experts 970x250
Νέα

 «Η Ευρύτη και οι Άλλοι»

16/01/2026
🌒 H Νουβέλα της Ρόζας "Η Ευρύτη και οι άλλοι" | ΚΕΦ.4 Ένα σύγχρονo feuilleton – νουβέλα σε 7 συνέχειες Υπήρξε μια εποχή —στα εβδομαδιαία και μηνιαία έντυπα— που οι παλιοί αναγνώστες περίμεναν με ανυπομονησία «το επόμενο τεύχος» για να διαβάσουν το νέο κεφάλαιο μιας νουβέλας. Από τον 19ο αιώνα (Dickens) έως τα ελληνικά περιοδικά της δεκαετίας του ’60 και ’70, η τέχνη της συνέχειας ήταν τρόπος αφήγησης, κοινωνικό ραντεβού και editorial ρυθμός. Σήμερα, αυτή η πρακτική επανέρχεται, όχι με τον παλιομοδίτικο τρόπο των cliffhangers(τεχνητά σημεία αγωνίας), αλλά σε πιο κομψή, λογοτεχνική μορφή: μικρές αυτόνομες ενότητες που χτίζουν έναν ενιαίο κόσμο. Η νουβέλα της Ρόζας συνεχίζεται
Της Ρόζας Τσαγκαρουσιάνου | Ιστορικός/Αρχαιολόγος
rosa png
logo experts 1400x350
1efe0e97 a854 4d4e 9fb8 7d5381dbbdc4

K4

«Ο τρίτος Αληθινός»

Η Ευρύτη είχε φροντίσει να ξεχάσει τη λαχειοφόρο. Ή, για την ακρίβεια, να προσποιηθεί πως την είχε ξεχάσει. Ολόκληρος ο μήνας κύλησε με συνέδρια, μετακινήσεις, άπειρες ώρες ορθοστασίας και εκείνη τη γνώριμη εξάντληση που δεν έφευγε ποτέ πραγματικά από το σώμα της. Η ΥΠΑΤΗ ΘΕΣΗ διαφήμιζε καθημερινά τη διαδικασία με μια αηδιαστική επιμονή, προβάλλοντας τα «φιλανθρωπικά» της αισθήματα, κι εκείνη άλλαζε κανάλι κάθε φορά.

TOPINTZHS 970 250 KLEISTO

Το απόγευμα της κλήρωσης ήταν αργία. Η Ευρύτη είχε βγει για τρέξιμο στο κοντινό πάρκο μαζί με τον Παντέα. Τον έπαιρνε συχνά μαζί της· όχι μόνο για τις οδηγίες ρυθμού και ταχύτητας, αλλά και για συντροφιά. Το σώμα της κινούνταν μηχανικά, το μυαλό της άδειο — ή έτσι νόμιζε.

Πλησίαζαν το αλσύλλιο με τους κέδρους όταν ο Παντέας μίλησε με τη γνώριμη, αχρωμάτιστη φωνή του.

«Η διαδικασία της κλήρωσης ολοκληρώθηκε, όπως πληροφορούμαι. Ευρύτη, ο λαχνός σου κέρδισε τον τρίτο Αληθινό. Ονομάζεται Ορφέας 8555 και θα τον παραλάβεις σε τέσσερις ημέρες. Συγχαρητήρια».

Η Ευρύτη συνέχισε να τρέχει για μερικά μέτρα ακόμη, χωρίς να καταλάβει τι είχε μόλις ειπωθεί. Ύστερα σταμάτησε απότομα. Γύρισε προς το ανδροειδές, βαριανασαίνοντας.

«Τι… τι είπες;»

«Αν δεν με άκουσες, θα επαναλάβω—»

«Όχι! Σταμάτα. Το άκουσα. Απλώς… δεν…»

Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Το ολόγραμμα της Βηρίνης εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως ανάμεσα στα δέντρα, χοροπηδώντας σαν παιδί.

«ΞΑΔΕΛΦΟΥΛΑΑΑ! ΚΕΡΔΙΣΕΣ! Το κέρδισες το παλικάρι! Το ‘ξερα! Σου το ‘λεγα! Είδες; Είδες τι μαγικό χέρι έχω;»

Η Ευρύτη διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια. Ήταν νευρικά, ανεξέλεγκτα, σχεδόν υστερικά. Η ενέργεια της Βηρίνης ήταν μεταδοτική — πάντα ήταν.

«Μην ξεχάσεις μόνο ένα πράγμα», συνέχισε η Βηρίνη, χαμηλώνοντας θεατρικά τη φωνή της. «Με προσοχή, ε; Μην τον εξαντλήσεις από τις πρώτες μέρες και δεν του μείνουνε κουράγια για… μας».

Το ολόγραμμα έσβησε με ένα φιλί στον αέρα. Μαζί του έσβησε και το γέλιο.

Η Ευρύτη έμεινε να κοιτά τα δέντρα χωρίς να τα βλέπει. Το μυαλό της αδυνατούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία.

«Νιώθεις καλά;» ρώτησε ο Παντέας. «Καταγράφω αύξηση πίεσης και σφυγμών».

«Καλά είμαι», απάντησε απότομα. «Απλώς αναστατώθηκα. Μη γίνεσαι υπερβολικός».

«Δεν αντιλαμβάνομαι την έννοια της υπερβολής. Μεριμνώ για σένα βάσει του προγραμματισμού μου».

«Το ξέρω! Και σου ζητώ να σταματήσεις. Έχω ανάγκη να είμαι αναστατωμένη».

Ο Παντέας σώπασε.

Λίγο αργότερα, κατευθύνθηκαν προς το διαμέρισμα. Καθώς πλησίαζαν, παρατήρησαν ασυνήθιστη κινητικότητα: δημοσιογραφικές ρέπλικες στο έδαφος και στον αέρα, πτητικές μηχανές να ζουμάρουν στα γυάλινα πάνελ του ορόφου της.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ευρύτη.

«Βλέπω δημοσιογράφους. Πιθανότατα ρέπλικες. Υποθέτω ότι είσαι πλέον παγκοσμίως διάσημη. Λογικό να επιδιώκουν δηλώσεις».

«Δεν υπάρχει περίπτωση», είπε κοφτά. «Φεύγουμε».

Χώθηκαν ξανά στο πάρκο. Ο Παντέας πρότεινε να τους παραπλανήσει — κι έτσι έγινε. Όταν επέστρεψε η Ευρύτη αργά το βράδυ, η γειτονιά είχε ησυχάσει.

Τέσσερις μέρες μετά, ο Ορφέας 8555 αποβιβάστηκε στη βεράντα του διαμερίσματος με ιπτάμενο όχημα που έφερε το λογότυπο της ΥΠΑΤΗΣ ΘΕΣΗΣ. Δημοσιογράφοι παντού. Ένα μικρό πλήθος. Οδηγίες σαφείς: να βγει στο μπαλκόνι. Να υποδεχτεί τον «Αληθινό» της.

Η Ευρύτη προτίμησε για μια στιγμή να πέσει απ’ το μπαλκόνι παρά να το ζήσει αυτό. Παρ’ όλα αυτά, βγήκε.

Ο άντρας στάθηκε δίπλα της. Χαμογελαστός. Ζωντανός.

Κι ύστερα, απροσδόκητα, έπλεξε τα δάχτυλά του στα δικά της και ύψωσε τα χέρια τους προς το πλήθος.

«Προσπάθησε να δείξεις λίγο ενθουσιασμό», της ψιθύρισε. «Να τελειώσει αυτό το γελοίο πανηγύρι για να ηρεμήσουμε».

Κάπου εκεί — μέσα στον θόρυβο και στο σφίξιμο των χεριών τους — η Ευρύτη κατάλαβε πως τίποτα πια δεν θα ήταν απλό.

Ούτε ακίνδυνο.

ευρυτη 3

 «Η Ευρύτη και οι Άλλοι»

Της Ρόζας Τσαγκαρουσιάνου

Πρηγούμενα κεφάλαια

Κεφ. 1,

Κεφ.2

Κεφ.3

rosa png II

Κ1

«Η Ευρύτη και ο Παντέας»

Η Ευρύτη μπήκε στο διαμέρισμα κατάκοπη. Άφησε τα παπούτσια εκεί, στην είσοδο, χωρίς να σκύψει να τα ευθυγραμμίσει —όπως συνήθιζε— και σύρθηκε μέχρι το στρογγυλό ανάκλιντρο για να ξαπλώσει. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Τόσες ώρες ορθοστασία, προσπαθώντας να υποδεχτεί τα μέλη του ιατρικού συνεδρίου, δεν το λες εύκολη υπόθεση — κι ας είχε στη διάθεσή της δέκα ρέπλικες για βοήθεια.

«Καλησπέρα, Ευρύτη», είπε.

«Καλησπέρα…»

Τον είχε προγραμματίσει να την αποκαλεί με το μικρό της όνομα. Η Βηρίνη —ξαδέλφη και φίλη της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της— τη δούλευε γι’ αυτή την επιλογή.

«Και γιατί να μη σε φωνάζει “κυρία”; Ακόμα και τα ρομπότ πρέπει να ξέρουν τη θέση τους…»

«Δεν έχει κανένα νόημα», επέμενε εκείνη. «Όπως και να με φωνάζει, εξαρτάται από μένα. Με φροντίζει, παίρνει διαταγές από μένα… χορεύει στον ρυθμό που του βαράω εγώ».

Ο Παντέας τη βοήθησε να γδυθεί με προσεκτικές, ακριβείς κινήσεις. Ύστερα, πατώντας δύο πλήκτρα στον καρπό του, πρόβαλε στον απέναντι τοίχο μια τροπική παραλία. Τα κύματα έσβηναν μαλακά στην άμμο, σε έναν τέλειο, επαναλαμβανόμενο ρυθμό.

Ο φλοίσβος του νερού τη χαλάρωσε αμέσως. Έκλεισε τα μάτια ανακουφισμένη. Αυτό το σκηνικό το προτιμούσε — από τις υπόλοιπες επιλογές του μενού· της άρεσε, για παράδειγμα, και το φθινοπωρινό μονοπάτι ανάμεσα σε φυλλοροούντα δέντρα, αλλά εκείνο πάντα της προκαλούσε μια ανεξήγητη μελαγχολία.

«Ο ήχος είναι εντάξει ή να τον χαμηλώσω;» ρώτησε ο Παντέας.

«Είναι μια χαρά. Ξύπνησέ με σε δύο ώρες. Θα τσιμπήσω κάτι και θα τα πούμε».

«Σαφώς».

Δύο ώρες ακριβώς αργότερα, το δωμάτιο πλημμύρισε από τη μελωδία του «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» του Χατζιδάκι — ενός παλιού συνθέτη που λάτρευε. Τεντώνοντας τα χέρια της για να ξεπιαστεί, σκέφτηκε πως είχαν περάσει κάπου εκατόν ογδόντα χρόνια από τότε που έζησε αυτός ο άνθρωπος· κι όμως, με κάποιον παράξενο τρόπο, απολάμβανε τη μουσική του σαν να είχε γραφτεί χτες.

Έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και κάθισε γυμνή στο τραπέζι, απέναντι από τον μηχανικό της σύντροφο, για την κουβεντούλα της ημέρας. Μασούλαγε το λιτό της βραδινό, κι ο Παντέας είχε καρφώσει τα πράσινα μάτια του στο πιάτο της.

Θυμήθηκε πως, όταν τον είχε παραγγείλει από την κατασκευαστική εταιρεία, είχε επιμείνει σε δύο-τρία πράγματα: να είναι σχετικά ψηλός, να μην έχει υπερβολικά ανοιχτούς ώμους — την εκνεύριζαν οι τέλειοι ανδρικοί θώρακες — και να έχει πράσινα μάτια.

«Τρως ελάχιστα, Ευρύτη. Σχεδόν υποσιτίζεσαι», παρατήρησε, χωρίς καμία επίκριση στη φωνή του.

«Ξέρεις πολύ καλά πως το συμβόλαιο της δουλειάς μου απαγορεύει την αύξηση του βάρους μου. Αλλιώς με περιμένει απόλυση. Και με τόσες εκεί έξω να ορέγονται τη θέση, δεν έχω περιθώρια».

«Σαφώς. Παρατηρώ, όμως, ότι δεν έχεις μεγάλη όρεξη. Και η διάθεσή σου τον τελευταίο καιρό έχει αλλάξει».

Η Ευρύτη χαμογέλασε κουρασμένα.

«Σαν πολλά δεν παρατηρείς εσύ;»

«Η επαγρύπνηση για τη σωματική και ψυχική σου υγεία είναι μέρος του προγραμματισμού μου».

Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Έπειτα, η Ευρύτη έγειρε πίσω στην καρέκλα και σκέφτηκε — χωρίς να το πει φωναχτά — πως ίσως, σιγά σιγά, άρχιζε να λειτουργεί κι εκείνη σαν αυτόματο.

Και αυτή η σκέψη την τρόμαξε περισσότερο απ΄όσο θα παραδεχόταν ποτέ.

st4UQP XlHOzO8qATvV6lj4xD86 Mglt rTSyvGFA7Q

Κ2

«Οι νεκροί άντρες του κόσμου»

Ο Παντέας εμφανίστηκε αθόρυβα στο μεγάλο δωμάτιο και στάθηκε κοντά της. Τον κατάλαβε από την κολώνια που του είχε ζητήσει να φορά σε μόνιμη βάση. Της άρεσε πολύ αυτή η μυρωδιά· ήταν ήπια, ουδέτερη, με μια ανεπαίσθητη νότα ξύλου — τίποτα το επιθετικό, τίποτα το ανθρώπινα φορτισμένο.

Το επόμενο πρωί ήταν από εκείνα που έμοιαζαν να συνεχίζουν τη νύχτα, χωρίς να υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή. Η Ευρύτη σηκώθηκε νωθρά, με το κεφάλι βαρύ, το σώμα της ξένο. Ο Παντέας στεκόταν ήδη δίπλα της.

«Έχω ετοιμάσει πρωινό και τις βιταμίνες σου», ανακοίνωσε.

Εκείνη έγνεψε. Δεν είχε ποτέ το κουράγιο να του πει ότι όλη αυτή η φροντίδα, όσο απαραίτητη κι αν ήταν, την έπνιγε καμιά φορά με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ήταν μια φροντίδα τέλεια, αψεγάδιαστη — κι ίσως γι’ αυτό αφόρητη.

Καθώς έτρωγε μηχανικά, το βλέμμα της χάθηκε στο παράθυρο. Η σκέψη της παρασύρθηκε σε κάτι που προσπαθούσε να κρατά βαθιά θαμμένο. Μα οι μνήμες έχουν το κακό να ξεπλέουν, σαν ξύλα μετά την καταιγίδα.

Εκείνη η καταιγίδα είχε όνομα:

**η μεγάλη νόσος**.

Μια φλεγμονή που παρέλυε τους μυς του ανδρικού θώρακα.

Μόνο των ανδρών.

Στην αρχή λίγα κρούσματα· ύστερα χιλιάδες· κι όπως συμβαίνει στον σύγχρονο κόσμο, το κύμα έγινε τσουνάμι μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Η Ευρύτη θυμήθηκε τις πρώτες εικόνες στα νοσοκομεία: γιατρούς χαμένους, ορόφους που γέμιζαν με άντρες που πάλευαν για μια ανάσα. Μικρά αγόρια που ξεψυχούσαν με μάτια εκτεταμένα σε τρόμο. Νεογέννητα που γεννιόντουσαν και έσβηναν μέσα σε λίγες ώρες. Μητέρες κοκαλωμένες από την απόγνωση.

Και αργότερα…

όλους αυτούς που δεν έφτασαν ποτέ στα νοσοκομεία.

Όλη η πόλη ένας θρήνος.

Κι ο κόσμος ένα απέραντο, άναρθρο ουρλιαχτό.

Μέσα σ’ αυτό το χάος, η Ευρύτη είχε χάσει τον Λεύκιο.

Τον πρώτο της έρωτα.

Τον έναν χρόνο που είχαν μαζί τον θυμόταν σαν να ήταν ολόκληρη ζωή. Δυο μήνες συγκατοίκησης — και πάλι έμοιαζαν αχανείς, όσο της επέτρεπε η μνήμη να τους κρατά.

Τον είδε να λυγίζει μέρα με τη μέρα.

Στο τέλος, εκείνος ξεψύχησε στα χέρια της, το πρόσωπό του να γέρνει στο στήθος της σε έναν ήχο που ποτέ δεν έφυγε από μέσα της. Ένας άνθρωπος που μέχρι χτες γελούσε, ξάπλωνε δίπλα της, της ζέσταινε την πλάτη τις παγωμένες νύχτες. Κι ύστερα — τίποτα.

«Ευρύτη;»

Η φωνή του Παντέα την έσυρε πίσω στο παρόν.

«Ναι… ναι. Συγγνώμη. Περίμενε λίγο», του είπε και σκούπισε τα μάτια της διακριτικά, χωρίς να θέλει να του δώσει αφορμή για νέες παρατηρήσεις.

Οι επιστήμονες δεν κατάλαβαν ποτέ τι προκάλεσε τη νόσο.

Τις πρώτες εβδομάδες είχαν ερευνηθεί τα πάντα: η ατμόσφαιρα, το νερό, το έδαφος, τα κτίρια· ακόμη και η πιθανότητα να μεταφέρθηκε κάποιο μικρόβιο από την αποικία στη Σελήνη.

Τίποτα.

Καμία ουσία.

Μόνο υποθέσεις και πιθανολογήσεις.

Το πιο σκοτεινό ερώτημα παρέμενε:

**Γιατί οι γυναίκες έμειναν ανέγγιχτες;**

Και γιατί διασώθηκαν λιγοστοί άντρες — μερικές χιλιάδες σε ολόκληρο τον πλανήτη;

Οι γυναίκες όμως δεν άντεξαν εύκολα την έλλειψη απαντήσεων. Κι αφού η αρρώστια σταμάτησε, ξεκίνησε μια άλλη:

η μαζική κατάθλιψη.

Αυτοκτονίες κάθε μέρα — χιλιάδες.

Κι ύστερα τετραετία ολόκληρη σαν να είχε κλείσει ο ήλιος.

Η Ευρύτη θυμήθηκε την ίδια και τη Βηρίνη να προσπαθούν να λειτουργήσουν όπως όπως. Αν δεν είχε εκείνη το χιούμορ της ξαδέλφης της, ίσως να μην τα είχε καταφέρει. Κι όμως, κάπου ανάμεσα σε εκείνο το χάος, στη βουβή σιωπή του θανάτου κι έπειτα στο ισοπεδωτικό κενό, ο κόσμος άρχισε να συνηθίζει.

«Τώρα θα μου πεις, έχω τον Παντέα», σκέφτηκε πικρά. «Τον πλαστικό τον εραστή. Αλλά κακά τα ψέματα: αυτά τα ανδροειδή επινοήθηκαν για την παρηγοριά… και για να μη μας μπαίνουν στο μυαλό ιδέες για ανατροπές».

Γιατί οι λίγοι άντρες που διασώθηκαν είχαν συγκεντρωθεί στα ανώτατα κλιμάκια — σε ρόλους επίλεκτους, προστατευμένους, σχεδόν βασιλικούς. Οι υπόλοιπες γυναίκες έμεναν πίσω με τα πολυμερή υποκατάστατα ή με άλλες γυναίκες.

«Τουλάχιστον δώρισαν και μερικούς στα αναπαραγωγικά κέντρα», συλλογίστηκε με μια δόση μαύρου χιούμορ. «Για να γεννιέται κανένας καινούργιος άνθρωπος. Αλλιώς, πράγματι… θα χαθούμε όλες σαν τις παλιές παρθένες ιστορίες».

Ένιωσε πονοκέφαλο.

Η σκέψη τής χτυπούσε τους κροτάφους σαν σφυρί.

Αν εκείνη τη στιγμή την έβλεπε ο Παντέας, θα της έπαιρνε πίεση, θα της δοκίμαζε παλμούς, θα της έδινε τρία χάπια. Και θα την «προστάτευε», όπως έλεγε πάντα.

«Α ρε Παντέα… κι έχω κι παράπονο», είπε χαμηλόφωνα, μα δεν το άκουσε κανείς.

Η μέρα μπροστά της προδιαγραφόταν εξοντωτική, αλλά η Ευρύτη ήξερε πως στο βάθος —πιο βαθιά απ’ όσο θα το παραδεχόταν ποτέ— υπήρχε μια μοναξιά που ούτε τα συνέδρια ούτε τα ρομπότ ούτε οι υποχρεώσεις μπορούσαν να ακουμπήσουν.

Και κάπου εκεί, μέσα σε μια ανάσα που δεν πρόλαβε να γίνει αναστεναγμός, πέρασε από το μυαλό της ένα σκεφτικό μισό-αθώο, μισό-επικίνδυνο:

**«Άραγε… αυτός ο κόσμος είναι το τέλος ή η αρχή;»**

Η απάντηση θα ξυπνούσε πολύ σύντομα — με τη μορφή μιας λαχειοφόρου.

eyryti k3

Κ3

«Οι λαχνοί των Αληθινών»

Το βράδυ εκείνης της εξαντλητικής μέρας, η Ευρύτη είχε μόλις καθίσει στο τραπέζι για το λιτό της δείπνο όταν το ολόγραμμα της Βηρίνης ξεπήδησε δίπλα από την καρέκλα σαν ηθοποιός που μπαίνει στη σκηνή χωρίς να κοιτάξει αν το κοινό είναι έτοιμο.

«Σου έλειψα, φιλενάδα;» είπε με το χαρακτηριστικό της ξεδιάντροπο χαμόγελο. «Αχ, πόσο μου αρέσει να μου λένε πως τους λείπω…»

«Μου έλειψες, Βηρίνη», απάντησε η Ευρύτη, περισσότερο για να την κατευνάσει παρά επειδή το ένιωθε πραγματικά.

«Α, όχι και τόσο πειστικά… αλλά τέλος πάντων. Παντέα, τι κάνεις μωρό μου;»

«Ευχαριστώ. Είμαι καλά», αποκρίθηκε το ανδροειδές με την απολύτως επίπεδη φωνή του.

«Αχά! Σε μεγάλα κέφια και οι δύο βλέπω. Λοιπόν, ξαδελφούλα, κάτσε κάτω γιατί έχω νέα. Συγκλονιστικά. Συνταρακτικά. Καταπληκτικά! Εσύ μπορεί να ‘χεις γίνει μονόχνωτη με τη δουλειά σου, αλλά ευτυχώς έχεις εμένα. Τη μοναδική. Τη μια και μοναδική. Τη σωτήρια. Που θα σου αλλάξει τη ζωή!»

Η Ευρύτη μισοχαμογέλασε. Την ήξερε πολύ καλά για να τρομάξει.

«Πάλι τι έκανες, Βηρίνη;»

«Τίποτα που να σε ανησυχήσει. Απλώς… αγόρασα δύο λαχνούς. Έναν για μένα, έναν για σένα!»

Η Ευρύτη σταμάτησε να μασάει.

«Τι λαχνούς; Μη μου πεις ότι πάλι μπλέχτηκες με κάτι από τα υποθαλάσσια τουριστικά; Σου έχω πει ότι με τρομάζουν τα τεράστια ψάρια που σκάνε από το σκοτάδι. Γιατί χαλάς τις κάρτες σου;»

«Ποιος μίλησε για ψάρια;» είπε θριαμβευτικά η Βηρίνη. «Μιλάω για άντρες, κούκλα μου. Κανονικούς. Αληθινούς! Όχι πλαστικούρα και κυκλώματα—χωρίς παρεξήγηση, Παντέα.»

Ο Παντέας έκανε μια μικρή υπόκλιση μηχανικής ευγένειας.

Η Ευρύτη ανασήκωσε το φρύδι.

«Τρεις Αληθινούς; Να μαντέψω; Τρεις τυχερές;»

«Ακριβώς! Οι πρώτες τρεις γυναίκες που θα κληρωθούν θα έχουν από έναν Αληθινό στο σπίτι τους για τρεις μήνες. Τρεις ολόκληρους μήνες! Ουάου!»

Η Βηρίνη σχεδόν χόρευε.

«Από τώρα φτιάχνω πρόγραμμα. Το πρωί σεξ και πρωινό, στις δέκα σεξ κι ένα φρούτο, το μεσημέρι σεξ και γεύ—»

«ΒΗ-ΡΙ-ΝΗ!»

«Εντάξει, εντάξει. Μη φωνάζεις. Αλλά δεν είναι φανταστικό;»

Η Ευρύτη αναστέναξε.

«Φανταστικό… υπό την προϋπόθεση ότι θα κερδίσουμε. Μέσα σε δισεκατομμύρια γυναίκες. Πραγματικά;»

«Εσύ γίνεσαι όλο και πιο ορθολογίστρια, ξέρεις; Άσε με λίγο να ονειρευτώ! Μια χαρά κάνει στην επιδερμίδα το όνειρο. Και στη διάθεση. Κι αν είναι να πέσω μετά στα πατώματα — κι αυτό μια μορφή άσκησης είναι.»

Η Ευρύτη δεν άντεξε και γέλασε.

Η Βηρίνη το εκμεταλλεύτηκε:

«Και… για να το ξέρεις… αν τύχει σε σένα ο Αληθινός, θα μου τον δανείσεις, έτσι; Μια μέρα μόνο. Μισή, αν θες. Μπορώ και λιγότερο. Είμαι προσαρμοστική!»

«Βηρίνη, έλεος…»

«Τι; Μην είσαι τέτοια! Λοιπόν, σου στέλνω τώρα τον λαχνό σου. Να τον χαζέψεις. Είναι όμορφος. Θα δεις.»

Το ολόγραμμα εξαφανίστηκε με τον γνώριμο ήχο διακοπής. Η Ευρύτη έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτά τον κενό χώρο όπου πριν στεκόταν η ξαδέλφη της.

Ο Παντέας έσπασε πρώτος τη σιωπή:

«Η αγορά των λαχνών εξυπηρετεί τον σκοπό της συγκέντρωσης πόρων για νέα έρευνα σχετικά με τη νόσο. Η ΥΠΑΤΗ ΘΕΣΗ θεωρεί ότι—»

«Ναι, ναι… ξέρω τι θεωρεί η ΥΠΑΤΗ ΘΕΣΗ», τον διέκοψε. «Το θέμα είναι τι πιστεύω εγώ. Κι εγώ… δεν πιστεύω πως θα κερδίσω ούτε κατά διάνοια.»

Κοίταξε τον λαχνό που μόλις είχε εμφανιστεί στην οθόνη. Ένα απλό ψηφιακό χαρτί με έναν αριθμό και μια υπόσχεση — τόσο παράλογη, τόσο απίθανη, που σχεδόν την έκανε να γελάσει.

Κι όμως, καθώς έκλεινε τις συσκευές για να πάει να ξεκουραστεί, ένα μικρό κομμάτι μέσα της —το κομμάτι που δεν το άγγιζε ούτε η λογική ούτε η κατάθλιψη της εποχής— έκανε έναν ανεπαίσθητο παλμό.

Όχι ενθουσιασμό.

Κάτι πιο αχνό.

Κάτι σαν… περιέργεια.

**Κι η περιέργεια είναι πάντοτε ο πρόλογος μιας ανατροπής.**

Η Ευρύτη δεν είχε ακόμη ιδέα πόσο γρήγορα θα ερχόταν αυτή η ανατροπή.

Ούτε πόσο βαθιά θα τη συντάραζε.

Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία

Της Ρόζας Τσαγκαρουσιάνου Ιστορικός Αρχαιολόγοςς 2

ad3 final

TOPOS 970 250

ad3 final

πολιτισμος (1920 x 1250 px)