Η Ρωσία χτυπά τα λιμάνια των σιτηρών, η Ουκρανία τις ενεργειακές αρτηρίες της Ρωσίας. Μπορεί ο πόλεμος να γεννήσει μια νέα επισιτιστική κρίση;
Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας περνά όλο και βαθύτερα στις υποδομές που τροφοδοτούν όχι μόνο τα δύο κράτη, αλλά την παγκόσμια αγορά τροφίμων και ενέργειας.
Στις 13 Αυγούστου, η Ρωσία έπληξε το Izmail, το σημαντικότερο ουκρανικό λιμάνι στον Δούναβη και μία από τις βασικές εναλλακτικές οδούς εξαγωγής σιτηρών όταν τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας δεν λειτουργούν. Η επίθεση προκάλεσε ζημιές σε λιμενικές υποδομές και διακοπές ηλεκτροδότησης. Την ίδια ώρα η Ρουμανία απογείωσε μαχητικά, όταν εναέριος στόχος πέρασε για περίπου δύο λεπτά στον ρουμανικό εναέριο χώρο.
Η επίθεση δεν είναι μεμονωμένο επεισόδιο. Οι ουκρανικές εξαγωγές σιτηρών έχουν καταρρεύσει κατά περίπου 76% σε ετήσια βάση τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις στα λιμάνια της Οδησσού και η ουσιαστική παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας έχουν περιορίσει δραματικά τη ροή εμπορευμάτων.
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο επειδή περίπου το 90% των ουκρανικών αγροτικών εξαγωγών περνούσε κανονικά από θαλάσσιες οδούς. Οι εναλλακτικές —Δούναβης, σιδηρόδρομος, οδικές μεταφορές— δεν μπορούν εύκολα να υποκαταστήσουν αυτή την κλίμακα, ενώ η χαμηλή στάθμη του Δούναβη και οι περιορισμοί χωρητικότητας δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Ουκρανία χτυπά τη ρωσική ενεργειακή και λιμενική υποδομή. Στις 12 Αυγούστου επιτέθηκε στο Novorossiysk, έναν από τους σημαντικότερους ρωσικούς κόμβους εξαγωγής σιτηρών και ναυτική βάση στη Μαύρη Θάλασσα. Η επίθεση ανάγκασε μεγάλους grain terminals να διακόψουν προσωρινά τη λειτουργία τους και προκάλεσε άνοδο περίπου 3% στα futures σιταριού στο Σικάγο.
Παράλληλα, ουκρανικά drones έπληξαν το μεγάλο συγκρότημα διύλισης Salavat στη Bashkortostan, περίπου 1.300 χιλιόμετρα μέσα στη Ρωσία, σε μια ευρύτερη εκστρατεία κατά της ρωσικής ενεργειακής υποδομής.
Οι δύο πλευρές, δηλαδή, χτυπούν διαφορετικές αρτηρίες της ίδιας παγκόσμιας οικονομίας: η Ρωσία τα ουκρανικά σιτηρά, η Ουκρανία τη ρωσική ενέργεια και, πλέον, μέρος των ρωσικών εξαγωγικών υποδομών.
Και εδώ αρχίζει να εμφανίζεται το ερώτημα μιας νέας επισιτιστικής κρίσης.
Η απάντηση προς το παρόν είναι: όχι ακόμη.
Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO παραμένει αισθητά χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του Μαρτίου 2022. Τον Ιούνιο του 2026 βρισκόταν περίπου 18,7% κάτω από εκείνο το peak, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα βασικών δημητριακών εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημαντικό μαξιλάρι.
Αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από τις μεγάλες κρίσεις τιμών του παρελθόντος.
Το 1995–96, για παράδειγμα, η παγκόσμια αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με πολύ χαμηλούς λόγους αποθεμάτων προς κατανάλωση και απότομη άνοδο στις τιμές των δημητριακών. Η μέση τιμή του σιταριού το 1995 ήταν περίπου 18% υψηλότερη από το 1994 και 26% υψηλότερη από το 1993.
Η πολύ μεγαλύτερη κρίση του 2007–08 συνδύασε χαμηλά αποθέματα, ακριβή ενέργεια, αυξανόμενο κόστος λιπασμάτων, περιορισμούς εξαγωγών και κερδοσκοπική πίεση στις αγορές. Τότε οι τιμές βασικών τροφίμων σχεδόν διπλασιάστηκαν και σε δεκάδες χώρες προκλήθηκαν κοινωνικές αναταραχές.
Σήμερα δεν έχουμε ακόμη αυτή την εικόνα.
Έχουμε όμως έναν επικίνδυνο συνδυασμό.
Η Ρωσία και η Ουκρανία εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% των προβλεπόμενων παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού. Το FAO προβλέπει πτώση της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού το 2026/27 κατά περίπου 3,8%, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι οι τιμές ενέργειας και λιπασμάτων αυξάνονται έντονα λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Αυτό έχει σημασία γιατί η επισιτιστική κρίση σπάνια προκαλείται από έναν μόνο παράγοντα.
Δεν χρειάζεται να «τελειώσει το σιτάρι».
Αρκεί να γίνει ακριβότερη η παραγωγή, ακριβότερη η μεταφορά, δυσκολότερη η ασφάλιση των πλοίων και λιγότερο προβλέψιμες οι εξαγωγές. Και τότε οι πιο ευάλωτες χώρες —κυρίως στη Μέση Ανατολή και την Αφρική— είναι οι πρώτες που πληρώνουν το τίμημα.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η Ουκρανία πρότεινε ήδη μέσω τρίτου μέρους μια περιορισμένη εκεχειρία στη Μαύρη Θάλασσα για πολιτικά πλοία και λιμενικές υποδομές, επικαλούμενη ακριβώς τον κίνδυνο για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Η Ρωσία απέρριψε στις 14 Αυγούστου την ιδέα μιας τέτοιας «μισής λύσης» λέγοντας ότι δεν υπάρχει χώρος για «ημίμετρα». Η Τουρκία επιχειρεί επίσης να διαμεσολαβήσει.
Αυτό ίσως είναι το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο.
Η κλιμάκωση έχει ήδη πραγματικές οικονομικές συνέπειες: οι ουκρανικές εξαγωγές σιτηρών έχουν μειωθεί περίπου 76% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, ενώ τα πλήγματα και στις δύο πλευρές της Μαύρης Θάλασσας έχουν αρχίσει να ανεβάζουν τις διεθνείς τιμές δημητριακών.
Όταν η Ουκρανία ανοίγει συζήτηση “εκεχειρίας για τα λιμάνια”, σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται πως η ζημιά έχει αρχίσει να ξεπερνά το πεδίο της μάχης.
Δεν έχουμε ακόμη μια νέα παγκόσμια επισιτιστική κρίση.
Έχουμε όμως τις πρώτες συνθήκες μέσα από τις οποίες μπορεί να γεννηθεί μία.
Και αυτή τη φορά η φωτιά δεν βρίσκεται στα χωράφια.
Βρίσκεται στα λιμάνια, στα διυλιστήρια, στα ασφαλιστήρια των πλοίων και στους θαλάσσιους δρόμους από τους οποίους περνά το ψωμί εκατομμυρίων ανθρώπων.










