίου, τη σχέση πολιτικής ευθύνης και δημόσιας λογοδοσίας, αλλά και την αναπτυξιακή προοπτική της Ηλείας στη σύγχρονη Ελλάδα, με σημείο αναφοράς το πολιτιστικό της κεφάλαιο.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Κώστας Τζαβάρας: «Από τα Τέμπη στον ΟΠΕΚΕΠΕ – η αρχιτεκτονική της παρακμής»
Οι εξελίξεις στην Ελλάδα φέρνουν στο προσκήνιο σοβαρές υποθέσεις — τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές — που, όπως επισημαίνει ο Κώστας Τζαβάρας, δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά ενδείξεις μιας βαθύτερης κρίσης.
Πρόκειται για διαφορετικά αλλά αλληλένδετα σκάνδαλα: το πρώτο κυρίως δικαστικό, τα άλλα πολιτικοοικονομικά. Όλα όμως, όπως τονίζει, συνθέτουν μια συνολική παρακμή — θεσμική, αξιακή και πολιτισμική.
Η τραγωδία των Τεμπών, υποστηρίζει, συνιστά κρατικό έγκλημα όχι μόνο λόγω της σύγκρουσης, αλλά κυρίως λόγω όσων ακολούθησαν. Για πρώτη φορά, όπως λέει, δεν διασφαλίστηκε η προστασία του χώρου του εγκλήματος, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί κρίσιμο αποδεικτικό υλικό και να υπονομευθεί εξαρχής η διερεύνηση.
Αυτή η αρχική αστοχία, κατά τον ίδιο, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την απονομή πραγματικής δικαιοσύνης.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, το ζήτημα αποκτά διαρθρωτικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται απλώς για κακοδιαχείριση, αλλά για αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής πορείας, όπου οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις λειτούργησαν περισσότερο ως μηχανισμός διανομής πόρων παρά ως εργαλείο παραγωγής.
Το αποτέλεσμα ήταν η αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης και η ενίσχυση ενός κράτους που κατανέμει πόρους με πολιτικά κριτήρια.
Από αυτό το σημείο, η ανάλυση γίνεται συνολικότερη: το πρόβλημα, υποστηρίζει, είναι βαθιά πολιτικό. Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποκτά τη δύναμη να καθορίζει τι είναι δίκαιο και θεσμικά αποδεκτό, δημιουργώντας ένα «κενό» στην κοινωνία και στην πολιτική.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτείται αποκατάσταση του κύρους των θεσμών, κυρίως της Δικαιοσύνης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι οποίες σήμερα εμφανίζουν σημάδια αποδυνάμωσης.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στον ρόλο των δικηγόρων, οι οποίοι, αντί να λειτουργούν ως ανεξάρτητοι υπερασπιστές του δικαίου, τείνουν — όπως σημειώνει — να ενσωματώνονται σε ένα κρατικό σύστημα.
Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται με τις εξελίξεις στις υποκλοπές, όπου εκτιμά ότι. σήμερα στην Ελλάδα, δύσκολα μπορεί να υπάρξει θεσμική αντίδραση.
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που παραμένει στην ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας, δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης.
Ως διέξοδο, προτείνει την αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε να διασφαλιστεί πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η συνέντευξη

Ερώτηση
Πόσο σημαντική είναι για τη δημόσια ζωή η έννοια του «νοήματος» στην πολιτική; Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος πολιτικός λόγος έχει απομακρυνθεί από την ουσία των εννοιών που χρησιμοποιεί; Και, από τη δική σας εμπειρία, η σημερινή κρίση που βιώνει η ελληνική δημοκρατία είναι κυρίως κρίση θεσμών ή κρίση πολιτικού λόγου και πολιτικής κουλτούρας;
Κώστας Τζαβάρας
Δεν υπάρχει ανθρώπινη ζωή χωρίς νόημα. Το νόημα είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο. Η ζωή από βιολογικό φαινόμενο προσλαμβάνει τη σημασία του βίου όταν λειτουργεί με νόημα.
Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην κοινωνική και πολιτική ζωή φαίνεται ότι υπάρχει σημαντικό κενό νοήματος: κενό νοήματος στην Πολιτική, έλλειμα νοήματος στις κοινωνικές σχέσεις. Η εικόνα προηγείται της ουσίας και το αντίγραφο αξίζει περισσότερο από το πρωτότυπο… Ζούμε, λοιπόν, σε μια διαρκή κρίση νοήματος.
Το κενό αυτό στερεί από την κοινωνία τη δυνατότητα να προβάλλει ώριμα αιτήματα απέναντι στους θεσμούς, απέναντι σε όσους παράγουν πολιτικό λόγο και, κατ’ επέκταση, να συμμετέχει στη διαμόρφωση μιας δημιουργικής πολιτικής κουλτούρας.
Το χειρότερο, όμως, που συμβαίνει σήμερα είναι ότι τα τελευταία χρόνια, έχει επικρατήσει στο δημόσιο βίο ένα μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας που έχει εκτοπίσει από τη συμβολική τάξη των πραγμάτων τις αξίες και της αρχές της ουσιαστικής Πολιτικής. Γι’ αυτό και το πολιτικό προσωπικό μοιάζει τόσο ομοιόμορφο και προβλέψιμο, σαν ένα καθαρά εργαστηριακό (in vitro) προϊόν.
Επομένως προκύπτει η αναγκαιότητα μιας συμβολικής και νοηματικής αναγόμωσης των Δημοκρατικών-αντιπροσωπευτικών θεσμών.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια τάση συρρίκνωσης, παρακμής και ερήμωσης, την οποία δεν προκαλεί μόνο η υποβάθμιση των κρατικών θεσμών, αλλά, δυστυχώς, σε αυτή συμβάλλει και η απάθεια της ίδιας της κοινωνίας.
Απαιτείται, λοιπόν, η ανάδειξη ενός νέου συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, το οποίο θα αναλάβει την πρωτοβουλία να αναδείξει και να προβάλλει ως νέες πολιτικές αλήθειες τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιοκρατία στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας αναστήλωσης του κύρους των δημοκρατικών θεσμών.
,Γύρω από τις αξίες αυτές να δημιουργηθεί ένα νέο ελκυστικό πολιτικό πρόταγμα, ικανό να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει και να δεσμεύσει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας που σήμερα έχουν αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική δράση λόγω της απογοήτευσης και της ματαιότητας που αισθάνονται.
Στόχος αυτού του διαβήματος θα είναι η αλλαγή του κατεστημένου συσχετισμού δυνάμεων, ο οποίος έχει επιβάλει ένα καθεστώς «βιοπολιτικής» (κατά Φουκώ), που φτάνει μέχρι του σημείου να συγκροτεί ιδεολογικά και πολιτικά την καθημερινή πραγματικότητα του πολίτη αποδίδοντας το νόημα στην εμπειρία.
Πρόκειται για μια πολιτική τεχνολογία άσκησης της εξουσίας «σώμα με σώμα», που καταλήγει να επηρεάζει το φρόνημα του μέσου πολίτη και, με τη βοήθεια «προθύμων» δημοσιογράφων, δημοσκόπων και διανοουμένων, να τον “πληροφορεί” μέσω της τηλεόρασης και των κοινωνικών δικτύων για το νόημα της καθημερινής ζωής του. Φτάνει δε μέχρι του σημείου να του επιβάλλει αυθαίρετα το νόημα του ποιος είναι ένοχος και ποιος αθώος, τι είναι αλήθεια και τι όχι, ποιός είναι ο λαικιστής και ποιός όχι, ακόμη και να επανανοηματοδοτεί θεμελιώδεις έννοιες όπως το έθνος, ο πατριωτισμός και η πρόοδος.
Έτσι νοθεύεται το περιεχόμενο της ζωής μας — κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής και οικονομικής — με αποτέλεσμα μια μειοψηφία να επιβάλλει τη θέλησή της στην εξέλιξη των πραγμάτων.
Αυτό ισοδυναμεί με την εξουδετέρωση κάθε πολιτικής και κοινωνικής δυναμικής.
Ερώτηση
Έχετε εκφράσει κατά καιρούς προβληματισμό για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Ποιες θεωρείτε τις βασικές θεσμικές αδυναμίες του συστήματος σήμερα; Και πώς θα τις συνδέαμε με τις τρέχουσες εξελίξεις, δηλαδή την υπόθεση των Τεμπών και την ευρωπαϊκή έρευνα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που έπεται…
Κώστας Τζαβάρας
Αυτά τα δύο θέματα συγκροτούν, εν ταυτώ, δύο σκάνδαλα. Το μεν πρώτο είναι σκάνδαλο δικαστικό, το δεύτερο πολιτικοοικονομικό.
Ταυτόχρονα, όμως, αποτελούν και συμπτώματα μιας παρακμής που έχει φτάσει σε κορύφωση — θεσμικής, αξιακής και πολιτισμικής.
Το έγκλημα των Τεμπών — που είναι κρατικό έγκλημα — οφείλεται στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά, η δικαστική εξουσία παρέλειψε να προστατεύσει τον χώρο στον οποίο διαπράχθηκε ένα μεγάλο έγκλημα, όπως επιβάλλει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
Η αδυναμία του κράτους να αποκαλύψει την αλήθεια και να απονείμει δικαιοσύνη — σε μια υπόθεση με 57 νεκρούς και περίπου 100 τραυματίες — συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι, αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο τρένων, εμποδίστηκε η συλλογή του αποδεικτικού υλικού που είναι απαραίτητο για να υπάρξει δίκαιη δικαστική ετυμηγορία.
Αν αυτό είχε συμβεί, θα είχαν δοθεί απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητα — και πιθανόν δεν θα απαντηθούν ούτε στη κύρια δίκη.
Ερώτηση
Συγγνώμη που διακόπτω, αλλά για τη ροή της συζήτησης: μήπως έχετε να παρατηρήσετε κάτι επί της διαδικασίας, ως νομικός; Διότι από την έναρξη της δίκης παρουσιάστηκαν διάφορα «κωλύματα» διαχείρισης και τακτικισμών, αν είναι δόκιμος ο όρος στην περίπτωση…
Κώστας Τζαβάρας
Όταν γίνεται ένα έγκλημα, η προανάκριση έχει στόχο να συλλέξει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στον τόπο του συμβάντος και διασφαλίζουν την αποκάλυψη της αλήθειας. Ως γνωστόν, η αλήθεια μένει πάντα στον τόπο του εγκλήματος.
Τα στοιχεία αυτά αποτελούν το αποδεικτικό υλικό: ό,τι μπορεί να δημιουργήσει πεποίθηση για τις συνθήκες του συμβάντος και να οδηγήσει στην απόδοση ευθυνών.
Εδώ όμως συνέβη το πρωτοφανές: όσοι είχαν την υπηρεσιακή υποχρέωση να συλλέξουν αυτό το υλικό όχι μόνο παρέλειψαν να το κάνουν, αλλά επέτρεψαν σε “αλλότρια στοιχεία” να παρέμβουν στον χώρο.
Έγινε τεχνητή αλλοίωση του τοπίου: μπαζώματα, μεταφορά χωματουργικού υλικού αναμεμειγμένου ακόμη και με ανθρώπινα υπολείμματα, με σκοπό τη συσκότιση της αλήθειας και την παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης.
Τραγικές εικόνες μιας βαρβαρότητας που προσβάλλει κάθε νόημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας: να φορτώνονται διαμελισμένα σώματα μαζί με μπάζα σε φορτηγά που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία, υπό τα απαθή όμματα κρατικών λειτουργών.
Αυτό είναι τεράστιο ζήτημα.
Ερώτηση
Επιμένω… Θεωρείτε ότι η αρχική αυτή παράλειψη αντικατοπτρίζεται σήμερα στα διαδικαστικά προβλήματα της δίκης;
Κώστας Τζαβάρας
Φυσικά. Όλα όσα συμβαίνουν σήμερα αποτελούν πρωτοφανείς παραβιάσεις θεμελιωδών δικονομικών κανόνων και οφείλονται στην προσπάθεια συγκάλυψης της αρχικής παράλειψης.
Προσπαθούν να επουλώσουν ένα τραύμα που παραμένει ανοικτό και υπονομεύει κάθε προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης.
Προσωπικά πιστεύω ότι δεν πρόκειται να υπάρξει δίκαιη δίκη, γιατί η αρχική παράλειψη είναι τερατώδης και δεν έχει ερευνηθεί ούτε επισημανθεί από τον Άρειο Πάγο, όπως θα έπρεπε, ακόμη και στα αλλεπάλληλα δελτία Τύπου με τα οποία πολιορκεί τελευταία την κοινή γνώμη.
Πρόκειται για παράλειψη άσκησης νομίμων αρμοδιοτήτων για την αποκάλυψη της πραγματικής αλήθειας, η οποία αποτελεί το αναμφισβήτητο θεμέλιο κάθε δίκαιης απόφασης.
Ζούμε κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί σε τόσο εμφανές επίπεδο, τουλάχιστον:
το Κοινοβούλιο έχει υποβαθμιστεί,
η δικαστική εξουσία δείχνει σαφή σημάδια επηρεασμού.
ερώτηση
Για το πρωτοφανές αυτό φαινόμενο που σωστά επισημένετε, δεν θα έπρεπε να υπάρχει σαφής θέση των εκπροσώπων του νομικού κόσμου της χώρας; Δικαστών, καθηγητών Δικαίου, δικηγορικών συλλόγων κλπ;
Κώστας Τζαβάρας
Παρ΄όλο που το φαινομένο αυτό εμφανίζει τους δικαιοκρατικούς θεσμούς της χώρας σε κατάσταση παραλυτικής κρίσης, δεν έχει υπάρξει καμιά διορθωτική ή ανορθωτική παρέμβαση μέχρι σήμερα, τόσο εκ μέρους δικαστικών θεσμών όσο και από πλευράς δικηγορικών συλλόγων.
Ως γνωστόν, σταθερή παράδοση του δικαστικού σώματος υπήρξε ανέκαθεν ότι:
«ο δικαστής ομιλεί μόνο με την απόφασή του»
και όχι με δελτία Τύπου.
Όμως, πρόσφατα, μέσα από δελτία Τύπου των δικαστικών ενώσεων, αντί να δοθούν πειστικές απαντήσεις στις προαναφερόμενες δικαστικές παραλήψεις, επιχειρήθηκε μια απροσδόκητη και πρωτοφανής για τα ελληνικά δικαστικά ήθη καταφορά εναντίον του ρόλου του συνηγόρου και καταβλήθηκε προσπάθεια υπαγωγής του συνηγόρου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, στην πειθαρχική εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου
Εκεί δηλαδή που πρέπει να κυριαρχεί η παρρησία και η ελευθερία του φρονήματος, κάποιοι θέλουν να επιβάλουν τη δουλική υπακοή. Όποιος όμως περιορίζει τα δικαιώματα του συνηγόρου κατά τη διεξαγωγή της δίκης (ελευθερία λόγου και παρρησία), περιορίζει τη Δικαιοσύνη, περιορίζει την ίδια τη Δημοκρατία.
Μάλιστα, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η επίθεση αυτή κατά του θεσμού του συνηγόρου, εκδηλώθηκε με αφορμή τη παροχή υποστήριξης σε μία Πρωτοδίκη που εδήλωσε αποχή από τα δικαστικά της καθήκοντα για λόγο που δεν περιλαμβάνεται στους προβλεπόμενους από το Νόμο λόγους εξαίρεσης.(Έριδα μεταξύ Δικαστή και Συνηγόρου)
Δυστυχώς, για το σπουδαίο αυτό ζήτημα, δεν έχουμε ακούσει τη θέση των εκπροσώπων του δικηγορικού κόσμου, ο οποίος μέχρι σήμερα τηρεί μια αιδήμονα σιωπή. Δεν θέλω να πιστέψω ότι ανταλλάσσουν τον απειλούμενο θεσμικό “ευνουχισμό” του λειτουργήματος με τα αργύρια της διαφαινόμενης “υπαλληλοποίησης” του δικηγορικού σώματος.
Εδώ, όμως, αξίζει να ενθυμούμεθα ότι η επινόηση του θεσμού του συνηγόρου αποτελεί ελληνική πολιτισμική και πολιτική πρωτοτυπία. Η θέσμιση του συνηγόρου αποτέλεσε απαίτηση της Δημοκρατίας όταν τον 6ο π.Χ αιώνα στη Μεγάλη Ελλάδα, και δή στις Συρακούσσες, κατέρρευσαν τα τυραννικά καθεστώτα του Γιέλωνα και του Ιέρωνα.
Μέχρι τότε., η δίκη ήταν μια διαδικασία όπου ο ηγεμόνας αποφάσιζε τι είναι δίκαιο και τι άδικο.
Για πρώτη φορά, οφείλεται στην ελληνική σκέψη και φαντασία η κατάκτηση με την οποία η απονομή του Δικαίου προσλαμβάνει χαρακτήρα αντιπαράθεσης — αγώνα.
Ως γνωστόν, εκείνη την περίοδο, για πρώτη φορά δημιουργήθηκε η ανάγκη της διεκδίκησης των περιουσιών που είχαν καταπατηθεί από τους τυράννους.
Τότε λοιπόν παρεμβαίνει στη διαδικασία της Δίκης ένας νέος ένας δικαστικός παράγοντας που εκ των υστέρων ονομάστηκε συνήγορος.
Δηλαδή, στη σχέση του ηγεμόνα με το λαό αναφορικά με την απονομή του Διακαίου, παρεμβαίνει ο συνήγορος και μετατρέπει αυτή την κρατική υπόθεση, που αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο του Ηγεμόνα σε Αγώνα.
Είναι γνωστή η ιστορία του Κόρακα και του Τεισία ως προδρόμων της συνηγορίας. Αργότερα οι ρήτορες — όπως ο Λυσίας — όταν μιλούν για «αγώνα», εννοούν όχι μόνο τον πολιτικό αλλά και τον δικαστικό αγώνα.
Άρα, στην Ελλάδα οφείλεται η ιστορική πρωτοτυπία της επινόησης:
του δικαστικού αγώνα στην απονομή του Δικαίου,
όπως αντίστοιχα και του πολιτικού αγώνα για την επικράτηση του ορθού λόγου μέσα από τη συζήτηση στην Εκκλησία του Δήμου.
Υπάρχει όμως και η συμβολική μήτρα του φαινομένου της δίκης ως Αγώνα.
Αυτή καταγράφεται για πρώτη φορά σε ελληνικό κείμενο — στις Ευμενίδες του Αισχύλου.

στη θεσμική Δίκη.
Πηγή: via-hygeia
Εκεί ιδρύεται δικαστήριο από ορκωτούς πολίτες για να δικάζει εγκλήματα φόνου.
Και σε αυτό:
Πρόεδρος ορίζεται η Αθηνά — δηλαδή η σοφία ως σύνεση
Και Συνήγορος υπεράσπισης ο Απόλλωνας — δηλαδή η Σοφία ως Φως.
Το φως που φωτίζει τη σκέψη και οδηγεί τη λογική προς τη δικαιοσύνη.
Ερώτηση
Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να παραμείνουμε στο θεσμικό σκέλος, που αφορά στη Δικαιοσύνη, και τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της. Περιγράψτε μας το πλαίσιο μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης που θα ενίσχυε πραγματικά την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης;
Κώστας Τζαβάρας
Θα πρέπει να υπάρξει περιορισμός του εξαιρετικά ευρέος περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που αφήνει σήμερα το Σύνταγμα στην κυβέρνηση να επιλέγει όποιον θέλει για την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, χωρίς κανένα ουσιαστικό κριτήριο ποιότητας και αξιοκρατίας.
Αυτός ο περιορισμός πρέπει να γίνει θεσμικά.
Είναι, βέβαια, δύσκολο, γιατί οι θεσμοί βρίσκονται σε κρίση.
Η ηγεσία της Δικαιοσύνης διορίζεται χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια.
Αυτό δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης, καθόσον το να απονέμεται ένα ανώτατο αξίωμα σε κάποιον που διαθέτει λιγότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα από άλλους ομοιόβαθμους του (θέσεις στην επετηρίδα, προϋπηρεσία σε άλλες παρεμφερείς θέσεις, επιστημονικό προφίλ, τυπικά προσόντα κ.λπ.) είναι σαν να του χαρίζει κάτι που δεν το δικαιούται.
Όπως λέει ο Μαρσέλ Μως, το «δώρο» δημιουργεί την υποχρέωση της ανταπόδοσης. Συνεπώς, δύσκολα θα μπορέσει να αρνηθεί μια εξυπηρέτηση ο παρ’ αξίαν τιμηθείς σε εκείνον που του προσέφερε το «δώρο».
Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει και επιτυχείς επιλογές. Αυτές όμως δεν προέκυψαν από μια ρυθμισμένη διαδικασία που να κατοχυρώνει τη διαφάνεια, την αμεροληψία και την αξιοκρατία. Απαιτείται, λοιπόν, μια γενναία μεταρρύθμιση που θα προβλέπει τη συμμετοχή στην επιλογή των προσώπων για τα συγκεκριμένα αξιώματα μιας σειράς φορέων, ήτοι δικαστικών ενώσεων, δικηγορικών συλλόγων και άλλων συναφών θεσμών.
Αυτό σημαίνει αξιοκρατία: να υπάρχει πλουραλισμός προτάσεων, διαφάνεια διαδικασίας που θα εγγυάται την πρόσβαση στα αξιώματα αυτά υποψηφίων κατά τον λόγο της προσωπικής αξίας και της ατομικής ικανότητας εκάστου.
Σε αυτή τη μεταρρύθμιση πρέπει να συνυπάρξουν και να ικανοποιηθούν δύο ανάγκες.
Από τη μια, η ανάγκη να καταλαμβάνουν αυτές τις θέσεις οι πλέον άξιοι.
Και από την άλλη, η ανάγκη που απορρέει από το άρθρο 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε εξουσία πρέπει να πηγάζει από τον λαό, να υπάρχει υπέρ αυτού και να ασκείται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Από τις τρεις πολιτειακές λειτουργίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική, η μόνη που δεν πηγάζει από τον λαό είναι η δικαστική.
Με αυτή την έννοια, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο, που διαθέτει τη λαϊκή νομιμοποίηση μέσω της ψήφου εμπιστοσύνης της Βουλής, λειτουργεί ως ένα είδος μετάγγισης δημοκρατικής νομιμοποίησης στη δικαστική εξουσία.
Όμως ο αυθαίρετος — και σε κάποιες περιπτώσεις καταχρηστικός — τρόπος με τον οποίο ασκείται αυτή η μετάγγιση από το Υπουργικό Συμβούλιο, έχει δημιουργήσει πολύ μεγάλες πληγές και σοβαρά ελλείμματα στη δικαιοκρατική και συνταγματική λειτουργία του πολιτεύματος.
Επιπλέον, πρέπει επιτέλους να παύσει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να αποτελείται αμιγώς και μόνο από δικαστές.
Θα πρέπει, όπως γίνεται σε πολλά δημοκρατικά κράτη της Δύσης, να συμμετέχουν σε αυτό ως μέλη εκπρόσωποι και άλλων φορέων — δικηγόροι, καθηγητές πανεπιστημίου, εκπρόσωποι της ΚΕΔ και γενικότερα λειτουργοί που είτε έχουν ουσιαστική σχέση με τη δικαστική λειτουργία είτε εκπροσωπούν μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες.
Μόνο έτσι θα σπάσουν τα συντεχνιακά στεγανά μέσα σε αυτόν τον πρωταρχικής σημασίας θεσμό για το κράτος Δικαίου και για το δημοκρατικό πολίτευμα γενικότερα.
Ερώτηση
Μου δώσατε μια καλή αφορμή για να περάσουμε στο μεγάλο – κατά την άποψή μου -θεσμικό θέμα των υποκλοπών. Το ζήτημα των παρακολουθήσεων άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της κρατικής εξουσίας και των θεσμικών εγγυήσεων έναντι των ατομικών δικαιωμάτων και της λειτουργίας του ελληνικού κράτους.
Αν σκεφτούμε ότι πριν από περίπου 40 χρόνια, στην υπόθεση του Watergate, μια ολόκληρη κυβέρνηση μιας υπερδύναμης ήρθε σε σύγκρουση με τη δημοσιογραφία και τελικά ηττήθηκε από τη δημοσιογραφία, θα μπορούσε να συμβεί κάτι αντίστοιχο σήμερα στην Ελλάδα;
Κώστας Τζαβάρας
Δυστυχώς είναι δύσκολο κάτι τέτοιο να συμβεί στη χώρα μας, όσο υπάρχουν και λειτουργούν προβληματικά κενά στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία. Όμως, δεν είναι και ακατόρθωτο, γιατί προσωπικά πιστεύω ότι «υπάρχουν δικαστές εν Αθήναις».
Ως γνωστόν, η Δικαιοσύνη δεν είναι γραμμένη ούτε προβλέπεται από κανένα Νόμο. Είναι το χάρισμα που εκπορεύεται από την ενεργό και γόνιμη συνείδηση του έντιμου, του ανεξάρτητου και του αμερόληπτου Δικαστή. Είναι το Δώρο που προσφέρει ο ανεξάρτητος Δικαστής στην κοινωνία χωρίς να αναμένει καμιά ανταπόδοση απ’ αυτήν.
Όπως προαναφέραμε, όταν μιλάμε για ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, εννοούμε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί από την κατώτερη μέχρι την ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας πρέπει να είναι:
ανεξάρτητοι,
αμερόληπτοι,
ψύχραιμοι,
αντικειμενικοί,
έντιμοι
και απρόθυμοι για οποιαδήποτε εξυπηρέτηση προς τους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτό είναι το επαγγελματικό-συμβολικό κεφάλαιο που πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ισομερώς κατανεμημένο σε όλους τους λειτουργούς της Θέμιδας.
Όταν όμως κατ’ εξαίρεση συμβαίνει η δικαστική εξουσία να επηρεάζεται από εξωθεσμικούς παράγοντες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της — ή όταν δεν είναι κατανεμημένα τα πιο πάνω ουσιαστικά προσόντα του ανεξάρτητου φρονήματος εξίσου μεταξύ των δικαστών — τότε βρισκόμαστε μπροστά σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις του δικαιοδοτικού έργου: για την ίδια υπόθεση δηλαδή, μπορεί να έχουμε αντιφατικές αποφάσεις διαφορετικών δικαστικών σχηματισμών χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται επαρκώς από το περιεχόμενο της δικογραφίας.
Τότε είναι βέβαιο ότι η δικαστική εξουσία δεν λειτουργεί όπως προβλέπει το Σύνταγμα.
Αυτή η κατάσταση κρίσης αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην υπόθεση των υποκλοπών.
Η υπόθεση ξεκίνησε με βάση την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, ήτοι από τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που είναι ο μόνος αρμόδιος κρατικός λειτουργός για την άσκηση ποινικής δίωξης, πλην όμως με τη δικαιολογία της «πληρέστερης έρευνας» παρενέβη η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και αφαίρεσε την υπόθεση από αυτόν όχι για να ασκήσει ποινική δίωξη αλλά για να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση.
Με αποτέλεσμα ένα μέρος της υπόθεσης να αρχειοθετηθεί και ένα άλλο να φτάσει στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο.
Εκεί έγινε η ανατροπή, διότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν υιοθέτησε τις παραδοχές του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν περιορίστηκε στην τυπική εκδίκαση της υπόθεσης.
Αντίθετα, ανέδειξε, μέσα από μια πληρέστατη αποδεικτική διαδικασία — σε έκταση περίπου 2.000 σελίδων — στοιχεία και γεγονότα που, όπως φαίνεται, δεν είχαν αξιολογηθεί δεόντως από την προηγούμενη έρευνα.
Και ζήτησε την επανεξέταση όσων είχαν τεθεί στο αρχείο.
Όλα αυτά δημιουργούν δικαιολογημένα ερωτηματικά που χρίζουν πειστικών απαντήσεων.
Τέτοιες διακυμάνσεις κρίσης στη λειτουργία των δικαιοκρατικών θεσμών, μάς φέρνουν αντιμέτωπους με το πρόβλημα της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ της απλής εφαρμογής του νόμου και της απονομής της Δικαιοσύνης. Όπως υποστηρίζει ο Ζακ Ντεριντά στο έργο του «Η Βία του Νόμου», η απονομή της Δικαιοσύνης υπερβαίνει την απλή εφαρμογή του Νόμου. Έτσι, είναι δυνατόν κάποιος δικαστής να εφαρμόζει το νόμο τυπικά και στενά αλλά να μην καταλήγει στην απονομή της Δικαιοσύνης…
Ως γνωστόν, η Δικαιοσύνη δεν είναι γραμμένη ούτε προβλέπεται από κανένα Νόμο. Είναι το χάρισμα που εκπορεύεται από την ενεργό και γόνιμη συνείδηση του έντιμου, του ανεξάρτητου και του αμερόληπτου Δικαστή. Είναι το Δώρο που προσφέρει ο αληθινός Δικαστής στην κοινωνία χωρίς να αναμένει καμιά ανταπόδοση απ’ αυτήν.
Κάπως έτσι πρέπει να λειτούργησαν ο εισαγγελέας και ο Δικαστής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την αξιομνημόνευτη απόφαση για τις υποκλοπές. Δεν τους εμπόδισε η προηγούμενη αρχειοθέτηση του ανώτατου εισαγγελέα ούτε και οι αιτιολογίες που τη συνόδευαν, γιατί δεν ήθελαν να εφαρμόσουν ξερά και τυπικά το νόμο, ήθελαν να φτάσουν μέχρι την απονομή της Δικαιοσύνης – και το πέτυχαν.
Ερώτηση
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πούμε και δυο λόγια για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ποια είναι η άποψή σας και πώς βλέπετε συνολικά το ζήτημα που οδήγησε στην παρέμβαση της Ευρωπαίας Εισαγγελέως;
Κώστας Τζαβάρας
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι αναμφισβήτητα ένα σκάνδαλο που αποτελεί ένα ακόμη βαθύ σύμπτωμα παρακμής.
Ωστόσο, ήδη από τη σύσταση της ΕΟΚ, ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίστηκε ως χώρος προς συρρίκνωση.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική έδωσε επιδοτήσεις, ώστε να αποσυνδεθεί η παραγωγή από την απασχόληση.
Το κράτος μετατράπηκε σε διανομέα επιδοτήσεων και οι πόροι από τις Βρυξέλλες αντιμετωπίστηκαν ως «δώρο» που η εκάστοτε κυβέρνηση μοίραζε με πελατειακούς όρους.
Από το 1981 μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Το καινούργιο που φέρνει το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ στην εποποιία της κατασπατάλησης κοινοτικών πόρων για αλλότριους σκοπούς, είναι ότι πλέον συμμετέχει σε αυτό και η κοινωνία. Κάποιες ομάδες επιτηδείων με την ανοχή, αν μη και την ενθάρρυνση, των υπεύθυνων της διανομής των πόρων, παρίσταναν τους δικαιούχους και ελάμβαναν επιδοτήσεις εκατομμυρίων χωρίς να τις δικαιούνται. Για τις απάτες αυτές, που σε κάποιες περιπτώσεις συρρέουν με θηριώδεις απιστίες εις βάρος του ευρωπαικού χρήματος, δεν φαίνεται να κινούνται με την επιβαλλόμενη ταχύτητα που απαιτείται για να φτάσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην ανάκτηση του πλουτισμού που παράνομα ενθυλάκωσαν οι απατεώνες.
Ερώτηση
Μήπως, όμως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ συνδέεται και με άλλες δικογραφίες που βρίσκονται καθ’ οδόν; Υπάρχει έντονη φημολογία και εωτηματικά για το πώς συμβαίνει να έχουμε δισεκατομμύρια δαπανών με αναθέσεις, χωρίς καμία διαγωνιστική διαδικασία, σε συγκεκριμένες εταιρείες, ή πώς συμβαίνει να υπάρχουν δισεκατομμύρια δαπανών στο πλαίσιο διαγωνισμών με έναν μόνο υποψήφιο ανάδοχο?
Κώστας Τζαβάρας
Πιστεύω ότι, ναι, μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ θα δούμε να έρχονται και άλλες ιστορίες, τις οποίες η εγχώρια δικαστική εξουσία μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει ερευνήσει. Είμαστε
Χρειάζεται, επίσης, να τονίσουμε εδώ ότι καλλιεργούνται διάφορες πλάνες σχετικά με την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Μεταξύ των άλλων, αποσιωπάται το γεγονός ότι όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε από μια ανώνυμη καταγγελία που έγινε από αγανακτισμένους αγρότες, οι οποίοι, αφού ανεπιτυχώς εξάντλησαν όλα τα μέσα που τους προσφέρονταν — είτε στα μέσα ενημέρωσης είτε στους διωκτικούς μηχανισμούς — απευθύνθηκαν τελικά στην Ευρωπαία Εισαγγελέα.
Από εκεί προέκυψαν οι επισυνδέσεις και, στη συνέχεια, οι διάλογοι, που αξιοποιήθηκαν αναλόγως για να καταλήξουν σε αιτήσεις για άρση ασυλίας βουλευτών.
Παρόλο το σεβασμό που τρέφω για το Θεσμό του Ευρωπαίου Εισαγγελέα είμαι υποχρεωμένος να εκφράσω μια επιφύλαξη για τη νομική ορθότητα των χειρισμών που έχουν γίνει σε κάποιες περιπτώσεις βουλευτών που παραπέμθηκαν στη Βουλή για παροχή άδειας δίωξης χωρίς να έχουν την ανάλογη διαδικαστική ωρίμανση. Πράγματι, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 62 του Συντάγματος και του άρθρου 56 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι τότε μόνο πρέπει να ζητείται από τη Βουλή η άδεια ποινικής δίωξης εναντίον κάποιου βουλευτή, όταν η προδικαστική έρευνα της υπόθεσης από την αρμόδια εισαγγελία έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο βεβαιότητας για τη συνδρομή των προυποθέσεων προς άσκηση ποινικής δίωξης, ώστε να μην απαιτείται πλέον για τη δίωξη αυτή παρά η έκδοση της οικείας εισαγγελικής πράξης. Είναι αδιανόητο, λοιπόν, μεταξύ των περιπτώσεων που έφτασαν πρόσφατα στη Βουλή να περιλαμβάνονται υποθέσεις στις οποίες δεν στοιχειοθετείται ούτε καν αρχή εκτελέσεως του αναφερόμενου ποινικού αδικήματος.
Άρα, σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, είναι πιθανό τελικά να μη φτάσουμε καν σε άσκηση ποινικής δίωξης.
Ηλεία: Όταν η Ιστορία δεν αρκεί

Ερώτηση
Κλείνοντας αυτή την ουσιαστική συζήτηση, νομίζω είναι η στιγμή να αναφερθούμε και «στα του οίκου μας».
Κατά τη διάρκεια της πολιτικής σας διαδρομής σταθήκατε ιδιαίτερα στα ζητήματα της Ηλείας και της περιφέρειας. Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ηλεία και πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της παιδείας και της πανεπιστημιακής παρουσίας στην αναπτυξιακή προοπτική μιας περιοχής;
Κώστας Τζαβάρας
Η έρημος συνεχώς επεκτείνεται στην ελληνική περιφέρεια.
Αυτό είναι το σχήμα που χρησιμοποιώ.
Γιατί καμία από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τα προβλήματα και τα ελλείμματα πολιτισμικής ανάπτυξης της επαρχίας.
Και αυτό, μαζί με τα ελλείμματα της οικονομικής ανάπτυξης, οδήγησε στη συρρίκνωση της περιφέρειας σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα να βρίσκεται προ του φάσματος της ερήμωσης.
Σε αυτό, βέβαια, συντείνει και η κλιματική κρίση, σε κάποιοβαθμό.
Ειδικά για την περιφέρεια της Ηλείας, λοιπόν, θα έπρεπε είτε μέσα από ένα συνολικό διάβημα της τοπικής κοινωνίας, δηλαδή μέσω της αυτοδιοίκησης, των δημάρχων και της περιφέρειας, είτε μέσα από πρωτοβουλία της κεντρικής κυβέρνησης, να είχε εκπονηθεί ένα ειδικό σχέδιο αειφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης, με κέντρο τη διαχείριση αυτού του θηριώδους πολιτισμικού αποθέματος που λέγεται Αρχαία Ολυμπία.
Με δύο λόγια: είχα εισηγηθεί ως βουλευτής στον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, όταν είχε επισκεφθεί την Αρχαία Ολυμπία, αλλά και σε άλλους πολιτικούς ηγέτες και ιδιωτικούς παράγοντες, ότι χρειάζεται η Αρχαία Ολυμπία να ενταχθεί σε μια καινούργια παγκόσμια αντίληψη που έχει διαμορφωθεί από το 2004-2005 και μετά.
Μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την πολιτισμική κληρονομιά ως στρατηγικό πόρο οικονομικής ανάπτυξης.
Αυτή η αντίληψη ανοίγει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Αρχαία Ολυμπία ως ένας πόρος, ως ένα κεφάλαιο που αποτελείται από ένα σύνολο άυλων παραστάσεων, εμβλημάτων, πρακτικών, αξιών, ανταλλαγών και συμβολισμών που σχετίζονται με τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, την εκεχειρία, την ειρήνη και τόσα άλλα.
Σε πρακτικό επίπεδο, θα μπορούσαμε, μέσα από μια προκήρυξη που θα προσέλκυε το παγκόσμιο ενδιαφέρον — οικονομικών και αθλητικών παραγόντων — να κατασκευαστεί ένα στάδιο ολυμπιακών προδιαγραφών σε ακίνητο 200 στρεμμάτων που διαθέτει ο Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας.
Με σκοπό να λειτουργήσει ως κέντρο συνάντησης αθλητών από όλο τον κόσμο, ώστε να συναγωνίζονται με ένα άλλο πνεύμα.
Όχι το πνεύμα των εμπορευματοποιημένων Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά το πρωτογενές ολυμπιακό πνεύμα, αυτό που συνδεόταν με τα αρχαία αγωνίσματα και μια διαφορετική σύλληψη της έννοιας του Αγώνα. Του Αγώνα που αποτελεί την πεμπτουσία όλων των ευγενών δραστηριοτήτων άμιλλας που επινοήθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά την κλασική ελληνική αρχαιότητα.
Από ένα τέτοιο διάβημα θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα πραγματικό big bang, οικονομικό και πολιτισμικό, που θα άνοιγε έναν καινούργιο αναπτυξιακό δρόμο όχι μόνο για την Ηλεία, αλλά για ολόκληρη την Πελοπόννησο και, ενδεχομένως, για όλη την Ελλάδα.
Αυτά τα είχα φέρει μέχρι ένα ορισμένο σημείο υλοποίησης.
Είχε αναλάβει, μάλιστα, και μια εταιρεία να εκπονήσει τη σχετική μελέτη χωρίς αμοιβή.
Δυστυχώς, κανένας πλέον δεν ενδιαφέρεται.
Κι όμως, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αλλάξει τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα όλης της περιοχής.
Όταν εγώ βγήκα και κατήγγειλα την αδιαφορία του κεντρικού κράτους απέναντι στα αναπτυξιακά χαρίσματα της Ηλείας και δήλωσα ότι, εξαιτίας αυτής της αδιαφορίας, είμαι αναγκασμένος να μην ξαναβάλω υποψηφιότητα, πίστευα ότι θα υπάρξει ένα κίνημα διαμαρτυρίας από την κοινωνία, από τους δημάρχους, από όσους εκπροσωπούν τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών.
Σε πληροφορώ, λοιπόν, ότι απογοητεύτηκα και λυπήθηκα, γιατί είδα ότι, εκτός από εμένα και δύο-τρεις άλλους, που ίσως κάποιοι τους θεωρούσαν και γραφικούς, δεν αντέδρασε κανένας.
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ ούτε σε συναδέλφους βουλευτές ούτε σε δημάρχους ούτε σε προέδρους φορέων, συνδικαλιστικών ή πολιτιστικών.
Όλοι λοιπόν αντιμετώπισαν και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό και την απομόνωση της Ηλείας από το κεντρικό κράτος ως κάτι περίπου φυσικό.
ερώτηση
Θα προσθέσω και μία «δύσκολη» ερώτηση πάνω στο θέμα. Η Ηλεία, ως «αντικείμενο μελέτης», όπως έχει διατυπωθεί μια άποψη, αποτελεί σε έναν βαθμό και αποτέλεσμα όσων η ίδια η κοινωνία διεκδίκησε ή αποδέχθηκε από το 1974 και μετά. Ότι, δηλαδή, ο πληθυσμός ενδιαφέρθηκε περισσότερο για μια ασφαλή θέση στο Δημόσιο — όπου αναλογικά είμαστε από τους πιο «προνομιούχους» νομούς — και λιγότερο για μια πραγματική αναπτυξιακή διεκδίκηση.
Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω ευθέως: υπάρχει και συνευθύνη της τοπικής κοινωνίας; Και μήπως, τελικά, δεν είμαστε αρκετά εξωστρεφείς ώστε να ζητήσουμε και να διεκδικήσουμε αυτά που πραγματικά χρειάζεται ο τόπος;
Τζαβάρας
Εδώ πράγματι τίθεται ένα μεγάλο θέμα. Ναι, υπάρχει μια μοίρα συρρίκνωσης, παρακμής και ερήμωσης, την οποία δεν προκαλεί μόνο η αδιαφορία των κρατικών θεσμών, αλλά, δυστυχώς, σε αυτή συντελεί και η αδιαφορία της ίδιας της κοινωνίας.
Αυτή είναι και η απογοήτευση που με έχει οδηγήσει, σε έναν βαθμό, σε μια μεταπολιτική στάση.
Με γοητεύει ακόμη η πολιτική, με ενδιαφέρει, θέλω να λέω τη γνώμη μου, αλλά δεν με ενδιαφέρει πλέον να εκθέτω τον εαυτό μου στην περιπέτεια του να αγωνίζομαι και να ζητώ την ψήφο των συμπολιτών μου.
ερώτηση
Άρα λέτε ότι και η κοινωνία της Ηλείας είχε συμμετοχή στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης;
Κώστας Τζαβάρας
Η Ηλεία συμμετείχε με σημαντικούς υπουργούς σε όλες τις κυβερνήσεις, τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια.
Δεν θα πω ονόματα.
Όμως υπήρξαν ισχυροί υπουργοί από τον νομό, οι οποίοι θα μπορούσαν αυτά που εγώ σήμερα ή χθες έψαχνα για λογαριασμό της Ηλείας να τα έχουν ήδη υλοποιήσει. Προφανώς γιατί δεν τους τα είχε ζητήσει κανείς.
Θα μπορούσε στην Αρχαία Ολυμπία να υπάρχει πανεπιστήμιο και ειδικότερα μια αρχαιολογική σχολή που θα αξιοποιούσε την πείρα και τη γνώση που έχει συσσωρευθεί στην περιοχή ως γόνιμο επιστημονικό και πολιτισμικό απόθεμα από το 1875, που ξεκίνησαν οι ανασκαφές από τη Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή, συνεχώς μέχρι σήμερα.
Θα μπορούσε η ΣΕΤΤΗΛ, παραδείγματος χάριν, να έχει εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο πρότυπο στρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο ηλεκτρονικού ή ψηφιακού πολέμου.
Θα μπορούσε να υπάρχει σχολή αστυνομίας, σχολή ναυτικών δοκίμων στο Κατάκολο, κάτι.
Δεν έγινε τίποτα.
Το μόνο που ενδιέφερε πολλούς ήταν το πώς θα ικανοποιούνταν ατομικά, πελατειακού χαρακτήρα αιτήματα.
Και γι’ αυτό, πολύ σωστά, έχει ειπωθεί ότι εδώ είμαστε, σε μεγάλο βαθμό, μια κοινωνία συνταξιούχων.
Αυτό αποτυπώνεται και στον χαρακτήρα του Πύργου ως πρωτεύουσας του νομού.
Δεν είναι τυχαίο.
Ο Πύργος, που έχει μεγάλη ιστορία, με την αγωνιστική συμμετοχή των κατοίκων του «στο σταφιδικό ζήτημα», με την οικονομική ανάπτυξη του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, με τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα που αυτή η περίοδος άφησε πίσω της, δεν αξιοποίησε αυτή την ιστορική και πολιτισμική δυναμική όπως θα έπρεπε.
Το αρχαιολογικό μουσείο που λειτουργεί σήμερα στον Πύργο, για παράδειγμα, ήταν μία από τις προσπάθειες που έκανα και τελεσφόρησαν.

Αποτελούσε ένα σχέδιο που υλοποιήθηκε με την καθοριστική συμβολή επιστημόνων πολύ υψηλού επιπέδου, αρχαιολόγων και ειδικών, που εκπόνησαν τη σχετική μουσειολογική μελέτη.
Πρόκειται για μια πολύ σημαντική δουλειά, που απαντά και σε επιστημονικά ερωτήματα τα οποία απασχολούσαν για χρόνια τους ειδικούς.
Από τις ανασκαφές, πέριξ της Αρχαίας Ολυμπίας, άλλωστε, έχουν προκύψει πολύ σημαντικά ευρήματα.
Η επισκεψιμότητά του όμως είναι μηδαμινή και η ευθύνη για αυτό βαραίνει και τις διευθύνσεις της α΄ βάθμιας και β΄ βάθμιας εκπαίδευσης, που απ’ ό,τι φαίνεται δεν έχουν επιλέξει το Αρχαιολογικό Μουσείο για επισκέψεις των μαθητών του νομού.
Κοντολογίς, καταντήσαμε σήμερα στο σημείο να μην υπάρχει ενεργό, ουσιαστικό, τοπικό ενδιαφέρον για τη βελτίωση των συλλογικών όρων της κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής της Ηλείας, αλλά ζήτηση υπάρχει μόνο για την ικανοποίηση ατομικών αιτημάτων.
Στην Ηλεία, λοιπόν, και ειδικά στον Πύργο, που είναι η πρωτεύουσά της, επικρατούν όροι ζωής και κοινωνικής συμπεριφοράς που δεν έχουν σχέση ούτε με το φιλοπρόοδο πνεύμα που κάποτε χαρακτήριζε την περιοχή ούτε με τη ζωντάνια που επικρατούσε τις δεκαετίες του ’60 και του ’70.
Σήμερα επικρατεί μια ήρεμη απραξία που θα άγγιζε τα όρια της νεκροφάνειας αν δεν υπήρχαν οι αξιόλογες δραστηριότητες των θεατρικών ομάδων Πϋργου, του Λυκείου Ελληνίδων και άλλων πολιτιστικών ομάδων. Αυτό ίσως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο Πύργος είναι το διοικητικό κέντρο του νομού, έδρα κρατικών, δημοτικών και άλλων δημοσίων υπηρεσιών.
Έχει εκλείψει, πλέον, εκείνο το ντόπιο, πατριωτικό ήθος και έθος που χαρακτήριζε τον Πύργο παλαιότερα. Τότε που δικαιολογημένα ο Πύργιος ποιητής Τάκης Σινόπουλος έλεγε με υπερηφάνεια «είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο…».
Σημείωση σύνταξης
Κύριε Τζαβάρα, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει ουσιαστικότερο κλείσιμο από τον λόγο του Ποιητή για τον τόπο μας.
Σας ευχαριστούμε.







