Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι –υπό την πίεση και των ίδιων των κοινωνιών τους– φαίνεται να θυμούνται ότι η εθνική κυριαρχία δεν αναστέλλεται επειδή συμμετέχουν σε μια στρατιωτική ή οικονομική συμμαχία.
Η στρατιωτική κρίση με το Ιράν ίσως αφήσει πίσω της ένα πολιτικό αποτύπωμα πολύ μεγαλύτερο από την ίδια τη σύγκρουση.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φαίνεται να θέτουν δημόσια όρια στη χρήση της επικράτειάς τους και να υπενθυμίζουν ότι ακόμη και μέσα στις ισχυρότερες στρατιωτικές συμμαχίες εξακολουθούν να είναι κυρίαρχα κράτη.
Η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση αυτής της συζήτησης.
Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει επιλέξει έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό στρατηγικής ευθυγράμμισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επεκτείνοντας τη διμερή αμυντική συνεργασία μέσω της MDCA και παρέχοντας ευρείες στρατιωτικές διευκολύνσεις. Η επιλογή αυτή βασίστηκε στη λογική ότι η στενότερη αμερικανική παρουσία ενισχύει την ελληνική αποτρεπτική ισχύ απέναντι στις διαρκείς προκλήσεις της Τουρκίας.
Ωστόσο, η στάση της Ισπανίας και της Ιταλίας επαναφέρει ένα νέο ερώτημα:
Είναι η στρατηγική συμμαχία ταυτόσημη με την αυτόματη πολιτική συναίνεση; Ή ακόμη και μέσα στις στενότερες συμμαχίες υπάρχουν στιγμές όπου ένα κράτος οφείλει να ασκεί έμπρακτα την κυριαρχία του;
Πρόκειται για μια συγκυριακή αντίδραση στον πόλεμο ή για την απαρχή μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής μεταβολής;
Η πρώτη ένδειξη ήρθε από την Ισπανία.
Η κυβέρνηση του Pedro Sánchez δεν περιορίστηκε να διαφωνήσει πολιτικά με την κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, επέμεινε ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ισπανία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιχειρήσεις εκτός του πλαισίου των σχετικών διμερών συμφωνιών, ενώ ο ίδιος ο Ισπανός πρωθυπουργός συνέχισε να υπερασπίζεται μια περισσότερο αυτόνομη ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη σύγκρουση.
Ακολούθησε ο Στάρμερ. Περιόρισε τις δυνατότητες χρήσης βρετανικών βάσεων και ταυτόχρονα ελάφρυνε τις κυρώσεις στη Ρωσία για χρήση πετρελαικών προιόντων για λόγους εθνικού συμφέροντος (πηγές)
Τις τελευταίες ημέρες εξελίσσεται η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Donald Trump και την Giorgia Meloni.
Για αρκετούς μήνες η Ιταλίδα πρωθυπουργός παρουσιαζόταν ως η Ευρωπαία ηγέτιδα που μπορούσε να συνομιλεί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο με τον Αμερικανό πρόεδρο. Η προσωπική τους σχέση και η πολιτική τους εγγύτητα δημιουργούσαν την εικόνα μιας προνομιακής γέφυρας ανάμεσα στη Ρώμη και την Ουάσιγκτον.
Η εικόνα αυτή κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες.
Ο Trump κατηγόρησε δημόσια τη Meloni ότι η δημοτικότητά της μειώνεται επειδή αρνήθηκε να διευκολύνει αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν μέσω ιταλικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποστήριξε ότι τώρα επιδιώκει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της μαζί του.
Η απάντηση της Μελόνι ήταν ίσως η σημαντικότερη πολιτική δήλωση των τελευταίων ημερών.
«Η δημοτικότητά μου εξαρτάται από την ικανότητά μου να υπερασπίζομαι το εθνικό συμφέρον της Ιταλίας.»
Και αμέσως μετά:
«Η Ιταλία παραμένει κυρίαρχο κράτος.»
Δεν πρόκειται για μια απλή φράση υψηλής ρητορικής.
Αποτελεί υπενθύμιση ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ιταλία βρίσκονται σε ιταλικό έδαφος και λειτουργούν βάσει ενός σύνθετου νομικού πλαισίου, το οποίο περιλαμβάνει το ΝΑΤΟϊκό καθεστώς παρουσίας δυνάμεων (SOFA), αλλά κυρίως τις διμερείς συμφωνίες Ιταλίας–Ηνωμένων Πολιτειών που διέπουν τη λειτουργία των βάσεων. Οι συμφωνίες αυτές δεν συνεπάγονται αυτόματη έγκριση για κάθε στρατιωτική επιχείρηση. Για χρήσεις που υπερβαίνουν τις συνήθεις επιχειρήσεις υποστήριξης και εφοδιασμού, απαιτείται πολιτική έγκριση από τις ιταλικές αρχές και, κατά περίπτωση, κοινοβουλευτική διαδικασία.
Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται ούτε στον Trump ούτε στη Meloni.
Βρίσκεται στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή, διακρίνεται τόσο καθαρά ένα νέο ρήγμα μέσα στο ίδιο το δυτικό στρατόπεδο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραμένουν σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παραμένουν.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό.
Μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένες να εκχωρούν την πολιτική τους αυτονομία όταν μια υπερδύναμη ζητά στρατιωτικές διευκολύνσεις;
Για δεκαετίες η παρουσία αμερικανικών βάσεων στην Ευρώπη αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως αυτονόητη πραγματικότητα.
Σήμερα όμως η συζήτηση αλλάζει.
Ποιος αποφασίζει τελικά για τη χρήση αυτών των βάσεων;
Η Ουάσιγκτον;
Ή οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις των χωρών που τις φιλοξενούν;
Η έννοια της εθνικής κυριαρχίας, που για χρόνια είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, επιστρέφει στο επίκεντρο.
Και αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη συνέπεια της κρίσης με το Ιράν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται να αμφισβητεί ούτε το ΝΑΤΟ ούτε τη διατλαντική σχέση.
Φαίνεται όμως να αρχίζει να ζητά κάτι διαφορετικό:
σεβασμό στις εθνικές πολιτικές αποφάσεις ακόμη και όταν αυτές δεν συμπίπτουν με τις επιθυμίες της Ουάσιγκτον.
Εάν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί, τότε η περίφημη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης παύει να αποτελεί θεωρητική συζήτηση και αποκτά πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο.
Η κυριαρχία δεν δοκιμάζεται όταν όλα είναι ήρεμα.
Δοκιμάζεται όταν ο ισχυρότερος σύμμαχος ζητά να χρησιμοποιήσει το έδαφός σου για να διεξαγάγει έναν πόλεμο.
Η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση αυτής της συζήτησης.
Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει επιλέξει έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό στρατηγικής ευθυγράμμισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επεκτείνοντας τη διμερή αμυντική συνεργασία μέσω της MDCA και παρέχοντας ευρείες στρατιωτικές διευκολύνσεις. Η επιλογή αυτή βασίστηκε στη λογική ότι η στενότερη αμερικανική παρουσία ενισχύει την ελληνική αποτρεπτική ισχύ απέναντι στις διαρκείς προκλήσεις της Τουρκίας.
Το ζήτημα δεν είναι αν η ελληνική στρατηγική ήταν σωστή ή λανθασμένη. Θα κριθεί, βέβαια…
Ωστόσο, η στάση της Ισπανίας και της Ιταλίας επαναφέρει ένα νέο ερώτημα:
Είναι η στρατηγική συμμαχία ταυτόσημη με την αυτόματη πολιτική συναίνεση; Ή ακόμη και μέσα στις στενότερες συμμαχίες υπάρχουν στιγμές όπου ένα κράτος οφείλει να ασκεί έμπρακτα την κυριαρχία του;
Το βαθύτερο ζήτημα είναι αν η Ευρώπη εισέρχεται πλέον σε μια φάση όπου ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρούν ότι η εθνική κυριαρχία δεν εξαντλείται στην υπογραφή μιας αμυντικής συμφωνίας, αλλά δοκιμάζεται κάθε φορά που καλούνται να αποφασίσουν για τη χρήση του ίδιου τους του εδάφους.
Εάν η Ευρώπη διεκδικεί μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας, ποια θα είναι η ελληνική θέση σε αυτή τη νέα ισορροπία;
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα.
Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση επικαλείται την ανάγκη συλλογικής ασφάλειας για μια χώρα που δεν είναι μέλος της, όπως η Ουκρανία, μπορεί άραγε να υπάρξει αντίστοιχη πολιτική δέσμευση απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους της ίδιας της Ένωσης;
Οι απαντήσεις δεν έχουν ακόμη δοθεί.
Ωστόσο, η Ισπανία, η Ιταλία, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Emmanuel Macron, η πολιτική πίεση προς τον Keir Starmer και οι διαφορετικές επιλογές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δείχνουν ότι η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει.
Θα επανέλθουμε…










