experts 970x250
Hermis

Η κλιμάκωση της «επιτυχίας»: από τα «σκοιλς ελικίκου» στην ευρωπαϊκή δικογραφία

06/04/2026
Όταν η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας, η κρίση δεν έρχεται σαν ατύχημα. Έρχεται σε κύματα — και στο τέλος γίνεται δομή.
The Noèma n&m
Ο Θίασος της Αριστείας 4
logo experts 1400x350

Όταν η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας, η κρίση δεν έρχεται σαν ατύχημα. Έρχεται σε κύματα — και στο τέλος γίνεται δομή.

Η νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που συνδέεται με την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και συνοδεύεται από αιτήματα άρσης ασυλίας για εν ενεργεία βουλευτές, δεν είναι άλλη μία δυσάρεστη είδηση για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Είναι κάτι βαθύτερο: είναι η στιγμή που μια διαχείριση, η οποία επί χρόνια παρουσιαζόταν ως αδιατάρακτη, σταθερή, αποτελεσματική, αρχίζει να συναντά όρια που δεν ορίζει η ίδια. Όταν η κρίση περνά από την πολιτική φθορά στη θεσμική πίεση, το παιχνίδι αλλάζει. Και αλλάζει όχι επειδή το αποφάσισε η αντιπολίτευση ή το επέβαλε η επικαιρότητα, αλλά επειδή μπαίνουν στο κάδρο μηχανισμοί που δεν ελέγχονται με επικοινωνία.

Αν κοιτάξει κανείς την τελευταία επταετία, αυτό που αποκαλείται success story δεν διαψεύδεται από ένα και μόνο γεγονός. Αποδομείται από τη συσσώρευση. Από ένα μοτίβο που επανέρχεται με διαφορετικές μορφές, αλλά με την ίδια βασική λογική: πρώτα η εικόνα, μετά η διαχείριση, πολύ αργότερα — αν ποτέ — η ουσία.

Η πολυδιαφημισμένη «κανονικότητα» αυτής της διακυβέρνησης δεν άρχισε να ραγίζει από κάποιο ιστορικό σοκ. Άρχισε να φθείρεται από νωρίς, εκεί που το σύστημα φαινόταν ακόμη αυτάρεσκο, βέβαιο, προστατευμένο από την ίδια του την αυτοπεποίθηση.

Η παραίτηση του Αντώνη Διαματάρη, μετά τις αποκαλύψεις για ψευδή στοιχεία στο βιογραφικό του και ζητήματα ασυμβίβαστου με τις επιχειρηματικές του ιδιότητες, δεν ήταν απλώς μια άστοχη επιλογή προσώπου. Ήταν το πρώτο μικρό ράγισμα στο αφήγημα μιας κυβέρνησης που πούλησε αριστεία και «σκόνταψε» σε κάτι τόσο στοιχειώδες όσο ο βασικός έλεγχος αξιοπιστίας των στελεχών της.

TOPINTZHS 970 250 KLEISTO

Σχεδόν ταυτόχρονα, ήρθε και η ρύθμιση για την απιστία τραπεζικών στελεχών, η οποία μετέφερε το αδίκημα από την αυτεπάγγελτη δίωξη στην κατ’ έγκληση διαδικασία. Το μήνυμα ήταν σαφές, ακόμη κι αν δεν ειπώθηκε ποτέ τόσο ωμά: απέναντι στους ισχυρούς, το κράτος μπορούσε να γίνει πιο προσεκτικό, πιο επιεικές, πιο φιλικό. Κι όταν αργότερα το πολιτικό κόστος αυτής της επιλογής άρχισε να συσσωρεύεται, ήρθε η μερική υπαναχώρηση. Αυτό όμως δεν αναιρεί το αρχικό σήμα — το επιβεβαιώνει. Δείχνει εξουσία που νομοθετεί με άνεση όταν αφορά τους «πάνω» και διορθώνει μόνο όταν πιεστεί αρκετά από τους «έξω».

Ύστερα ήρθε το «Σκοιλ Ελικίκου». Τυπικά, επρόκειτο για πρόγραμμα τηλεκατάρτισης επιστημόνων εν μέσω πανδημίας. Ουσιαστικά, κατέληξε να γίνει μνημείο κρατικής προχειρότητας, αδιαφάνειας και πελατειακής διοχέτευσης δημόσιου χρήματος σε μηχανισμούς κατάρτισης. Δεν ήταν ένα απλό επικοινωνιακό φιάσκο. Ήταν η στιγμή που μια κυβέρνηση, η οποία διαφήμιζε τεχνοκρατία, ψηφιακό εκσυγχρονισμό και ορθολογισμό, έμοιαζε να μοιράζει κρατικό χρήμα μέσα από ένα υλικό-παρωδία, copy/paste, εξευτελιστικό και για τους επιστήμονες και για το ίδιο το κράτος. Εκεί δεν γελοιοποιήθηκε απλώς ένα πρόγραμμα. Γελοιοποιήθηκε η σοβαρότητα της διοίκησης.

Η «Λίστα Πέτσα» δεν ήταν ξέσπασμα αδεξιότητας. Ήταν μέθοδος. Κρατική διαφήμιση εκατομμυρίων σε μέσα ενημέρωσης, με αδιαφανή κριτήρια και εύλογες υπόνοιες πολιτικής σκοπιμότητας, μέσα σε μια συγκυρία όπου η ενημέρωση μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε πεδίο επιρροής. Αργότερα, όταν διεθνείς οργανώσεις, ευρωπαϊκοί θεσμοί και οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου άρχισαν να καταγράφουν την κατρακύλα της Ελλάδας σε κρίσιμους δείκτες, η υπόθεση δεν φαινόταν πια μεμονωμένη. Φαινόταν σαν ένα κομμάτι μεγαλύτερης εικόνας: μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που δεν αρκείται να κυβερνά, αλλά θέλει να διαμορφώνει το τοπίο μέσα στο οποίο ακούγεται, κρίνεται και αμφισβητείται.

Ο «Μεγάλος Περίπατος» ήταν η αστική εκδοχή της ίδιας λογικής. Μεγάλες εξαγγελίες, γρήγορη εφαρμογή, ακριβό πολιτικό και οικονομικό κόστος, αμφίβολη λειτουργικότητα και, στο τέλος, «μια δικαιολογία» που μετατόπισε τη βεβαιότητα σε υπεκφυγή: ήταν, λέει, πιλοτικό. Έτσι δουλεύει μια εξουσία που ερωτεύεται την εικόνα της. Στήνει πρώτα το ντεκόρ, μετά αναζητεί τη λειτουργία και, όταν η πραγματικότητα αντιδρά, βαφτίζει το αποτυχημένο πείραμα «δοκιμή».

Το ίδιο κλίμα παρήγαγε και τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές αλαζονείας. Η βόλτα Μητσοτάκη με ποδήλατο στην Πάρνηθα εν μέσω lockdown δεν έμεινε στη μνήμη επειδή ήταν το σοβαρότερο θεσμικό ολίσθημα, αλλά επειδή συμπύκνωσε κάτι βαθύτερο: την αίσθηση ότι οι κανόνες είναι αυστηροί για τους πολλούς και ελαστικοί για εκείνους που τους επιβάλλουν. Αυτές οι σκηνές έχουν πολιτικό βάρος όχι γιατί παράγουν μόνες τους κρίση, αλλά γιατί απογυμνώνουν τη νοοτροπία της εξουσίας. Δείχνουν το ύφος της και τα σύμβολά της. Και το ύφος —και κυρίως τα σύμβολα— στην πολιτική προδίδουν περισσότερα από το πρόγραμμα.

Στην παιδεία και στην ψηφιακή πολιτική, η τηλεκπαίδευση και η σύμβαση με τη Cisco αποκάλυψαν μια άλλη διάσταση του ίδιου μοντέλου. Από τη μία, το κράτος διαφήμιζε άλμα στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό. Από την άλλη, υπήρχαν σοβαρά ερωτήματα για τα προσωπικά δεδομένα, τη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας, τα μεταδεδομένα και το κατά πόσο η διοίκηση αντιμετώπιζε τους πολίτες ως υποκείμενα δικαιωμάτων ή απλώς ως υλικό διαχείρισης. Ταυτόχρονα, η κοινωνική πραγματικότητα ήταν αμείλικτη: μαθητές χωρίς επαρκή σύνδεση, οικογένειες χωρίς εξοπλισμό, παιδιά που έψαχναν σήμα για να μπορέσουν να συμμετέχουν σε ένα μάθημα που το κράτος παρουσίαζε ως απόδειξη επιτυχίας. Η εξουσία μιλούσε για ψηφιακή πρόοδο — η κοινωνία βίωνε ψηφιακή ανισότητα.

Στο οικονομικό πεδίο, το ίδιο μοτίβο επανήλθε με πιο σκληρούς όρους. Η κυβέρνηση προβάλλει διαρκώς σταθερότητα, επενδυτική εμπιστοσύνη, ανθεκτικότητα, ενώ την ίδια στιγμή η καθημερινότητα της κοινωνίας διαψεύδει πεισματικά αυτά τα συνθήματα. Οι υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος, η ακρίβεια, η ανάγκη για τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις ώστε να αντέξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δεν συνθέτουν εικόνα ισχύος. Συνθέτουν εικόνα εύθραυστης ισορροπίας που αγοράζεται συνεχώς με δημόσιο χρήμα. Το success story ακούγεται ωραία στα πάνελ. Στον λογαριασμό του ρεύματος ακούγεται διαφορετικά.

Και έπειτα υπάρχουν οι υποθέσεις που πλήττουν όχι μόνο την εικόνα επάρκειας, αλλά και τον ίδιο τον ηθικό ισχυρισμό της διακυβέρνησης…   

Οι περιπτώσεις Πάτση, Μαραβέγια και Ασημακοπούλου δεν λειτούργησαν σαν απλά παραστρατήματα στελεχών. Λειτούργησαν σαν καθρέφτες. Έδειξαν ένα σύστημα μέσα στο οποίο οι διασυνδέσεις, οι διευκολύνσεις, οι χρηματοδοτήσεις, οι ασαφείς εξηγήσεις και οι καθυστερημένες αποστάσεις δεν μοιάζουν εξαιρέσεις, αλλά γνώριμοι μηχανισμοί. Η υπόθεση Πάτση, ειδικά, χτύπησε κατευθείαν στον πυρήνα της κοινωνικής αίσθησης δικαιοσύνης. Διότι δεν είναι μικρό πράγμα να βλέπει ο πολίτης εκπρόσωπο της εξουσίας να συνδέεται με κέρδη από κόκκινα δάνεια, σε μια κοινωνία που έχει περάσει χρόνια πίεσης, χρεών και ανασφάλειας.

Η υπόθεση Ασημακοπούλου ήταν ακόμη πιο τοξική, γιατί άγγιξε τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης κράτους και πολίτη: προσωπικά δεδομένα, απόδημοι ψηφοφόροι, διοικητική πρόσβαση, πολιτικό όφελος. Όταν τα στοιχεία πολιτών εμφανίζονται να κυκλοφορούν με τρόπους που γεννούν τέτοια ερωτήματα, η ζημιά δεν περιορίζεται στην επικοινωνία. Γίνεται δομική. Εγκαθιστά την υποψία ότι τα σύνορα ανάμεσα στο κράτος και στο κόμμα δεν είναι τόσο καθαρά όσο θα έπρεπε σε μια ώριμη δημοκρατία.

Και βέβαια, πάνω από όλα, αιωρείται η μεγάλη σκιά των υποκλοπών. Το σκάνδαλο Predator, ανεξάρτητα απόδοσης ευθυνών με ονοματεπώνυμο, αποτελεί θεσμική εκτροπή. Δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με έναν τρόπο καθαρό, πειστικό, τελεσίδικο. Αντιθέτως, έμεινε να δηλητηριάζει διαρκώς το έδαφος, ως υπόμνηση ότι ο πυρήνας του κράτους στην Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί πίσω από πέπλο αδιαφάνειας, με δημοσιογράφους, πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα στο κέντρο ενός συστήματος παρακολουθήσεων. Η επίσημη γραμμή oscillated (βρίσκεται σε διαρκή παλινδρόμηση ) — από την άγνοια στην άρνηση, στις τεχνικές δικαιολογίες, στις μισές παραδοχές. Αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Παραμένει, βαριά, ως σκιά. Και στην πολιτική, η σκιά είναι πιο ανθεκτική από την απολογία.

Με τα Τέμπη, αυτή η διαδρομή πέρασε σε άλλο επίπεδο. Εκεί το σύστημα δεν έμοιαζε πια απλώς αυταρχικό, αδιαφανές ή αλαζονικό. Έμοιαζε —και μοιάζει— επικίνδυνα ανίκανο, έως εγκληματικά αφελές, στην καλύτερη των υποθέσεων. Και για αυτόν τον λόγο, η τραγωδία δεν αντιμετωπίστηκε από την κοινωνία ως ένα μεμονωμένο δυστύχημα. Αντιμετωπίστηκε ως συμπύκνωση κρατικής ανεπάρκειας, εγκατάλειψης, αδιαφορίας και καθυστερημένης λογοδοσίας. Κάθε νέα λεπτομέρεια, κάθε αμφισβήτηση, κάθε ερώτημα για ευθύνες, τροφοδοτούσε το ίδιο βασικό αίσθημα: ότι ένα κράτος που διαφημίστηκε ως σύγχρονο δεν μπόρεσε να εγγυηθεί τα στοιχειώδη. Και όταν ακόμη και ευρωπαϊκά όργανα άρχισαν να συνδέουν την υπόθεση με ζητήματα κράτους δικαίου, ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και θεσμικών αντίβαρων, η κρίση ξεπέρασε την εγχώρια διαμάχη και έγινε κάτι ευρύτερο: η μεγάλη εικόνα ενός μοντέλου διακυβέρνησης.

Και τώρα έρχεται ο ΟΠΕΚΕΠΕ να πιέσει εκεί ακριβώς όπου πονά περισσότερο μια κυβέρνηση που είχε μάθει να κυριαρχεί στην ατζέντα και στον έλεγχο του ρυθμού. Εδώ δεν μιλάμε για γκάφα. Δεν μιλάμε για ατυχείς δηλώσεις. Δεν μιλάμε για πρόσκαιρη φθορά. Μιλάμε για ευρωπαϊκή εισαγγελική διαδικασία — με δικογραφία, με αιτήματα άρσης ασυλίας, με ονόματα που αγγίζουν τον κοινοβουλευτικό πυρήνα της πλειοψηφίας. Μιλάμε, δηλαδή, για το σημείο όπου η θεσμική πίεση παύει να είναι αφηρημένη απειλή και αποκτά σχήμα, αριθμούς, διαδρομή και πολιτικό κεφάλαιο.

Εδώ ολοκληρώνεται το μοτίβο. Από την επιπολαιότητα στην προχειρότητα. Από την προχειρότητα στη δυσλειτουργία. Από τη δυσλειτουργία στη θεσμική σκιά. Και από εκεί στη θεσμική πίεση.

Μαζί με αυτό, όμως, ολοκληρώνεται και ένα δεύτερο, επαναλαμβανόμενο déjà vu: το «δεν γνώριζα». Η επαναλαμβανόμενη επίκληση άγνοιας ως μηχανισμός άμυνας. Δεν γνώριζα για το ένα. Δεν είχα ενημερωθεί για το άλλο. Δεν υπήρχε πλήρης εικόνα για το τρίτο. Σε ένα σημείο, όμως, αυτή η γραμμή παύει να λειτουργεί ως υπεκφυγή και αρχίζει να λειτουργεί ως ομολογία. Διότι, αν μια κυβέρνηση επαναλαμβάνει διαρκώς ότι δεν γνώριζε κρίσιμες πτυχές των πιο σοβαρών υποθέσεων της περιόδου της, τότε η ερώτηση αλλάζει. Δεν είναι πια αν λέει την αλήθεια. Είναι αν ελέγχει οτιδήποτε πέρα από την εικόνα της.

Και κάπου εδώ, ο ανασχηματισμός χάνει κάθε αίγλη στρατηγικής κίνησης. Δεν μοιάζει με πρωτοβουλία ανανέωσης. Μοιάζει με αντανακλαστική άμυνα. Με αλλαγή λίγων προσώπων ώστε να κερδηθεί χρόνος — διότι κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι έπεται… Μια ακόμη προσπάθεια αποσυμπίεσης. Μόνο που οι κρίσεις πλέον δεν είναι επικοινωνιακές. Είναι κοινωνικές, θεσμικές, ποινικές, ευρωπαϊκές. Και τέτοιες κρίσεις δεν τις σβήνεις αλλάζοντας πρόσωπα στο κάδρο.

Αυτός είναι ο πραγματικός άξονας του κειμένου. Δεν έχουμε μια κυβέρνηση που απλώς έκανε λάθη. Έχουμε μια επταετία που παρήγαγε κλιμάκωση. Από τα βιογραφικά-μαϊμού και τα προγράμματα-καρικατούρες, στις λίστες διανομής χρήματος, στις υποθέσεις προσωπικών δεδομένων, στις υποκλοπές, στα Τέμπη, στις ευρωπαϊκές επισημάνσεις για το κράτος δικαίου και τώρα σε δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αγγίζει τον ίδιο τον κορμό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Το μοτίβο είναι καθαρό. Πρώτα γελοιοποιείται η σοβαρότητα του κράτους. Μετά φθείρεται η εμπιστοσύνη. Και στο τέλος οι θεσμοί —εγχώριοι ή ευρωπαϊκοί— μπαίνουν μέσα στο κάδρο, επειδή η πολιτική διαχείριση δεν αρκεί πια.

Η κυβέρνηση δεν κυβερνά πια το αφήγημα. Το κυνηγά.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ καρφί από όλα: η διαφημισμένη επιτυχία της επταετίας δεν κατέρρευσε από έναν μεγάλο εχθρό απέναντι. Καταρρέει από τη συσσώρευση των ίδιων της των πρακτικών.

Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία

Της Ρόζας Τσαγκαρουσιάνου Ιστορικός Αρχαιολόγοςς 2

ad3 final

TOPOS 970 250

ad3 final

πολιτισμος (1920 x 1250 px)