Από τον Πύργο των παιδικών της χρόνων μέχρι την πολιτική, την αξιοκρατία και το μέλλον της Ηλείας. Η Μαρινίκη Θεοδώρου μιλά στο The Noèma n&m για όσα την διαμόρφωσαν — και για όσα πιστεύει ότι πρέπει να αλλάξουν.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ • THE NOÈMA n&m
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Πύργος των παιδικών και νεανικών χρόνων της Μαρινίκης Θεοδώρου ήταν μια πόλη που διατηρούσε ακόμη τις μνήμες της παλαιάς αστικής της ακμής, αλλά βίωνε ήδη μια βαθιά κοινωνική μετάβαση.
Οι πληγές του Εμφυλίου παρέμεναν νωπές, ενώ η αστικοποίηση των δεκαετιών του 1960 και του 1970 άλλαζε σταδιακά τη σύνθεση και τον χαρακτήρα της πόλης. Άνθρωποι από τα χωριά της Ηλείας μετακινούνταν προς τον Πύργο, ο οποίος ενίσχυε τον ρόλο του ως διοικητικό κέντρο του νομού. Νέες κοινωνικές ομάδες αποκτούσαν πρόσβαση στη μόρφωση, στη δημόσια διοίκηση και σε έναν τρόπο ζωής που λίγα χρόνια νωρίτερα έμοιαζε απρόσιτος.
Ύστερα ήρθε η «Αλλαγή». Για μια ολόκληρη γενιά δεν υπήρξε μόνο πολιτικό σύνθημα, αλλά η υπόσχεση μιας ευρύτερης κοινωνικής ανόδου. Η εκπαίδευση, η εργασία και η επιμονή παρουσιάζονταν σχεδόν ως ασφαλές εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή. Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η υπόσχεση αυτή έμοιαζε να επιβεβαιώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης ευμάρειας, κατανάλωσης και αισιοδοξίας.
Στην ελληνική περιφέρεια, όμως, οι μεγάλες εθνικές μεταβολές αποτυπώνονταν πάντοτε με πιο έντονο και συχνά πιο αντιφατικό τρόπο. Δίπλα στις νέες δυνατότητες παρέμεναν οι κοινωνικές ανισότητες, οι πελατειακές σχέσεις, οι περιορισμένες επιλογές και η αίσθηση ότι ο τόπος προχωρούσε πιο αργά από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η Μαρινίκη Θεοδώρου ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αυτή την υπόσχεση, έφυγε για να σπουδάσει και να αποκτήσει εμπειρίες, ενηλικιώθηκε λίγο πριν από την κατάρρευση των παλαιών βεβαιοτήτων και επέστρεψε —όχι απαραίτητα με τη γεωγραφική έννοια— για να ασχοληθεί ενεργά με τον τόπο της.
Η συζήτηση που ακολουθεί δεν είναι μια συνηθισμένη κομματική συνέντευξη. Επιδιώξαμε να γνωρίσουμε τη γυναίκα πίσω από το οργανωμένο βιογραφικό: τις αναμνήσεις της από τον Πύργο, τη μουσική και τα διαβάσματά της, την επαγγελματική της διαδρομή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοκρατία και τον ρόλο της πολιτικής.
Επιδιώξαμε μια συζήτηση καλοκαιρινή και ανάλαφρη στον τόνο, αλλά όχι επιφανειακή. Γιατί πίσω από λέξεις όπως «ανάπτυξη», «επιστροφή», «ευκαιρίες» και «κοινωνικό κράτος» παραμένει πάντοτε το δυσκολότερο ερώτημα: πώς μετατρέπονται όλα αυτά σε πραγματική ζωή για τους ανθρώπους;
Η ελευθερία δεν είναι πραγματική όταν υπάρχει μόνο για εκείνον που διαθέτει ήδη τα μέσα να την ασκήσει.

Ποιά είναι…
Η Μαρινίκη Θεοδώρου είναι δικηγόρος, με επαγγελματική εμπειρία κυρίως στο εμπορικό και φορολογικό δίκαιο. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση, Νομική, φορολογικό δίκαιο και Διακυβέρνηση. Είναι επίσης πιστοποιημένη δικηγόρος στον τομέα της νομοθεσίας και της ηθικής της τεχνητής νοημοσύνης. Ήταν υποψήφια ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής το 2024 και σήμερα είναι Αναπληρώτρια Γραμματέας του Τομέα Οικονομικών του κόμματος. Έχει εκφράσει την πρόθεσή της να είναι υποψήφια στην Ηλεία στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Μεγαλώσατε σε μια πόλη που διατηρούσε ακόμη τις μνήμες της παλαιάς αστικής της ακμής, αλλά βίωνε ήδη μια μεγάλη κοινωνική μετάβαση. Ποιον Πύργο θυμάστε από τα παιδικά και εφηβικά σας χρόνια;
Μεγάλωσα σε έναν Πύργο όπου, τουλάχιστον για μένα, τα παιδικά χρόνια ήταν όμορφα και ανέμελα. Ένιωθα ασφάλεια. Είχα μια οικογένεια που με στήριζε, δασκάλους και καθηγητές που αγαπούσα και εκτιμούσα πραγματικά, και μια καθημερινότητα γεμάτη σχολείο, πιάνο, αγγλικά, γαλλικά, μπαλέτο και, φυσικά, παιχνίδι με τους φίλους μου.
Αν τελείωνα νωρίς το διάβασμα, ήξερα ότι θα έβγαινα για ποδήλατο, για μπάσκετ στην Αγία Βαρβάρα, για μια βόλτα στην πλατεία ή ότι θα έπαιζα με τις φίλες μου στο σπίτι μου ή στο δικό τους. Σήμερα καταλαβαίνω πόσο σημαντικό προνόμιο ήταν αυτή η αίσθηση ασφάλειας, προστασίας, αγάπης και ξεγνοιασιάς.
Την ίδια στιγμή, όμως, άρχισα από πολύ νωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ζούσαμε όλα τα παιδιά την ίδια πραγματικότητα. Το έβλεπα σε μικρές λεπτομέρειες: στα ρούχα που φορούσαμε, στις διαφορετικές εμπειρίες που κουβαλούσε ο καθένας μας, στα ταξίδια που κάποιοι είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε, ενώ για άλλα παιδιά ακόμη και μια επίσκεψη στην Αθήνα έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική.
Δεν είχα τότε τις λέξεις για να το περιγράψω. Σήμερα γνωρίζω ότι εκείνες ήταν οι πρώτες εικόνες κοινωνικών ανισοτήτων. Με τον παιδικό μου τρόπο προσπαθούσα να αισθανόμαστε όλοι μέρος της ίδιας παρέας, με κοινά σημεία τη μάθηση, το παιχνίδι και τη χαρά της ηλικίας μας. Ίσως εκεί, χωρίς να το καταλαβαίνω, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα της ισότητας των ευκαιριών,
Μιλάτε για έναν προστατευμένο παιδικό κόσμο, μέσα στον οποίο αρχίσατε, ωστόσο, να διακρίνετε τις κοινωνικές ανισότητες. Παράλληλα, κάθε έξοδος από τα όρια της Ηλείας σάς έφερνε αντιμέτωπη με όσα υπήρχαν αλλού και έλειπαν από τον τόπο σας. Πώς μετατράπηκαν αυτές οι πρώτες απορίες στη σημερινή σας αντίληψη για την αξιοκρατία, τη δικαιοσύνη και τον ρόλο της πολιτικής;
Κάθε φορά που έβγαινα έξω από τα όρια του Πύργου και της Ηλείας, επέστρεφα με τις ίδιες απορίες: «Γιατί εκεί έχουν αυτό κι εμείς όχι; Γιατί δεν θα μπορούσαμε να το έχουμε κι εδώ;». Δεν γνώριζα τότε πώς αλλάζουν τα πράγματα. Ήξερα μόνο ότι ήθελα κάποτε να συμβάλω κι εγώ, με όποιον τρόπο μπορούσα, ώστε ο τόπος μου να εξελίσσεται.
Υπήρχαν, φυσικά, και οι αντιφάσεις. Έβλεπα ανθρώπους με ικανότητες, διάθεση και αξία να μην προχωρούν όσο τους άξιζε, επειδή πολλές φορές μεγαλύτερη σημασία είχε ποιον γνώριζες παρά τι μπορούσες να προσφέρεις. Αυτό με προβλημάτιζε από μικρή και πιστεύω ότι επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι σήμερα την αξιοκρατία, τη δικαιοσύνη και τον ρόλο της πολιτικής.
Όταν έφυγα για σπουδές, πίστευα ότι είχα όλα τα εφόδια για να πετύχω. Στην πραγματικότητα, είχα κυρίως γερές βάσεις. Στην πορεία κατάλαβα ότι η ζωή είναι πολύ πιο απαιτητική και ότι η γνώση, η εργατικότητα και οι αξίες είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν πάντοτε από μόνες τους.
Αυτό δεν με απογοήτευσε. Με ώθησε να ανοίξω τα δικά μου φτερά, χωρίς βεβαιότητες και χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Κοιτάζοντας πίσω, νιώθω ευγνωμοσύνη. Ο Πύργος μού έδωσε τις πρώτες μου αξίες, τις πρώτες μου απορίες και, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνομαι τότε, τον πρώτο λόγο να πιστέψω ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Η δική σας γενιά μεγάλωσε με την υπόσχεση ότι η μόρφωση, η εργασία και η επιμονή οδηγούν σχεδόν νομοτελειακά σε μια καλύτερη ζωή. Ενηλικιώθηκε, όμως, λίγο πριν από την κατάρρευση αυτής της βεβαιότητας. Πώς βίωσε αυτή τη διάψευση και πόσο επηρέασε τη δική σας απόφαση να περάσετε από την ατομική διαδρομή στην πολιτική συμμετοχή;
Ο θαυμασμός μου για τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν δεν σημαίνει ότι θεωρώ πως οι πολιτικές λύσεις μιας άλλης εποχής μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στο σήμερα. Διαφορετικές ήταν οι ιστορικές συνθήκες, η δομή της οικονομίας, η σύνθεση της εργατικής τάξης και οι ανάγκες της κοινωνίας.
Η γενιά μου μεγάλωσε με μια πολύ ισχυρή πεποίθηση: ότι η μόρφωση, η δουλειά και η επιμονή μπορούν να σου ανοίξουν δρόμους. Αυτή η πεποίθηση είχε μεγάλη αξία, γιατί μας έδωσε το κίνητρο να προσπαθήσουμε.
Όταν, όμως, μπήκαμε στην ενήλικη ζωή και στην αγορά εργασίας, πολλοί από εμάς συναντήσαμε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Η κρίση δεν ήταν μόνο μια οικονομική δυσκολία. Ήταν μια ρήξη με μια ολόκληρη αντίληψη για το μέλλον.
Νέοι άνθρωποι που είχαν σπουδάσει, προσπαθήσει και επενδύσει στον εαυτό τους βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με περιορισμένες ευκαιρίες, αβεβαιότητα και την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τα σχέδιά τους.
Για μένα, αυτή η εμπειρία δεν ακύρωσε την αξία της προσπάθειας. Αντίθετα, την έκανε πιο ώριμη. Κατάλαβα ότι η προσωπική ευθύνη είναι απαραίτητη, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί μόνη της. Η Πολιτεία οφείλει να δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η προσπάθεια, η γνώση και η εργατικότητα μπορούν πραγματικά να ανταμειφθούν.
Ίσως αυτός να είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που με έφεραν πιο κοντά στην πολιτική: η ανάγκη να μην περιοριζόμαστε μόνο στην ατομική μας διαδρομή, αλλά να προσπαθούμε να βελτιώσουμε και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν οι άνθρωποι.
Οι σπουδές, οι επαγγελματικοί τίτλοι και η πολιτική δραστηριότητα συνθέτουν ένα ιδιαίτερα οργανωμένο δημόσιο προφίλ. Πόσο οργανωμένη υπήρξε στην πραγματικότητα αυτή η διαδρομή και ποια πλευρά της Μαρινίκης Θεοδώρου δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε κανένα βιογραφικό;
Το βιογραφικό αποτυπώνει τις σπουδές, τους τίτλους και τις εμπειρίες. Δεν δείχνει, όμως, τη διαδρομή που βρίσκεται πίσω από αυτά: τις αμφιβολίες, τις δυσκολίες, τις αποτυχίες, αλλά και τις στιγμές κατά τις οποίες χρειάστηκε να ξαναπροσπαθήσω ή να ξεκινήσω από την αρχή.
Για μένα, λοιπόν, δεν πρόκειται για ένα απολύτως οργανωμένο και προδιαγεγραμμένο βιογραφικό. Είναι μια μη γραμμική διαδρομή, γεμάτη αναζήτηση, επιμονή και δοκιμές, μέσα από τις οποίες έπρεπε κάθε φορά να προσαρμόζομαι στα νέα δεδομένα, ώστε να μη μένω στάσιμη ή έξω από τις εξελίξεις εξαιτίας μιας κρίσης ή άλλων εξωτερικών παραγόντων.
Έχω τσακωθεί με τη στασιμότητα και την αδράνεια. Πιστεύω πολύ στη διαρκή εξέλιξη. Ακόμη και ως επαγγελματίας, χρειάστηκε να επιστρέψω στα θρανία, να μάθω ξανά και να αναζητήσω νέα γνώση. Για μένα η μάθηση είναι τρόπος ζωής και εργαλείο που δεν παύει ποτέ να είναι αναγκαίο.
Εκείνο που ίσως δεν φαίνεται προς τα έξω είναι η ανθρώπινη πλευρά πίσω από τις επιλογές μου: η ευαισθησία απέναντι στην αδικία και η επιθυμία να κατανοώ τους ανθρώπους, αντί να αξιολογώ απλώς καταστάσεις. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, αλλά χρειάζομαι και την απόσταση από αυτόν· τον χρόνο να μένω με τον εαυτό μου, ώστε να κατανοώ καλύτερα τόσο εμένα όσο και τους άλλους.
Όταν κλείνουν το δικηγορικό γραφείο, οι συνεδριάσεις και οι δημόσιες υποχρεώσεις, τι απομένει; Ποια μουσική ακούτε, τι διαβάζετε και ποια πλευρά της Μαρινίκης Θεοδώρου δεν βλέπει συνήθως ο κόσμος; Παράλληλα, ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα —η καθημερινότητα, οι σχέσεις, ακόμη και οι πιο προσωπικές στιγμές— καταλήγουν σε δημόσια θέα. Υπάρχει, για εσάς, ένα όριο; Πού τραβάτε τη γραμμή ανάμεσα στη δημόσια παρουσία και στην προσωπική ζωή — και τι επιλέγετε συνειδητά να κρατάτε μόνο για τον εαυτό σας;

Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε πολλές πλευρές και ότι κανείς δεν μπορεί να χωρέσει αποκλειστικά σε έναν επαγγελματικό τίτλο ή σε μια δημόσια εικόνα.
Η δουλειά μου, η δικηγορία, και πιο πρόσφατα η πολιτική δραστηριότητα απαιτούν πολύ χρόνο και μεγάλη αφοσίωση. Θεωρώ, όμως, σημαντικό να υπάρχει πάντοτε χώρος και για όσα μας κρατούν ανθρώπους και μας βοηθούν να γεμίζουμε τις μπαταρίες μας.
Η μουσική με συνοδεύει από μικρή, όπου κι αν βρίσκομαι. Σε ένα διάλειμμα, στη διαδρομή προς την επόμενη υποχρέωση ή μέχρι την επόμενη συνάντηση, σχεδόν πάντα ακούω μουσική.
Όταν δεν ακούω μουσική, διαβάζω. Και διαβάζω συνήθως για να μάθω, όχι απαραίτητα για να χαλαρώσω. Για πολλά χρόνια διάβαζα πολύ λογοτεχνία και ίσως, αυτή την περίοδο της ζωής μου, να την έχω κάπως χορτάσει. Έτσι στρέφομαι περισσότερο στα δοκίμια, επειδή αισθάνομαι ότι μου προσφέρουν τη γνώση και την πνευματική τροφή που αναζητώ σήμερα.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά αυτής της ισορροπίας: τα όρια ανάμεσα στη δημόσια παρουσία και στην προσωπική ζωή. Ζούμε σε μια εποχή και μια χώρα όπου υπάρχει μεγάλη πίεση για διαρκή έκθεση. Σχεδόν κάθε στιγμή μπορεί να γίνει δημόσια εικόνα. Για μένα υπάρχει μια ξεκάθαρη διαφορά ανάμεσα στη δημόσια παρουσία και στην προσωπική ζωή.
Ως άνθρωπος που επιλέγει να συμμετέχει στα κοινά, θεωρώ αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει διαφάνεια, λογοδοσία και ανοιχτή επικοινωνία με τους πολίτες. Η προσωπική ζωή, όμως, έχει και έναν χώρο που χρειάζεται προστασία. Υπάρχουν στιγμές και άνθρωποι που έχουν αξία ακριβώς επειδή παραμένουν μακριά από τη δημόσια θέα.
Μέχρι τώρα, πάντως, μας περιγράφετε έναν άνθρωπο που ακόμη και όταν ξεκουράζεται… μαθαίνει. Υπάρχει κάτι εντελώς ελαφρύ, «άχρηστο» ή απλώς απολαυστικό στο οποίο παραδίνεστε χωρίς ενοχές; Μια σειρά, ένα τραγούδι στο repeat, μια αυθόρμητη έξοδος ή κάποιο μικρό guilty pleasure που δεν χρειάζεται απαραίτητα να σας εξελίξει;
Δεν έχω καμία ενοχή για τη χαλάρωση και τις μικρές απολαύσεις. Ίσα-ίσα, πιστεύω πως πολλές φορές εκεί κρύβονται πράγματα που μας εξελίσσουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Μια ταινία, μια σειρά, μια ιστορία μπορεί να σου αλλάξει μια σκέψη, να σου ανοίξει έναν καινούργιο τρόπο να βλέπεις τους ανθρώπους, να σου γεννήσει μια ιδέα ή απλώς να σε κάνει να καταλάβεις λίγο καλύτερα τον εαυτό σου.
Είμαι ταινιοφάγος και σειριοφάγος, κυρίως ξένων παραγωγών, και το απολαμβάνω χωρίς τύψεις. Μερικές φορές, για να πας μπροστά, χρειάζεται απλώς να καθίσεις στον καναπέ, να πατήσεις play και να αφήσεις το μυαλό σου να ταξιδέψει.
Ακολουθήσατε τη διαδρομή πολλών νέων της ελληνικής περιφέρειας: φύγατε για να σπουδάσετε, να αποκτήσετε εμπειρίες και να δημιουργήσετε επαγγελματικά. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα «επιστρέφω στον τόπο μου»;
Εάν δεν υπάρχουν άνθρωποι —απλοί πολίτες, επαγγελματίες και πολιτικοί— που θα αποφασίσουν ότι πραγματικά θέλουν το καλό αυτού του τόπου και όχι μόνο το ατομικό τους καλό, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για όσα σχέδια θέλετε. Να μιλήσουμε για χρηματοδοτήσεις και τρόπους διεκδίκησης.
Το να φύγεις από τον τόπο σου δεν σημαίνει ότι τον εγκαταλείπεις.
Έφυγα από τον Πύργο γιατί ήθελα να μάθω, να εξελιχθώ, να γνωρίσω διαφορετικές πραγματικότητες και να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου. Ήταν μια επιλογή που είχε κόστος, καθυστερήσεις και αρκετές θυσίες. Κάθε εμπειρία που αποκτούσα, όμως, με έκανε να στρέφω ξανά το βλέμμα προς τον τόπο μου. Κάθε φορά που έβλεπα κάτι να λειτουργεί καλύτερα αλλού, σκεφτόμουν: «Γιατί να μην μπορούμε να το δημιουργήσουμε κι εδώ;».
Δεν θα χρησιμοποιούσα ακριβώς τη λέξη «επιστροφή», γιατί δεν αποκόπηκα ποτέ ολοκληρωτικά από τον Πύργο, ούτε μπορώ να πω ότι επιστρέφω με την έννοια μιας οριστικής εγκατάστασης. Θα έλεγα περισσότερο ότι αποφάσισα να ασχοληθώ ενεργά με τον τόπο μου, να προσφέρω μια διαφορετική ματιά και να ενώσω τις δυνάμεις μου με ανθρώπους που ενδιαφέρονται για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.
Αν υπάρχει ένας στόχος, είναι να μπορέσουμε μαζί να ταράξουμε τη στασιμότητα και να δημιουργήσουμε συνθήκες πραγματικής εξέλιξης για την Ηλεία.
Δεν πιστεύω, βέβαια, ότι κάποιος επιστρέφει επειδή θεωρεί πως έχει όλες τις απαντήσεις ή ότι μπορεί μόνος του να αλλάξει έναν τόπο. Πιστεύω, όμως, ότι κάθε άνθρωπος που έχει αποκτήσει γνώσεις και εμπειρίες έχει και μια ευθύνη: να προσπαθήσει να τις αξιοποιήσει προς όφελος της κοινωνίας.
Μιλάμε συχνά για επιστροφή των νέων ανθρώπων στην Ηλεία. Χωρίς αξιοπρεπείς αμοιβές, στέγη, μεταφορές, σύγχρονες υπηρεσίες και δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, μήπως τους ζητάμε να επιστρέψουν περισσότερο από νοσταλγία παρά από λογική;
Νομίζω ότι αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.
Η αγάπη για τον τόπο είναι πολύ σημαντική, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να κρατήσει έναν νέο άνθρωπο. Η νοσταλγία δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας, δεν λύνει το πρόβλημα της στέγης και δεν αντικαθιστά τις ευκαιρίες.
Κι εγώ έφυγα για να σπουδάσω και να αποκτήσω εμπειρίες. Δεν έφυγα επειδή δεν αγαπούσα τον τόπο μου. Έφυγα γιατί ήθελα να ανοίξω τους ορίζοντές μου και να μπορέσω να φέρω όλα όσα γνώρισα ως χρήσιμα, πίσω στη χώρα μου και ειδικά στον τόπο μου. Αυτή είναι μια άλλη κληρονομιά που θέλω να προσφέρω απλόχερα.
Χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια περιφέρεια που δεν θα αντιμετωπίζεται ως δεύτερη επιλογή. Έναν τόπο όπου ένας νέος μπορεί να εργαστεί, να επιχειρήσει, να δημιουργήσει οικογένεια και να έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες.
Η επιστροφή των νέων θα έρθει όταν η Πολιτεία δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να είναι μια λογική και βιώσιμη επιλογή. Χρειάζεται, όμως, και κάτι ακόμη: να ξεπεράσουμε ορισμένες κλειστές νοοτροπίες που επιβιώνουν συχνά στις μικρές κοινωνίες. Ένας νέος άνθρωπος που έχει φύγει, έχει αγωνιστεί, έχει αποκτήσει εμπειρίες και επιστρέφει με νέες ιδέες δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία ούτε να καλείται απλώς να προσαρμοστεί σε όσα ήδη υπάρχουν.
Αν σας ζητούσαμε να καταρτίσετε ένα εφαρμόσιμο πενταετές σχέδιο για την Ηλεία, ποιες θα ήταν οι τρεις πρώτες παρεμβάσεις σας;
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δούμε πού βρίσκεται η Ηλεία σήμερα. Είναι ένας τόπος με μεγάλες δυνατότητες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί. Άρα, δεν μπορούμε να μιλάμε απλώς για ένα πενταετές σχέδιο, αλλά για μια πλήρη ανασυγκρότηση.
Θα μπορούσα να μιλήσω για πολλές ιδέες και παρεμβάσεις: για τις υποδομές που μας λείπουν, για την έλλειψη συνδεσιμότητας του νομού και για τρόπους που δεν θα αποκλείουν τις επενδύσεις και θα συμβάλλουν στην τοπική οικονομία, για τις πολυπόθητες πανεπιστημιακές σχολές, για την παραγωγή, για εμπορικό κέντρο όπως παλιά και για πάρα πολλά ακόμη.
Θέλω, όμως, να μιλήσω για κάτι βαθύτερο και πιο δύσκολο, το οποίο δεν απαιτεί ούτε χρήματα ούτε σχέδιο μελέτης και υλοποίησης: για τη βούληση, τη διεκδίκηση και τη γενικότερη πολιτική κουλτούρα του τόπου μας.
Εάν δεν υπάρχουν άνθρωποι —απλοί πολίτες, επαγγελματίες και πολιτικοί— που θα αποφασίσουν ότι πραγματικά θέλουν το καλό αυτού του τόπου και όχι μόνο το ατομικό τους καλό, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για όσα σχέδια θέλετε. Να μιλήσουμε για χρηματοδοτήσεις και τρόπους διεκδίκησης.
Η Ηλεία θα προχωρήσει μισό ή ακόμη και ένα βήμα μπροστά, εάν υπάρξει αυτή η κοινωνική και πολιτική απαίτηση και βούληση. Και είμαι σίγουρη ότι τότε θα βρεθούν οι τρόποι, όπως βρέθηκαν και για άλλους γειτονικούς νομούς.

Η δική σας διαδρομή δείχνει μεγάλη πίστη στην προσωπική προσπάθεια, στην εργατικότητα και στην ατομική ευθύνη. Μπορούμε, όμως, να λέμε απλώς σε έναν άνθρωπο «προσπάθησε περισσότερο», όταν δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία; Πού τελειώνει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η ευθύνη της Πολιτείας να εξασφαλίζει πραγματικές ίσες ευκαιρίες; Και τι σημαίνει για εσάς αξιοκρατία στην πράξη;
Πιστεύω πολύ στην αξία της προσωπικής προσπάθειας. Το έχω βιώσει και στη δική μου πορεία. Η επιμονή, η εργατικότητα και η διάθεση να εξελίσσεσαι είναι στοιχεία που σε βοηθούν να προχωρήσεις. Δεν πιστεύω, όμως, ότι αρκεί να λέμε στους ανθρώπους «προσπάθησε περισσότερο», όταν δεν έχουν όλοι τις ίδιες αφετηρίες.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να εγγυηθεί σε όλους την ίδια πορεία ζωής. Οφείλει, όμως, να εξασφαλίζει ότι κανείς δεν θα αποκλείεται πριν καν προσπαθήσει.
Για μένα, αξιοκρατία σημαίνει ότι όλοι έχουν μια πραγματική ευκαιρία να προσπαθήσουν και να κρίνονται με βάση τα προσόντα και τις ικανότητές τους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι θα φτάσουν στο ίδιο σημείο, αλλά ότι κανείς δεν θα στερηθεί εξαρχής τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη δική του διαδρομή.
Ίσως, λοιπόν, θα ήταν πιο έντιμο να λέμε στους νέους ανθρώπους: «Εσύ κάνε αυτό που θέλεις και μπορείς, κι εμείς θα είμαστε εκείνοι που θα προσπαθήσουμε περισσότερο για εσένα».
Ως δικηγόρος με εμπειρία στις επιχειρήσεις και στις επενδύσεις, γνωρίζετε τη λειτουργία της αγοράς. Όταν η ανάπτυξη συγκρούεται με την κοινωνία, με ποια κριτήρια επιλέγετε πλευρά;
Πιστεύω πολύ στην ανάπτυξη και στη δύναμη της επιχειρηματικότητας. Μια χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς παραγωγή, επενδύσεις και ανθρώπους που δημιουργούν.
Μια επένδυση, όμως, πρέπει να αξιολογείται συνολικά: από τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί, από το όφελος που αφήνει στην κοινωνία, από τον σεβασμό προς το περιβάλλον και από τις συνέπειές της για τις επόμενες γενιές.
Δεν θεωρώ ότι η οικονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη είναι αντίπαλες έννοιες. Αντίθετα, πραγματική ανάπτυξη είναι εκείνη που συνδυάζει την οικονομική πρόοδο με την κοινωνική συνοχή.
Η αγορά χρειάζεται κανόνες, αρκεί να είναι δίκαιοι και σταθεροί. Θα επιλέγω, λοιπόν, ό,τι έχει ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται δυσκολίες ή κόστος. Δεν θα επιλέγω την πλευρά της απληστίας, της αδιαφορίας και της αδικίας.
Έχω μάθει να αναζητώ λύσεις και διεξόδους ακόμη και όταν κάτι φαίνεται δύσκολο. Επιλέγω την ανθρωπιά, τον επαγγελματισμό και μια ανάπτυξη της οποίας τα οφέλη διαχέονται στην κοινωνία. Είμαι απέναντι σε οτιδήποτε χρησιμοποιεί την κοινωνία, την υποβαθμίζει ή την ευτελίζει.
Η ανάπτυξη συγκρούεται με την κοινωνία όταν πραγματοποιείται σε βάρος της και χωρίς τη συμμετοχή της. Όταν η κοινωνία ενημερώνεται ουσιαστικά, συμμετέχει στις αποφάσεις και απολαμβάνει πραγματικό όφελος, τότε οι δύο πλευρές μπορούν να συμπορευθούν.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο χρειάζονται άνθρωποι και θεσμοί που μπορούν να λειτουργήσουν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα και στις ανάγκες της κοινωνίας.
Η απάντησή σας θέτει ένα σαφές πλαίσιο αρχών. Στην πράξη, όμως, οι συγκρούσεις είναι συχνά πολύ πιο δύσκολες. Αν μια μεγάλη επένδυση δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισόδημα, αλλά συνοδεύεται από ασαφείς δεσμεύσεις ως προς τα αντισταθμιστικά οφέλη για το σύνολο της τοπικής κοινωνίας και, ταυτόχρονα, επιβαρύνει σοβαρά το περιβάλλον ή την ποιότητα ζωής των κατοίκων, ποια είναι τα όρια πέρα από τα οποία θα λέγατε καθαρά «όχι»;
Δεν θα έδινα λευκή επιταγή σε καμία επένδυση μόνο και μόνο επειδή υπόσχεται θέσεις εργασίας και εισόδημα. Οι θέσεις εργασίας είναι ασφαλώς σημαντικές, πρέπει όμως να είναι πραγματικές, αξιοπρεπείς, με διάρκεια και να συνδέονται ουσιαστικά με την τοπική κοινωνία. Αντίστοιχα, τα αντισταθμιστικά οφέλη δεν μπορεί να περιορίζονται σε γενικές υποσχέσεις. Οφείλουν να είναι συγκεκριμένα, κοστολογημένα, δεσμευτικά και ελέγξιμα.
Για μένα, το όριο ξεπερνιέται όταν υπάρχει σοβαρή ή μη αναστρέψιμη βλάβη στο περιβάλλον, στη δημόσια υγεία, στους φυσικούς πόρους ή στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Επίσης, όταν η τοπική κοινωνία καλείται να επωμιστεί το κόστος μιας επένδυσης, ενώ το όφελος περιορίζεται αποκλειστικά σε εκείνον που την πραγματοποιεί. Σε μια τέτοια περίπτωση θα έλεγα καθαρά «όχι», ακόμη κι αν υπήρχαν ορισμένα βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
Πριν ληφθεί μια απόφαση, χρειάζονται αξιόπιστες και ανεξάρτητες μελέτες, πλήρης διαφάνεια, ουσιαστική ενημέρωση και συμμετοχή της κοινωνίας, αλλά και δεσμευτικοί μηχανισμοί ελέγχου μετά την έναρξη της επένδυσης. Όταν οι όροι παραμένουν ασαφείς ή δεν υπάρχει δυνατότητα πραγματικού ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, η επένδυση δεν πρέπει να προχωρά.
Η ανάπτυξη δεν είναι ένα απλό λογιστικό άθροισμα, στο οποίο συμψηφίζουμε κάποιες θέσεις εργασίας με μια μόνιμη ζημιά. Προτιμώ μια επένδυση που ίσως χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να σχεδιαστεί σωστά, αλλά θα μπορεί να σταθεί οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά, παρά μια γρήγορη επιλογή που θα αφήσει πίσω της περισσότερα προβλήματα από όσα υποσχέθηκε να λύσει.
Έχετε εκφράσει τον θαυμασμό σας για τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν, δύο πολιτικούς που συνέδεσαν τη σοσιαλδημοκρατία με την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους. Ταυτόχρονα, μιλάτε για επενδύσεις, ατομική ευθύνη, αξιοκρατία και μετρήσιμη αποτελεσματικότητα. Υπάρχει κάποια αντίφαση ή, έστω, μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε αυτές τις δύο περπατησιές; Και πού τοποθετείτε τη δική σας πολιτική κόκκινη γραμμή;
Ο θαυμασμός μου για τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν δεν σημαίνει ότι θεωρώ πως οι πολιτικές λύσεις μιας άλλης εποχής μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στο σήμερα. Διαφορετικές ήταν οι ιστορικές συνθήκες, η δομή της οικονομίας, η σύνθεση της εργατικής τάξης και οι ανάγκες της κοινωνίας.
Εκείνο που διατηρεί την αξία του είναι ο πυρήνας της πολιτικής τους σκέψης: η πεποίθηση ότι η οικονομία οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία, ότι το κράτος πρέπει να προστατεύει τον πολίτη και ότι η πρόοδος δεν μπορεί να αφορά μόνο όσους ξεκινούν από πλεονεκτική θέση.
Σήμερα αυτός ο αξιακός πυρήνας χρειάζεται να εκφραστεί με σύγχρονα εργαλεία: με μια παραγωγική οικονομία που ενθαρρύνει την ιδιωτική πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία, αλλά ταυτόχρονα εγγυάται ισχυρή δημόσια παιδεία και υγεία, αξιοπρεπή εργασία, κοινωνική προστασία και πραγματικές ίσες ευκαιρίες.
Δεν μένουμε, λοιπόν, στο παρελθόν ούτε το εξιδανικεύουμε. Προσπαθούμε να μεταφέρουμε τις αξίες του στις ανάγκες της δικής μας εποχής. Εκεί τοποθετώ και τη δική μου αντίληψη για έναν φιλελεύθερο σοσιαλισμό: ελευθερία και δημιουργία χωρίς κοινωνική εγκατάλειψη και ανάπτυξη χωρίς να μετατρέπεται η ανισότητα σε φυσικό νόμο.
Με τον όρο «φιλελεύθερος σοσιαλισμός» δεν εννοώ έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον σοσιαλισμό και στον νεοφιλελευθερισμό. Εννοώ μια πολιτική αντίληψη που υπερασπίζεται τις ατομικές ελευθερίες, τη δημοκρατία, την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα, αλλά δεν αποδέχεται ούτε την ανεξέλεγκτη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος ούτε τη μετατροπή βασικών αγαθών —όπως η υγεία, η παιδεία και η αξιοπρεπής εργασία— σε προνόμια που εξαρτώνται αποκλειστικά από τη δυνατότητα πληρωμής.
Η ελευθερία δεν είναι πραγματική όταν υπάρχει μόνο για εκείνον που διαθέτει ήδη τα μέσα να την ασκήσει. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων και της κοινωνίας στις οικονομικές αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή τους.
Η δική μου κόκκινη γραμμή είναι η αδικία και η κοινωνική εξαθλίωση. Είναι επίσης κάθε κατάσταση στην οποία η προσπάθεια, η γνώση και οι ικανότητες ενός ανθρώπου μετρούν λιγότερο από τις γνωριμίες ή τις συγκυρίες.
Δεν θέλω μια κοινωνία στην οποία ένα παιδί περιορίζεται από τον τόπο όπου γεννήθηκε ή από την οικογένεια στην οποία μεγάλωσε. Θέλω μια κοινωνία όπου ένα παιδί από την Ηλεία μπορεί να ονειρευτεί, να προσπαθήσει και να έχει πραγματική δυνατότητα να προχωρήσει.
+1. Έξω από το αυστηρό επαγγελματικό ταγιέρ
Ένα ελεύθερο καλοκαιρινό βράδυ, χωρίς τηλέφωνα, πρόγραμμα και υποχρεώσεις. Πού θα θέλατε να βρίσκεστε, ποιο τραγούδι θα ακουγόταν και ποια προσωπικότητα θα επιλέγατε να έχετε απέναντί σας;
Δεν έχει τόση σημασία για μένα το συγκεκριμένο μέρος. Θα μπορούσε να είναι κάπου μακριά ή σε μια όμορφη γωνιά του τόπου μου. Σημασία έχει με ποιους ανθρώπους θα βρισκόμουν και αν, εκείνη τη στιγμή, θα ένιωθα ήρεμη και συμφιλιωμένη με τον εαυτό μου.
Ίσως μία από τις μεγαλύτερες πολυτέλειες σήμερα να είναι ο χρόνος που δεν είναι προγραμματισμένος.

Η μουσική που ακούω παραμένει σχεδόν ίδια, ως προς το ύφος της, από τα φοιτητικά μου χρόνια. Αυτό που αλλάζει στη λίστα μου είναι η προσθήκη κάποιου νέου τραγουδιού, το οποίο συνδέεται με ένα βίωμα, έναν άνθρωπο ή μια κομβική στιγμή της ζωής μου. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη λίστα ονομάζεται «Το ταξίδι της ζωής».
Ένα από αυτά τα τραγούδια είναι το Bonfires των Blue Foundation. Με γυρίζει πίσω στο Λονδίνο, στα 23 μου, σε μια περίοδο κατά την οποία έμαθα ότι κάθε τέλος μπορεί να γίνει η αρχή για κάτι νέο. Κάθε φορά που το ακούω, μου θυμίζει την ανάγκη να ανακαλύπτω νέες εικόνες, νέους τόπους και νέες εμπειρίες· να κλείνω κύκλους χωρίς φόβο και να ανοίγω άλλους με πίστη.
Αν μπορούσα να συναντήσω μια προσωπικότητα της πολιτικής, θα επέλεγα τη Σιμόν Βέιλ. Όχι μόνο επειδή υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά κυρίως επειδή απέδειξε ότι ακόμη και τα πιο δύσκολα και δραματικά βιώματα μπορούν να μετατραπούν σε δύναμη για να αλλάξεις τον κόσμο.
Έχοντας επιζήσει από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος, δεν άφησε το παρελθόν της να τη λυγίσει. Το μετέτρεψε σε αγώνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότητα και μια Ευρώπη θεμελιωμένη σε αξίες.
Με το παράδειγμά της έδωσε θάρρος σε εκατομμύρια ανθρώπους και ιδιαίτερα σε γυναίκες, ώστε να πιστέψουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν μια θέση εκεί όπου μέχρι τότε κυριαρχούσαν οι άνδρες. Κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό με το ήθος, την αξιοπρέπεια και την αποφασιστικότητά της.
Η Σιμόν Βέιλ μου θυμίζει ότι η πραγματική πολιτική είναι η δυνατότητα να μετατρέπεις τις δυσκολίες της ζωής σε ελπίδα και σε έργο που αφήνει θετικό αποτύπωμα στις ζωές των ανθρώπων. Θα ήθελα, λοιπόν, να ακούσω τη συμβουλή της και να ζητήσω τα «φώτα» της, ώστε να μπορώ να αφήσω και εγώ το δικό μου αποτύπωμα και να παρακινήσω και άλλους συνανθρώπους μου, νέους και μη, να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή της χώρας, με κάθε δυνατό και επιθυμητό τρόπο, ακόμα και με τις πιο αντίξοες συνθήκες. Άλλωστε, η συνολική εξέλιξη και η δομική αλλαγή θέλουν παρέα.










