
Η ΔΕΘ πριν από τη ΔΕΘ: Οι εξαγγελίες, οι προθέσεις και η «απρέπεια» που ενόχλησε το Μαξίμου
Ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε την πρώτη μάχη της επικοινωνίας πριν από τη ΔΕΘ. Στις 2 Σεπτεμβρίου αρχίζει ο έλεγχος του οικονομικού προγράμματος και των υποσχέσεών του.

Η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάσει το οικονομικό του πρόγραμμα πριν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη προκάλεσε μια δυσανάλογα έντονη κυβερνητική αντίδραση. Η ημερομηνία, όμως, είναι το εύκολο μέρος. Στις 2 Σεπτεμβρίου θα δοκιμαστούν η δύναμη της ιδέας, η δημιουργία προσδοκίας και η συνοχή της υπόσχεσης — όχι η αλήθεια των προθέσεων. Αυτή αποδεικνύεται μόνο κατά την άσκηση της εξουσίας.
Η ακρίβεια, οι μισθοί, η ενέργεια και το παραγωγικό μοντέλο της χώρας κρίνονται στην εφαρμογή της πολιτικής. Το ποιος, όμως, θα μιλήσει πρώτος στη Θεσσαλονίκη —όπως και πολλές από τις πόζες που συνοδεύουν τη ΔΕΘ— ανήκει καθαρά στο πεδίο της επικοινωνίας.
Και σε αυτό το πεδίο, ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να έχει ήδη πάρει ένα ικανοποιητικό προβάδισμα. Χωρίς να έχει ακόμη παρουσιάσει ούτε μία σελίδα του προγράμματός του, κατάφερε να υποχρεώσει την κυβέρνηση να αντιδράσει στους δικούς του χρόνους και να μετατρέψει μια ημερομηνία σε πολιτικό γεγονός.
Η πρώτη μάχη της ΔΕΘ δεν δόθηκε για το περιεχόμενο. Δόθηκε για τη σκηνή — και μέχρι στιγμής ο Τσίπρας την κατέλαβε πρώτος.
Η επιλογή αυτή χαρακτηρίστηκε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο «πρωτοφανής απρέπεια» και «αλαζονική» παραβίαση μιας πολιτικής παράδοσης. Ο Άδωνις Γεωργιάδης εγκατέλειψε ακόμη και αυτή την επίφαση θεσμικής αντιπαράθεσης, επιλέγοντας τον προσωπικό χαρακτηρισμό «παλιόπαιδο».
Η υπερβολή της αντίδρασης είναι και η πολιτική σημασία της.
Καμία θεσμική τάξη δεν ανατράπηκε και κανένας κανόνας της δημοκρατίας δεν παραβιάστηκε επειδή ένας αρχηγός της αντιπολίτευσης αποφάσισε να παρουσιάσει το πρόγραμμά του πριν από τον πρωθυπουργό. Αυτό που διαταράχθηκε είναι μια βολική επικοινωνιακή συνήθεια: το δικαίωμα της εκάστοτε κυβέρνησης να μετατρέπει τη ΔΕΘ σε μονοπώλιο εξαγγελιών, παροχών και ελεγχόμενης πολιτικής προβολής.
Ο Τσίπρας δεν παραβίασε κάποιο πρωτόκολλο. Αμφισβήτησε το κυβερνητικό προνόμιο να ορίζει μόνο του το πολιτικό ημερολόγιο.
Όταν δεν μπορούν να υπερασπιστούν το κράτος, υπερασπίζονται το πρωτόκολλο
Η επίκληση της πολιτικής ευπρέπειας θα είχε ίσως μεγαλύτερη πειστικότητα αν προερχόταν από μια κυβέρνηση με αδιαμφισβήτητο θεσμικό μητρώο.
Προέρχεται, όμως, από μια κυβέρνηση που έχει πίσω της το σκάνδαλο των υποκλοπών, τις παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων, τις διαδοχικές αποκαλύψεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και μια σειρά υποθέσεων στις οποίες η έννοια της πολιτικής ευθύνης αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως επικοινωνιακό πρόβλημα παρά ως υποχρέωση λογοδοσίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία έχει ήδη κριθεί δικαστικά ούτε ότι όλες οι υποθέσεις έχουν το ίδιο βάρος. Σημαίνει, όμως, ότι η κλίμακα των πραγμάτων δεν μπορεί να ανατρέπεται κατά βούληση.
Άλλο μια επικοινωνιακή παραβίαση μιας άτυπης παράδοσης και άλλο ζητήματα που αγγίζουν τη λειτουργία των θεσμών, τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και την ποιότητα της δημοκρατίας. Η πρώτη μπορεί να ενοχλεί το Μέγαρο Μαξίμου. Τα δεύτερα αφορούν ολόκληρη τη χώρα.
Μια κυβέρνηση με τέτοιο φορτίο δικαιούται να ελέγξει τον Τσίπρα για το πρόγραμμά του, το παρελθόν του και την αξιοπιστία του. Δεν μπορεί όμως να μεταμφιέζει την ενόχλησή της για μια ημερομηνία σε μάθημα πολιτικής ηθικής.
Η λέξη «απρέπεια» δεν περιγράφει το μέγεθος του γεγονότος. Περιγράφει το μέγεθος της κυβερνητικής ενόχλησης.
Η διπλή κίνηση του Τσίπρα
Η επιλογή των ημερομηνιών δεν είναι τυχαία. Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Αλέξης Τσίπρας θα παρουσιάσει το οικονομικό του πρόγραμμα σε ξεχωριστή εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη. Στις 9 Σεπτεμβρίου θα επιστρέψει για τη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ.
Η διπλή παρουσία τού επιτρέπει να κινηθεί πριν και μετά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Στην πρώτη εμφάνιση θα επιχειρήσει να ορίσει τα ερωτήματα της οικονομικής αντιπαράθεσης. Στη δεύτερη θα έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τις προτάσεις του με όσα θα έχει εξαγγείλει ενδιάμεσα ο πρωθυπουργός. Παράλληλα, θα έχει ήδη καταλάβει μεγάλο μέρος του πολιτικού χώρου πριν από την παρουσία του Νίκου Ανδρουλάκη.
Το μήνυμα προς το Μαξίμου είναι ότι η φετινή ΔΕΘ δεν θα αποτελέσει κυβερνητικό μονόλογο. Το μήνυμα προς το ΠΑΣΟΚ είναι ακόμη σαφέστερο: ο Τσίπρας θέλει να εμφανιστεί όχι απλώς ως ένας ακόμη αρχηγός της αντιπολίτευσης, αλλά ως ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας.
Μέχρι στιγμής έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανακτήσει πολιτικό χώρο, να προσπεράσει δημοσκοπικά το ΠΑΣΟΚ και να προκαλέσει ισχυρά αντανακλαστικά στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Δεν έχει ακόμη επιδείξει —ούτε, βέβαια, μπορεί να αποδείξει με κάποιον μαγικό τρόπο μέσα σε μία ομιλία— ότι διαθέτει οικονομικό σχέδιο με εσωτερική συνοχή, σαφή χρηματοδότηση και παραγωγικό μοντέλο ικανό να μετασχηματίσει τον μεταπρατικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και την υπερβολική εξάρτησή της από υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Και αυτό γίνεται ένα από τα βασικά ερωτήματα της 2ας Σεπτεμβρίου:
Όταν ο Τσίπρας μιλά για «παραγωγική ανασυγκρότηση», εννοεί πράγματι αλλαγή παραγωγικού μοντέλου ή απλώς δικαιότερη διαχείριση της ίδιας μεταπρατικής οικονομίας;
Τι αναμένεται να παρουσιάσει
Από τις δημόσιες τοποθετήσεις του και τις μέχρι τώρα προγραμματικές επεξεργασίες διακρίνονται ορισμένοι βασικοί άξονες.
Ο Τσίπρας αναμένεται να προτείνει μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της μισθωτής εργασίας και της μεσαίας τάξης, χωρίς νέα βάρη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή προαναγγέλλει μεταφορά φορολογικού βάρους προς τον μεγάλο πλούτο και τα υπερκέρδη.
Στην ενέργεια, έχει μιλήσει για δυνατότητα μείωσης του κόστους έως και 30%, για εγγυημένη ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος σε σταθερή τιμή και για ισχυρότερο δημόσιο έλεγχο των στρατηγικών δικτύων. Οι επεξεργασίες του Ινστιτούτου του κινούνται γύρω από την «ενεργειακή δημοκρατία», τις ενεργειακές κοινότητες, την αποκεντρωμένη παραγωγή και τον περιορισμό της ισχύος των ολιγοπωλίων.
Στο κοινωνικό πεδίο αναμένονται παρεμβάσεις για τους μισθούς, τις συλλογικές συμβάσεις, τη στέγη, το ιδιωτικό χρέος, την πρώτη κατοικία και τη λειτουργία των funds και των servicers. Στην Υγεία και την Παιδεία θα επιχειρήσει να αντιτάξει την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος στη σταδιακή ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών.
Το δυσκολότερο κεφάλαιο, όμως, θα είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Είναι σχετικά εύκολο να περιγραφεί μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Είναι πολύ δυσκολότερο να παρουσιαστεί πειστικά ο τρόπος με τον οποίο θα παραχθεί αυτός ο πλούτος.
Ποιοι κλάδοι θα αποτελέσουν τη νέα παραγωγική βάση; Πώς θα μετακινηθούν κεφάλαια από τα ακίνητα, την κατανάλωση και τις δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας —ιδίως σε τμήματα του τουρισμού, της εστίασης και του λιανεμπορίου, όπου το κυρίαρχο ελληνικό μοντέλο βασίζεται συχνά σε χαμηλούς μισθούς, εποχικότητα και εισαγόμενα προϊόντα— προς τη βιομηχανική και αγροδιατροφική παραγωγή, την τεχνολογία και τις εξαγώγιμες δραστηριότητες; Με ποια χρηματοδοτικά εργαλεία; Με ποιον ρόλο για τις τράπεζες και τις δημόσιες επενδύσεις;
Εκεί θα κριθεί εάν το σχέδιο περιγράφει ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο ή απλώς μια δικαιότερη εκδοχή του σημερινού.
Η δύναμη της ιδέας και η πολιτική «αποπλάνηση»
Η 2α Σεπτεμβρίου δεν είναι η τελική εξέταση μιας κυβερνητικής πρότασης. Είναι η πρώτη δοκιμασία της δύναμης μιας ιδέας: της ικανότητάς της να δημιουργήσει όνειρο, να «αποπλανήσει» πολιτικά, να συνθέσει διάσπαρτες τάσεις, φόβους και προσδοκίες σε μια κοινωνία κουρασμένη — όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από τις ίδιες τις επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις αλλαγής.
Αυτό δεν είναι λίγο. Καμία μεγάλη πολιτική μεταβολή δεν αρχίζει από έναν πίνακα κοστολόγησης. Αρχίζει όταν μια ιδέα κατορθώνει να μετατρέψει την κοινωνική κόπωση σε προσδοκία και την απογοήτευση σε δυνατότητα συλλογικής κίνησης. Αλλά η πολιτική αποπλάνηση, όσο αναγκαία κι αν είναι για την κατάκτηση της εξουσίας, δεν αποτελεί ακόμη απόδειξη πρόθεσης ούτε εγγύηση εφαρμογής.
Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Τσίπρας θα εξεταστεί ως αφηγητής μιας πιθανής επόμενης ημέρας. Ως κυβερνήτης θα μπορούσε να κριθεί μόνο εάν αυτή η αφήγηση έφτανε κάποτε στην εξουσία — εκεί όπου το όνειρο συναντά τα συμφέροντα, τους περιορισμούς και το πραγματικό κόστος των επιλογών.
Κανένα πρόγραμμα, όσο αναλυτικό και κοστολογημένο κι αν εμφανίζεται, δεν αποδεικνύει τις πραγματικές προθέσεις εκείνου που το εξαγγέλλει. Τις προθέσεις τις αποδεικνύει μόνο η εφαρμογή — όταν έρθει η ώρα της διακυβέρνησης, της σύγκρουσης με συμφέροντα και της κατανομής του πραγματικού κόστους. Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ απευθύνονται πρωτίστως σε ένα κοινό που έχει ήδη προσέλθει για να χειροκροτήσει.
Η παρουσίαση του προγράμματος μπορεί, βεβαίως, να απαντήσει σε πολλά συγκεκριμένα ερωτήματα.
Πόσο κοστίζουν τα μέτρα; Από πού θα χρηματοδοτηθούν; Ποια εισοδήματα και ποιες περιουσίες εντάσσονται στην έννοια του «μεγάλου πλούτου»; Πώς θα μειωθεί κατά 30% το ενεργειακό κόστος; Τι ακριβώς σημαίνει «δημόσιος έλεγχος» στη ΔΕΗ και στον ΔΕΔΔΗΕ; Πώς θα συμβιβαστούν οι κοινωνικές δαπάνες με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς; Ποιες είναι οι δεσμεύσεις για τον κατώτατο μισθό, τις συλλογικές συμβάσεις, την πρώτη κατοικία και το ιδιωτικό χρέος;
Οι απαντήσεις θα δείξουν τη συνοχή και τη σοβαρότητα της υπόσχεσης. Δεν μπορούν από μόνες τους να αποδείξουν τι θα συμβεί όταν η υπόσχεση συναντήσει την εξουσία.
Το παρελθόν δεν μπορεί να απουσιάζει
Ο Τσίπρας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην πολιτική ούτε δικαιούται να ζητήσει να αξιολογηθεί σαν να μην κυβέρνησε ποτέ.
Οφείλει να εξηγήσει τι έμαθε από την περίοδο 2015–2019. Ποια λάθη αναγνωρίζει; Γιατί επιβαρύνθηκε δυσανάλογα η μεσαία τάξη; Ποια από τα σημερινά του σχέδια δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν τότε και για ποιον λόγο; Πώς θα αποφύγει μια νέα απόσταση μεταξύ υποσχέσεων και διακυβέρνησης;
Το ίδιο μέτρο πρέπει να εφαρμοστεί και στον σημερινό πρωθυπουργό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να εμφανιστεί στη ΔΕΘ μόνο με νέες υποσχέσεις, σαν να μην προηγήθηκαν επτά χρόνια διακυβέρνησης. Οι εξαγγελίες του οφείλουν να συγκριθούν με όσα είχε υποσχεθεί, με όσα εφάρμοσε και με όσα άφησε να συμβούν.
Η πολιτική αξιοπιστία δεν αποτελεί διαγωνισμό καλύτερης παρουσίασης. Είναι το αποτέλεσμα της σύγκρισης ανάμεσα στον λόγο, στην πράξη και στο τίμημα που κάθε κυβέρνηση επιλέγει να επιβάλει ή να αναλάβει.
Η επιστροφή τελειώνει — τώρα αρχίζει ο έλεγχος
Η πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα έχει ήδη συντελεστεί. Το αποδεικνύουν η θέση του στις δημοσκοπήσεις, η πίεση που ασκεί στο ΠΑΣΟΚ και κυρίως η νευρικότητα με την οποία αντιδρά η κυβέρνηση στις κινήσεις του.
Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με επιστροφή μιας αξιόπιστης κυβερνητικής πρότασης.
Στη Θεσσαλονίκη ο Τσίπρας θα παρουσιάσει τις προθέσεις που θέλει να του αποδώσει το κοινό. Το ίδιο θα κάνει και ο Μητσοτάκης. Η δημοσιογραφία δεν οφείλει να μετρήσει τα χειροκροτήματα ούτε να απονείμει πιστοποιητικά αξιοπιστίας πάνω σε εξαγγελίες.
Οφείλει να καταγράψει τις δεσμεύσεις, να τις συγκρίνει με το παρελθόν και να κρατήσει ανοιχτό τον λογαριασμό.
Διότι στην πολιτική οι προθέσεις δεν αποδεικνύονται όταν ανακοινώνονται.
Αποδεικνύονται μόνο όταν κοστίζουν.
Πάλι καλά που ο Τσίπρας δεν διαθέτει τόσο χιούμορ ώστε να εξαγγείλει το νέο του «μανιφέστο» στις 3 του Σεπτέμβρη. Από το τρολάρισμα θα αναστέναζαν μέχρι και οι μπαξέδες — για τη Χαριλάου Τρικούπη δεν το συζητάμε.
Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση
ΕΡΤ — Η πολιτική σύγκρουση για τη σειρά των εμφανίσεων στη Θεσσαλονίκη
Ναυτεμπορική — Το χρονοδιάγραμμα των δύο εμφανίσεων Τσίπρα
Εφημερίδα των Συντακτών — Οι προαναγγελίες για οικονομία και ακρίβεια
Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα — Ενεργειακή Δημοκρατία





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




