Η συμφωνία που υπογράφηκε την Τετάρτη 5 Αυγούστου στο Μέγαρο Μαξίμου δεν αποτελεί απλώς την είσοδο ενός ακόμη επενδυτή σε ένα μεγάλο ενεργειακό έργο. Η γαλλική Meridiam εισέρχεται ως πλειοψηφικός μέτοχος στην Great Sea Interconnector, την εταιρεία ειδικού σκοπού που είχε συστήσει ο ΑΔΜΗΕ για την ανάπτυξη της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου. Ταυτόχρονα, ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans υπέγραψαν τριμερή συμφωνία για την ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών στον βυθό, το πρώτο κρίσιμο βήμα ώστε το έργο να επανεκκινήσει.
Η αλλαγή είναι ουσιαστική. Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στρατηγικός μέτοχος και βασικός τεχνικός εταίρος, όμως η πλειοψηφία της εταιρείας που θα αναπτύξει το έργο περνά στη Meridiam. Πρόκειται για μεταβολή ακόμη μεγαλύτερη από ό,τι προέβλεπαν οι παλαιότερες πληροφορίες, οι οποίες μιλούσαν για γαλλική συμμετοχή 49,9% και διατήρηση του 50,1% από τον ελληνικό Διαχειριστή. Το ακριβές νέο ποσοστό δεν ανακοινώθηκε επισήμως — γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη δημοσιοποίηση της νέας μετοχικής συμφωνίας, της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου και των δικαιωμάτων που διατηρεί κάθε πλευρά στις κρίσιμες αποφάσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «πουλήθηκε» το ελληνικό ηλεκτρικό δίκτυο ούτε ότι η Γαλλία απέκτησε κυριαρχικό έλεγχο σε ελληνική ή κυπριακή υποδομή. Σημαίνει, όμως, ότι ο εταιρικός έλεγχος του φορέα ανάπτυξης περνά σε ιδιωτικό γαλλικό επενδυτικό όμιλο. Η διάκριση είναι σημαντική, αλλά δεν ακυρώνει το πολιτικό ερώτημα: ποιος θα αποφασίζει για τη χρηματοδότηση, τις συμβάσεις, τις καθυστερήσεις και τις πιθανές υπερβάσεις ενός έργου που παρουσιάζεται ως στρατηγικός άξονας της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής;
Ο Great Sea Interconnector σχεδιάζεται να συνδέσει την Κρήτη με την Κύπρο και, σε μεταγενέστερη φάση, με το Ισραήλ. Εφόσον ολοκληρωθεί, θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, του τελευταίου κράτους-μέλους της ΕΕ που δεν είναι συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο. Με μήκος περίπου 1.240 χιλιομέτρων και βάθος που φτάνει τα 3.000 μέτρα, προβάλλεται ως η μεγαλύτερη και βαθύτερη διασύνδεση υψηλής τάσης του είδους της. Η στρατηγική του αξία είναι δεδομένη· η οικονομική και γεωπολιτική του βιωσιμότητα, όχι ακόμη.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως «ψήφο εμπιστοσύνης» και ως ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης και της κατανομής του ρίσκου. Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι ότι ένα έργο που είχε παγιδευτεί ανάμεσα σε χρηματοδοτικές αβεβαιότητες, καθυστερήσεις και γεωπολιτικές πιέσεις επιχειρεί πλέον να σωθεί με γαλλικό κεφάλαιο, γαλλική τεχνολογία και εμφανή πολιτική κάλυψη από το Παρίσι.
Ο επικεφαλής της Meridiam, Thierry Déau, δήλωσε ότι ο Εμανουέλ Μακρόν υποστηρίζει θερμά το έργο και επικοινωνεί καθημερινά μαζί του γι’ αυτό, ενώ η Nexans μίλησε ανοιχτά για τη συμβολή της «Team France».
Η γαλλική είσοδος λειτουργεί, επομένως, και ως γεωπολιτική ασπίδα. Οι έρευνες της διαδρομής έχουν βρεθεί στο επίκεντρο ελληνοτουρκικής έντασης, με την Άγκυρα να αμφισβητεί θαλάσσιες ζώνες και τουρκικά πολεμικά πλοία να έχουν παρεμποδίσει ερευνητικές εργασίες κοντά στην Κάσο και την Κάρπαθο. Η παρουσία δύο ισχυρών γαλλικών ομίλων —Meridiam και Nexans— αυξάνει το διπλωματικό κόστος μιας νέας παρεμπόδισης, χωρίς όμως να εξαφανίζει τον κίνδυνο ή να απαντά στο πώς θα αντιδράσουν Αθήνα, Λευκωσία και Παρίσι αν οι έρευνες μπλοκαριστούν ξανά.
Παραμένει, επίσης, ανοιχτός ο λογαριασμός. Το έργο είχε εκτιμηθεί στα 1,9 δισ. ευρώ, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 657 εκατ., αλλά η Λευκωσία έχει προειδοποιήσει ότι το κόστος ενδέχεται να έχει αυξηθεί και αναμένει νέα αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η Κύπρος εξακολουθεί να ζητά σαφείς απαντήσεις για τη βιωσιμότητα, τις υπερβάσεις και το βάρος που θα μεταφερθεί στους καταναλωτές. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά ενδεχόμενα αδικήματα που συνδέονται με το έργο.
Η συμφωνία, λοιπόν, δεν λύνει ακόμη το ζήτημα του καλωδίου. Αλλάζει τους συσχετισμούς. Η Meridiam φέρνει κεφάλαια και η Γαλλία πολιτικό βάρος· ο ΑΔΜΗΕ περιορίζει τη χρηματοδοτική έκθεσή του, αλλά παραχωρεί την εταιρική πλειοψηφία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το έργο παραμένει στρατηγικό — είναι. Το ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει τις αποφάσεις, ποιος θα αναλάβει τις υπερβάσεις και ποιος θα πληρώσει αν η γεωπολιτική επιστρέψει στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου.










