Η εθνική υπερηφάνεια για τη στρατιωτική ισχύ, τα κέρδη των εμπόρων του πολέμου και τα κράτη που απαιτούν θυσίες
Την ώρα που στην Ελλάδα αρκετά μέσα ενημέρωσης και ένα μέρος της κοινής γνώμης πανηγύριζαν για την αναχαίτιση δύο πυραύλων των Χούθι από την ελληνική συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, στην Ουάσιγκτον εξελισσόταν μια εντελώς διαφορετική συζήτηση. Ύστερα από τρισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν σε πολέμους και εξοπλισμούς, η ισχυρότερη πολεμική μηχανή του κόσμου ανακάλυπτε ξανά τα όρια της ισχύος της.
Το Σάββατο, η ελληνική συστοιχία Patriot που είναι ανεπτυγμένη στη Σαουδική Αραβία αναχαίτισε δύο βαλλιστικούς πυραύλους οι οποίοι είχαν εκτοξευθεί από την Υεμένη με στόχο πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην περιοχή Γιανμπού. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, το σύστημα λειτουργεί από ελληνικό στρατιωτικό προσωπικό.
Η επιχειρησιακή επιτυχία είναι δεδομένη. Το πλήρωμα εκτέλεσε με επιτυχία την αποστολή για την οποία είχε αναπτυχθεί εκεί.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην αναχαίτιση. Βρίσκεται κυρίως στον ενθουσιασμό που ακολούθησε. Στην ταχύτητα με την οποία ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο μετατράπηκε σε εθνικό κατόρθωμα και σε ακόμη μία απόδειξη ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον έναν «υπολογίσιμο γεωπολιτικό παίκτη».
Για λίγες ώρες, δύο πύραυλοι που δεν έφτασαν ποτέ στον στόχο τους αρκούσαν για να αισθανθούμε συμμέτοχοι στη μεγάλη παγκόσμια σκακιέρα.
Μόνο που, σχεδόν την ίδια στιγμή, στις Ηνωμένες Πολιτείες εξελισσόταν μια πολύ λιγότερο ηρωική —και πολύ περισσότερο αποκαλυπτική— συζήτηση.
Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα έχει οικοδομήσει ένα σχεδόν αλάνθαστο οικονομικό μοντέλο.
Όταν υπάρχει ειρήνη, χρειάζονται περισσότερα όπλα για να αποτραπεί ο επόμενος πόλεμος.
Όταν ξεσπά πόλεμος, χρειάζονται ακόμη περισσότερα για να κερδηθεί.
Όταν τα αποθέματα μειώνονται, απαιτούνται νέα κονδύλια για να αναπληρωθούν.
Όταν ένα πρόγραμμα παρουσιάζει καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους ή τεχνικές αστοχίες, η χρηματοδότηση δεν σταματά. Αυξάνεται.
Όπως σε κάθε «έξυπνη» εργολαβία: πρώτα παίρνεις τη δουλειά και ύστερα εξηγείς στο κράτος γιατί χρειάζεσαι κι άλλα χρήματα για να ολοκληρώσεις αυτό για το οποίο έχεις ήδη πληρωθεί.
Η επιτυχία αποφέρει κέρδος.
Η αποτυχία αποφέρει μεγαλύτερο συμβόλαιο.
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία εισηγούνταν στον Ντόναλντ Τραμπ την αναστολή των επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. Ύστερα από σχεδόν δύο εβδομάδες αεροπορικών πληγμάτων, η εκστρατεία πλησίαζε τα όρια της αποτελεσματικότητάς της. Τα αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών πιέζονταν, οι αναχαιτιστές καταναλώνονταν και η ανάγκη διατήρησης εφεδρειών για ένα πιθανό νέο μέτωπο γινόταν πλέον κυρίαρχη παράμετρος του σχεδιασμού.
Η ειρωνεία ήταν σχεδόν απόλυτη.
Στην Ελλάδα πανηγυρίζαμε επειδή ένας Patriot έκανε αυτό ακριβώς για το οποίο κατασκευάστηκε. Στην Ουάσιγκτον, την ίδια ώρα, εκείνοι που διοικούν τη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή του πλανήτη μετρούσαν αναχαιτιστές, διαθέσιμα αποθέματα και πόσες ακόμη ημέρες πολέμου μπορούσαν να υποστηρίξουν.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένα ερώτημα που συνήθως θάβεται κάτω από σημαίες, τηλεοπτικά πάνελ και πανηγυρικές δηλώσεις:
Πού πάνε όλα αυτά τα τρισεκατομμύρια των εξοπλιστικών προγραμμάτων;
Ο αμερικανικός αμυντικός προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 2026 προσεγγίζει το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς στην ιστορία.
Και αυτό αφορά μόνο ένα έτος.
Οι αμερικανικοί πόλεμοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχουν κοστίσει περίπου οκτώ τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι συνολικές δαπάνες του Πενταγώνου από το 2001 ξεπερνούν τα δεκατέσσερα τρισεκατομμύρια. Ένα τεράστιο μέρος αυτών των χρημάτων κατέληξε σε ιδιωτικές αμυντικές εταιρείες και στρατιωτικούς εργολάβους.
Δεν λείπει, λοιπόν, το χρήμα.
Δεν υπήρξε περίοδος λιτότητας για το Πεντάγωνο. Δεν ζητήθηκε από τις εξοπλιστικές βιομηχανίες να κάνουν θυσίες. Δεν ειπώθηκε ποτέ στους μετόχους τους ότι, για το καλό της πατρίδας, τα κέρδη θα πρέπει να περιμένουν.
Κι όμως, σχεδόν κάθε φορά που ένας πόλεμος διαρκεί λίγο περισσότερο από όσο είχαν υπολογίσει οι επιτελείς, επανέρχεται η ίδια εικόνα.
Τα αποθέματα πιέζονται.
Οι πύραυλοι ακριβείας καταναλώνονται γρηγορότερα από όσο παράγονται.
Οι αναχαιτιστές κοστίζουν εκατομμύρια.
Οι γραμμές παραγωγής αδυνατούν να αυξήσουν γρήγορα τη δυναμικότητά τους.
Οι παραδόσεις προς συμμάχους μετατίθενται.
Τα στρατηγικά αποθέματα πρέπει να διατηρηθούν για την επόμενη κρίση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ξέμειναν από όπλα». Καμία σοβαρή στρατιωτική δύναμη δεν περιμένει να αδειάσουν οι αποθήκες της για να ανησυχήσει. Οι εφεδρείες υπάρχουν ακριβώς για να καλύπτουν το απρόβλεπτο.
Αλλά αυτό δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Το κάνει ακόμη πιο επιτακτικό.
Πώς γίνεται μια χώρα που δαπανά σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια τον χρόνο για την άμυνά της να μην μπορεί να αναπληρώνει με ταχύτητα τα κρίσιμα πυρομαχικά της;
Πώς γίνεται, ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα συνεχών πολέμων και αμέτρητων εξοπλιστικών προγραμμάτων, κάθε νέα κρίση να αποκαλύπτει τις ίδιες αδυναμίες;
Και κυρίως, γιατί η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια;
Δώστε περισσότερα χρήματα.
Ένα σύστημα που δεν αποτυγχάνει ποτέ
Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα έχει οικοδομήσει ένα σχεδόν αλάνθαστο οικονομικό μοντέλο.
Όταν υπάρχει ειρήνη, χρειάζονται περισσότερα όπλα για να αποτραπεί ο επόμενος πόλεμος.
Όταν ξεσπά πόλεμος, χρειάζονται ακόμη περισσότερα για να κερδηθεί.
Όταν τα αποθέματα μειώνονται, απαιτούνται νέα κονδύλια για να αναπληρωθούν.
Όταν ένα πρόγραμμα παρουσιάζει καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους ή τεχνικές αστοχίες, η χρηματοδότηση δεν σταματά. Αυξάνεται.
Όπως σε κάθε «έξυπνη» εργολαβία: πρώτα παίρνεις τη δουλειά και ύστερα εξηγείς στο κράτος γιατί χρειάζεσαι κι άλλα χρήματα για να ολοκληρώσεις αυτό για το οποίο έχεις ήδη πληρωθεί.
Η επιτυχία αποφέρει κέρδος.
Η αποτυχία αποφέρει μεγαλύτερο συμβόλαιο.
Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα έχει οικοδομήσει ένα σχεδόν αλάνθαστο οικονομικό μοντέλο.
Όταν υπάρχει ειρήνη, χρειάζονται περισσότερα όπλα για να αποτραπεί ο επόμενος πόλεμος.
Όταν ξεσπά πόλεμος, χρειάζονται ακόμη περισσότερα για να κερδηθεί.
Όταν τα αποθέματα μειώνονται, απαιτούνται νέα κονδύλια για να αναπληρωθούν.
Όταν ένα πρόγραμμα παρουσιάζει καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους ή τεχνικές αστοχίες, η χρηματοδότηση δεν σταματά. Αυξάνεται.
Όπως σε κάθε «έξυπνη» εργολαβία: πρώτα παίρνεις τη δουλειά και ύστερα εξηγείς στο κράτος γιατί χρειάζεσαι κι άλλα χρήματα για να ολοκληρώσεις αυτό για το οποίο έχεις ήδη πληρωθεί.
Η επιτυχία αποφέρει κέρδος.
Η αποτυχία αποφέρει μεγαλύτερο συμβόλαιο.
Η φτωχή χώρα που φαντάζεται τον εαυτό της αυτοκρατορία
Το φαινόμενο, όμως, δεν περιορίζεται στις υπερδυνάμεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει, τουλάχιστον, μια τεράστια αμυντική βιομηχανία, ένα παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων και πραγματική δυνατότητα προβολής ισχύος. Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν μικρότερες, οικονομικά και τεχνολογικά εξαρτημένες χώρες υιοθετούν τη ρητορική και τις φιλοδοξίες μιας αυτοκρατορίας χωρίς να διαθέτουν τα υλικά της θεμέλια.
Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Μια χώρα με περιορισμένη παραγωγική βάση, δημογραφική συρρίκνωση, εξάρτηση από εισαγόμενη τεχνολογία και σοβαρές ελλείψεις σε βασικές δημόσιες υποδομές εμφανίζεται διαρκώς πρόθυμη να δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ για οπλικά συστήματα που σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συντηρούνται κυρίως στο εξωτερικό.
Δεν παράγει ισχύ.
Την αγοράζει.
Και πολλές φορές δεν αγοράζει ούτε πραγματική στρατηγική αυτονομία. Αγοράζει πρόσβαση, πολιτική εύνοια, συμμαχικές εγγυήσεις και την ψευδαίσθηση ότι κάθε νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα τη μετακινεί λίγο πιο κοντά στο τραπέζι των μεγάλων δυνάμεων.
Κάθε παραγγελία βαφτίζεται «ιστορική αναβάθμιση».
Κάθε αποστολή στο εξωτερικό παρουσιάζεται ως απόδειξη του «διευρυμένου γεωπολιτικού αποτυπώματος».
Κάθε αμφισβήτηση του κόστους αντιμετωπίζεται σχεδόν ως εθνική μειοδοσία.
Έτσι, μια ελληνική συστοιχία Patriot που αναχαιτίζει δύο πυραύλους στη Σαουδική Αραβία παύει να είναι ένα επιτυχημένο επιχειρησιακό γεγονός και μετατρέπεται σε συμβολική επιβεβαίωση ενός ολόκληρου εθνικού αφηγήματος.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο κολακευτική.
Η Ελλάδα διαθέτει προσωπικό και στρατιωτικό υλικό σε μια ξένη χώρα, προστατεύοντας κρίσιμες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμμαχικής αρχιτεκτονικής, την οποία ούτε σχεδίασε ούτε ελέγχει.
Αυτό μπορεί να αποτελεί πολιτική επιλογή. Μπορεί να αποτελεί συμμαχική υποχρέωση. Μπορεί να αποτελεί στρατηγική επένδυση.
Δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του απόδειξη εθνικής ισχύος.
Ούτε απαντά στο ουσιαστικό ερώτημα αν η χώρα αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία ή αν μετατρέπεται σε ακόμη πιο χρήσιμο πελάτη και πρόθυμο εκτελεστή των σχεδιασμών ισχυρότερων συμμάχων.
Κάπου εδώ έρχεται η εύλογη ένσταση: «Δηλαδή τι προτείνεις; Να μην έχουμε στρατό και να αλωνίζουν οι εχθροί μας;»
Όχι.
Ένα σοβαρό κράτος οφείλει να διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ. Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται άμυνα. Το ερώτημα είναι ποια άμυνα, με ποια στρατηγική, με ποια εγχώρια παραγωγή, με ποιον έλεγχο και προς όφελος τίνος.
Γιατί άλλο η αναγκαία αποτροπή και άλλο η μετατροπή κάθε εξοπλιστικής δαπάνης σε ιερό και ανεξέλεγκτο πεδίο. Άλλο η άμυνα της χώρας και άλλο η μόνιμη χρηματοδότηση ενός συστήματος που απαιτεί διαρκώς περισσότερα, χωρίς να λογοδοτεί ποτέ επαρκώς για όσα ήδη πήρε.
Η υπερηφάνεια ως υποκατάστατο ευημερίας
Το φαινόμενο αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς στην ιστορία.
Κράτη με εύθραυστες οικονομίες, υποβαθμισμένα νοσοκομεία, προβληματική παιδεία και κοινωνίες που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές επίπεδο ζωής επενδύουν τεράστια ποσά σε όπλα, παρελάσεις και εθνικά θεάματα.
Όταν δεν μπορούν να προσφέρουν ευημερία, προσφέρουν μεγαλείο.
Όταν δεν μπορούν να εγγυηθούν αξιοπρεπή εργασία, υγεία και κοινωνική ασφάλεια, υπόσχονται γεωπολιτική ισχύ.
Όταν δεν μπορούν να εξηγήσουν πού πηγαίνουν τα χρήματα, δείχνουν έναν πύραυλο που καταρρίφθηκε και ζητούν από τους πολίτες να αισθανθούν περήφανοι.
Ο εθνικός ενθουσιασμός λειτουργεί πολλές φορές ως ψυχολογική αποζημίωση.
Ο πολίτης μπορεί να μην έχει γιατρό, αλλά έχει Rafale.
Μπορεί να μην έχει ασφαλές σιδηροδρομικό δίκτυο, αλλά έχει υπερσύγχρονες φρεγάτες.
Μπορεί να δυσκολεύεται να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά πληροφορείται ότι η χώρα του μετατρέπεται σε «ενεργειακό κόμβο».
Μπορεί να μην παράγει ούτε τα βασικά συστήματα που αγοράζει, αλλά καλείται να αισθανθεί κυρίαρχος επειδή πάνω τους υπάρχει το εθνόσημο.
Οι κυβερνήσεις αγοράζουν.
Οι κατασκευαστές εισπράττουν.
Οι ισχυρές χώρες εξασφαλίζουν πελάτες και συμμάχους.
Και ο πολίτης κοιτάζει το μαχητικό στον ουρανό πιστεύοντας ότι ένα μέρος αυτής της ισχύος τού ανήκει.
Δεν του ανήκει.
Του ανήκει μόνο ο λογαριασμός.
Αλλά ένα τέτοιο σύστημα δεν λειτουργεί μόνο επειδή κάποιοι εξαπατούν.
Λειτουργεί και επειδή εκατομμύρια άνθρωποι επιθυμούν να εξαπατηθούν, αρκεί το αφήγημα να τους προσφέρει υπερηφάνεια, ταυτότητα και την αίσθηση ότι ανήκουν στην πλευρά των ισχυρών.
Ο πολίτης αποδέχεται το κόστος, επειδή δεν του παρουσιάζεται ως κόστος.
Του παρουσιάζεται ως πατριωτικό καθήκον.
Αποδέχεται εξοπλιστικές δαπάνες χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, επειδή φοβάται ότι κάθε ερώτηση μπορεί να τον καταστήσει λιγότερο πατριώτη.
Χειροκροτεί κάθε νέο οπλικό σύστημα πριν ρωτήσει πόσο κόστισε, ποιος το επέλεξε, ποια επιχειρησιακή ανάγκη καλύπτει, ποια εγχώρια προστιθέμενη αξία δημιουργεί και από ποιον θα εξαρτάται η χώρα για τα ανταλλακτικά, τα πυρομαχικά και τις μελλοντικές αναβαθμίσεις του.
Και όταν το ίδιο σύστημα εμφανίζει ξανά τις ίδιες αδυναμίες, συμπεριφέρεται σαν να εξαπατήθηκε για πρώτη φορά.
Πού πάνε, λοιπόν, «πατριώτες», τα χρήματα που δέχεστε να πληρώνετε, μόνο και μόνο για να μπορείτε να αισθάνεστε περήφανοι και ανίκητοι;
Η κουρτίνα άνοιξε για μια στιγμή
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική πολεμική μηχανή κατέρρευσε.
Οι αποθήκες της δεν άδειασαν.
Η στρατιωτική της υπεροχή παραμένει τεράστια.
Για μία στιγμή, όμως, άνοιξε η κουρτίνα.
Πίσω από τα αεροπλανοφόρα, τους πανηγυρικούς λόγους και τους προϋπολογισμούς των τρισεκατομμυρίων φάνηκε ο πραγματικός μηχανισμός: μια πολεμική οικονομία που καταναλώνει τεράστιους δημόσιους πόρους, παράγει κρίσιμα οπλικά συστήματα με ανεπαρκείς ρυθμούς, μεταφέρει αμύθητα ποσά σε ιδιωτικά συμφέροντα και ζητά διαρκώς νέα χρηματοδότηση — όχι επειδή απέτυχε ολοκληρωτικά, αλλά επειδή δεν είναι ποτέ αρκετά έτοιμη για τον επόμενο πόλεμο, τον οποίο η ίδια θεωρεί αναπόφευκτο.
Οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν καλύτερα από τους θαυμαστές τους τα όρια της ισχύος τους.
Οι κοινωνίες, αντίθετα, πληρώνουν τον λογαριασμό χωρίς όρους και χωρίς τέλος — όχι μόνο για να αισθάνονται ασφαλείς, αλλά και για να συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι ανίκητες.
Πηγές:
[2]: reuters.com/
[3]: www.cbo.gov
[4]: https://costsofwar.watson.brown.edu










