Ο θάνατος του Στέφανου Μάνου ως αφορμή για μια σκέψη πάνω στην τέχνη της πολιτικής διαφωνίας.
Υπήρξαν εποχές — μα, κυρίως, μικρά διαστήματα — που μπορούσες να θεωρείς κάποιον πολιτικά λάθος, ακόμη και επικίνδυνα λάθος, και παρ’ όλα αυτά να μην αισθάνεσαι την ανάγκη να τον παρουσιάσεις ως απατεώνα, γελοίο ή υπάλληλο κάποιου μηχανισμού..
Ο Στέφανος Μάνος που έφυγε σήμερα ήταν μια τέτοια περίπτωση.
Για έναν άνθρωπο της Αριστεράς, υπήρχαν άφθονοι λόγοι να διαφωνήσει μαζί του. Μικρότερο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ελευθερία της αγοράς, δημοσιονομική πειθαρχία, κατάργηση προνομίων και μονοπωλίων, σύγκρουση με συντεχνίες. Ο ίδιος εξακολουθούσε δεκαετίες αργότερα να δηλώνει ότι αυτά αποτελούσαν τον πυρήνα όσων πίστευε.
Ήταν αντίπαλος. Κανονικός.
Και ίσως γι’ αυτό ήταν πολύ πιο εύκολο να τον σέβεσαι από αρκετούς ανθρώπους με τους οποίους υποτίθεται ότι βρισκόσουν πολιτικά πιο κοντά.
Γιατί ο Μάνος δεν περίμενε να γίνει της μόδας ο φιλελευθερισμός για να ανακαλύψει μέσα του τον φιλελεύθερο. Δεν έκανε καμιά από εκείνες τις θεαματικές ελληνικές διαδρομές όπου ξεκινάς από τα αμφιθέατρα της Αριστεράς και, έπειτα από μερικές δεκαετίες, καταλήγεις να εξηγείς ότι κάθε κοινωνικό πρόβλημα οφείλεται στο υπερτροφικό κράτος και κάθε λύση περνά περίπου από την αγορά.
Δεν ήταν Ράμφος. 😎
Ή, για να το πούμε με τη μικρή κακία που δικαιούται ένα κυριακάτικο σημείωμα, ο Μάνος, τουλάχιστον, δεν χρειάστηκε να διανύσει την απόσταση από τα καφενεία του Παρισιού με τον Πουλαντζά μέχρι την απολογία του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Φιλελεύθερος μπήκε στην πολιτική, φιλελεύθερος έμεινε.
Ο Μάνος ήταν από την αρχή περίπου αυτό που έλεγε ότι ήταν.
Μηχανολόγος από τη Ζυρίχη, MBA από το Harvard, έντεκα χρόνια στην επιχειρηματική ζωή και ύστερα πολιτική. Μπήκε στη Βουλή το 1977 με τη Νέα Δημοκρατία και πέρασε από τα υπουργεία Δημοσίων Έργων, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, Βιομηχανίας και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αργότερα ίδρυσε τους Φιλελεύθερους και υπήρξε συνιδρυτής της Δράσης.
Και δεν ήταν μόνο θεωρία.
Στην πολιτική του διαδρομή συνδέθηκε με την πεζοδρόμηση και αναμόρφωση της Πλάκας, τη σύμβαση για το Μετρό, τον σχεδιασμό της Αττικής Οδού, την απόσυρση των παλιών ρυπογόνων αυτοκινήτων. Ως πρώτος υπουργός του νεοσύστατου τότε Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος συγκρούστηκε με ιδιοκτήτες, εργολάβους και συμφέροντα γύρω από τη δόμηση — και ο ίδιος θυμόταν αργότερα ότι η Νέα Δημοκρατία «δεν τον άντεχε» πια σε εκείνη τη θέση.
Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο που συχνά χάνεται κάτω από την ταμπέλα «νεοφιλελεύθερος».
Ο Μάνος μπορεί να πίστευε στην αγορά περισσότερο απ’ όσο θα άρεσε σε πολλούς από εμάς, αλλά δεν πίστευε στην αγορά ως άλλοθι της αυθαιρεσίας. Υπερασπιζόταν τον νόμο όταν αυτός χτυπούσε ιδιοκτήτες, αυθαίρετα, συντεχνίες και πελατειακά συμφέροντα. Κατήγγελλε τις νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων και τις φορολογικές «περαιώσεις» ακριβώς επειδή θεωρούσε ότι επιβραβεύουν εκείνον που παρανομεί και τιμωρούν εκείνον που τηρεί τους κανόνες.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγάλη απόσταση από αρκετούς από τους σημερινούς αυτοαποκαλούμενους φιλελεύθερους.
Για τον Μάνο ο φιλελευθερισμός δεν σήμαινε απλώς λιγότερο φόρο για εμένα και περισσότερη αγορά για τους άλλους. Προϋπέθετε κανόνες, αξιοκρατία, θεσμούς, λογοδοσία — και την ενοχλητική εφαρμογή τους ακόμη και όταν αφορούσαν φίλους και ψηφοφόρους.
Και, βαβαίως, υπάρχει η υπέροχη ειρωνεία της Αλλατίνη.
Ο άνθρωπος που έγινε ένας από τους πιο επίμονους Έλληνες κήρυκες της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας προερχόταν από μια μεγάλη οικογενειακή βιομηχανική επιχείρηση, την οποία διηύθυνε πριν εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις για την πολιτική. Η Αλλατίνη αργότερα πέρασε δύσκολες εποχές και άλλαξε χέρια. Δεν είναι ιστορικά δίκαιο να γράψουμε ότι «ο Μάνος την πτώχευσε» — είχε φύγει από τη διοίκησή της χρόνια νωρίτερα. Αλλά η ειρωνεία υπάρχει και καλό είναι να μην την εξαφανίζουμε από το πορτρέτο.
Ο καπιταλισμός, άλλωστε, είναι πολύ ωραία θεωρία μέχρι να συναντήσει έναν ισολογισμό.
Αυτό το σημείωμα δεν γράφτηκε φυσικά για να “αγιοποιήσει” τον Στέφανο Μάνο. Πολλές από τις προτάσεις του είχαν πραγματικό κοινωνικό κόστος. Η αντίληψή του για το κράτος, την κοινωνική προστασία και την οικονομία μπορεί να δεχθεί σοβαρή πολιτική κριτική. Και πρέπει.
Αλλά άλλο πράγμα η ιδεολογική διαφωνία και άλλο η πολιτική απάτη.
Ο Μάνος μπορούσε να γράψει για τον Κώστα Σημίτη ότι διαφωνούσαν «σχεδόν ολοκληρωτικά» και στην αμέσως επόμενη σκέψη να του αναγνωρίσει ορθολογισμό, σοβαρότητα και πολιτισμένη αστική συμπεριφορά.
Αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωτική.
Να μπορείς να κοιτάξεις τον απέναντι και να πεις:
«Δεν συμμερίζομαι τις ιδέες σου. Δεν θα σε ψηφίσω. Θα πολεμήσω πολιτικά αυτά που προτείνεις. Αλλά δεν χρειάζεται να σε κάνω ηλίθιο, προδότη ή εγκληματία για να αποδείξω ότι έχω δίκιο.»
Κάπως έτσι λειτουργούσε κάποτε η πολιτική αντιπαράθεση όταν ακόμη υπήρχαν ιδεολογίες και όχι μόνο στρατόπεδα.
Και γι’ αυτό, κοιτάζοντας σήμερα τον Στέφανο Μάνο, μπορεί κάποιος που βρισκόταν και βρίσκεται στην απέναντι όχθη να του αποδώσει έναν τίτλο που δεν είναι καθόλου μικρός:
Gentleman ιδεολογικός αντίπαλος.
Όχι επειδή είχε δίκιο.
Αλλά επειδή ήξερες τι πίστευε, γιατί το πίστευε και ότι πιθανότατα θα το πίστευε ακόμη κι αν αύριο έχανε τις εκλογές εξαιτίας του.
Σπάνιο είδος.
Και, όπως συμβαίνει συνήθως με τα σπάνια είδη, καταλαβαίνεις την αξία του κυρίως όταν αρχίζουν να εξαφανίζονται










