
Όταν δεν αρέσει η ερώτηση, φταίει ο δημοσιογράφος
Ο Γεωργιάδης δοκιμάζει μια επικοινωνιακή μέθοδο που ο Donald Trump έχει μετατρέψει σε πολιτική τέχνη: όταν η ερώτηση σε στριμώχνει, αλλάζεις το θέμα και επιτίθεσαι σε εκείνον που την έκανε.

Από το «μήπως πήρατε κάνα μπάφο;» στους «κομπογιαννίτες» του MEGA. Ο Γεωργιάδης δοκιμάζει μια επικοινωνιακή μέθοδο που ο Donald Trump έχει μετατρέψει σε πολιτική τέχνη: όταν η ερώτηση σε στριμώχνει, αλλάζεις το θέμα και επιτίθεσαι σε εκείνον που την έκανε.
Στα τηλεοπτικά πάνελ —και ειδικά στην ελληνική μυθοπλασία γύρω από το πώς «λειτουργεί» η τηλεόραση— όλοι περιμένουν κάποια στιγμή εκείνο το υποτίθεται ζωηρό κομμάτι της συνέντευξης, όπου τελειώνει η πολιτική επικοινωνία και αρχίζει κάτι πολύ πιο απλό: η υστερική, γενικόλογη αντιπαράθεση και, φυσικά, ο καβγάς.
Εκεί συνήθως σταματά και η κουβέντα επί της ουσίας. Η ερώτηση παύει να είναι ερώτηση και γίνεται αφορμή για επίδειξη χαρακτήρα, έντασης και τηλεοπτικής κυριαρχίας. Ο πολιτικός δεν χρειάζεται πια να απαντήσει· αρκεί να μετατρέψει τον συνομιλητή του σε μέρος του θεάματος.
Ο δημοσιογράφος ρωτά. Ο πολιτικός δεν θέλει —ή δεν τον συμφέρει— να απαντήσει. Και τότε, αντί να αντιμετωπίσει την ερώτηση, αλλάζει πεδίο και επιτίθεται στην παρέα, στους συνομιλητές του ή, ακόμη ευκολότερα, στον ίδιο τον δημοσιογράφο, εφόσον τον θεωρεί ασφαλή στόχο. Μόνο που υπάρχει μια μικρή ειρωνεία εδώ, γιατί, συνήθως, εκείνοι που τολμούν να κάνουν τις ενοχλητικές ερωτήσεις είναι ακριβώς αυτοί που θεωρούνται και οι πιο «εύκολοι αντίπαλοι».
Και κάπως έτσι η συνέντευξη παύει να είναι συνέντευξη. Γίνεται τεστ νεύρων — και, κυρίως, τεστ εξουσίας.
Ο Γεωργιάδης μάς πρόσφερε δύο τέτοιες στιγμές μέσα σε δύο ημέρες.
Στο Action24, ο Νίκος Ελευθερόγλου τού έθεσε ένα υποθετικό αλλά απολύτως πολιτικό ερώτημα: τι θα συνέβαινε εάν η Νέα Δημοκρατία ερχόταν πρώτη στις εκλογές με 28%, χωρίς αυτοδυναμία, και προέκυπτε δυνατότητα κυβέρνησης συνεργασίας με άλλον πρωθυπουργό.
Η απάντηση δεν αφορούσε ούτε το 28%, ούτε τις συνεργασίες, ούτε τον πρωθυπουργό.
Ο Γεωωργιάδης απάντησε ως εξής: «Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;»
Ο Ελευθερόγλου απάντησε ότι δεν καπνίζει «ούτε μπάφο ούτε τίποτε άλλο» και αρνήθηκε να συνεχίσει στο ίδιο ύφος. Ο υπουργός υποχώρησε λίγο αργότερα: «Καλά, πλάκα έκανα».
Μία ημέρα νωρίτερα, όμως, είχε συμβεί κάτι πολύ πιο αποκαλυπτικό.
Στον MEGA News 104,6 η Ανθή Βούλγαρη και ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος τον ρώτησαν για την παρουσία του στα εγκαίνια ιδιωτικής κλινικής και για τις θεραπείες που παρέχονταν εκεί.
Η Βούλγαρη επανέφερε την επόμενη ημέρα την ουσία της ερώτησης: ο υπουργός είχε χαρακτηρίσει το σχετικό πεδίο «γκρίζα ζώνη». Επομένως, τον ρώτησαν, εφόσον ήταν γκρίζα ζώνη, γιατί ένας υπουργός Υγείας πήγε στα εγκαίνια της συγκεκριμένης ιδιωτικής δομής;
Από εκεί και πέρα η συζήτηση έφυγε από την κλινική.
Ο Γεωργιάδης πέρασε στην Καρυστιανού. Από την Καρυστιανού στα Τέμπη. Από τα Τέμπη στα ξυλόλια. Από τα ξυλόλια στην κάλυψη του MEGA.
«Οι πρώτοι κομπογιαννίτες εσείς είστε», είπε κάποια στιγμή.
Και όταν οι δημοσιογράφοι επέμειναν στο αυτονόητο —«Αυτή είναι απάντηση στην κριτική;»— ήρθε ίσως η πιο ενδιαφέρουσα φράση ολόκληρου του καβγά:
«Αυτή είναι.»
Εδώ βρίσκεται η ιστορία.
Όχι στο αν είχε δίκιο το MEGA για κάθε θέμα που κάλυψε τα προηγούμενα δύο χρόνια. Ούτε στο αν ο υπουργός έχει δικαίωμα να ασκεί κριτική σε ένα τηλεοπτικό κανάλι. Προφανώς έχει.
Η ιστορία βρίσκεται στη μέθοδο.
Το μάθημα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού
Δύο ημέρες πριν, στη Νέα Υόρκη, η Kaitlan Collins του CNN περίμενε τον Donald Trump στον ΟΗΕ.
Η ερώτησή της ήταν συγκεκριμένη: δημοσκόπηση έδειχνε ότι περίπου δύο στους τρεις Αμερικανούς δεν θεωρούσαν πως οι ΗΠΑ κέρδιζαν τον πόλεμο με το Ιράν. Πότε θα τελείωνε ο πόλεμος;
Ο Trump, πάντως, το έπιασε από άλλη γωνία", με αφορμή ότι στις 18 Σεπτεμβρίου είχε ανακοινώσει ότι αποκλείει CNN, MS NOW και Politico από τον Λευκό Οίκο, κατηγορώντας τα για «fake news» και συστηματικά αρνητική κάλυψη· την επόμενη ημέρα δημοσιογράφοι τους πράγματι εμποδίστηκαν να μπουν. Η κίνηση προκάλεσε αντίδραση και μέσα στο ίδιο το press corps όταν το CNN έχασε τη σειρά του στο τηλεοπτικό pool και ABC, CBS, Fox και NBC αρνήθηκαν να το αντικαταστήσουν, ενώ άλλα μεγάλα μέσα εξέφρασαν επίσης αλληλεγγύη τους. Τα τρία αποκλεισμένα μέσα προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη. Reuters
Και κάπως έτσι φτάνουμε στην Kaitlan Collins. Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όπου το CNN είχε διαπίστευση από τον ίδιο τον ΟΗΕ, η Collins ρώτησε τον Trump πότε θα τελειώσει ο πόλεμος με το Ιράν και του επισήμανε ότι τα δύο τρίτα των Αμερικανών δεν θεωρούσαν ότι οι ΗΠΑ κερδίζουν. Εκείνος, πριν απαντήσει επί της ουσίας, στάθηκε πρώτα στο… ότι το CNN βρισκόταν εκεί: «I’m surprised that CNN is here covering me» και «You should not be here covering me». CNN Transcripts
«Εκπλήσσομαι που το CNN βρίσκεται εδώ και με καλύπτει».
Η Collins τού υπενθύμισε ότι βρισκόταν εκεί επειδή την είχε διαπιστεύσει ο ΟΗΕ.
Ο Trump επέμεινε ότι το CNN δεν θα έπρεπε να τον καλύπτει.
Η Collins με το θανατηφόρο pocker face(ανέκφραστο πρόσωπο) της επανέλαβε την ερώτηση. Ούτε καβγάς ούτε συμμετοχή στην παγίδα του άλλου.
Τελικά πήρε μια γενική απάντηση: «Κάνουμε μεγάλη πρόοδο».
Μέχρι εκείνη τη στιγμή όμως η αρχική ερώτηση είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Η είδηση δεν ήταν πια η πορεία του πολέμου. Ήταν η αντιπαράθεση Trump–CNN.
Και αυτό είναι το κόλπο.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι τα στοιχεία του δημοσιογράφου είναι λανθασμένα. Αρκεί να μετατρέψεις τον ίδιο τον δημοσιογράφο σε θέμα της συζήτησης.
Η ερώτηση παύει να είναι:
«Κερδίζουν οι ΗΠΑ στο Ιράν;»
και γίνεται:
«Γιατί βρίσκεται εδώ το CNN;»
Στην ελληνική εκδοχή:
«Γιατί εγκαινιάσατε μια κλινική ενώ περιγράφετε το σχετικό πεδίο ως γκρίζα ζώνη;»
μετατρέπεται σε:
«Τι κάνατε εσείς στο MEGA με την Καρυστιανού, με τα Τέμπη, με τα ξυλόλια;»
Και:
«Τι θα κάνατε σε ένα συγκεκριμένο μετεκλογικό σενάριο;»
μετατρέπεται σε:
«Μήπως πήρατε κάνα μπάφο;»
Ο Γεωργιάδης επανήλθε αργότερα, διευκρινίζοντας ότι με τον χαρακτηρισμό «κομπογιαννίτες» δεν αναφερόταν στους ίδιους τους δημοσιογράφους του MEGA, αλλά σε εμπειρογνώμονες που είχαν φιλοξενηθεί στο μέσο. Δηλαδή, για ακόμη μία φορά, χρειαζόταν μια δεύτερη εξήγηση για να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε εννοήσει την πρώτη φορά.
Για τη φράση περί «μπάφου», η μεταγενέστερη εξήγηση ήταν ότι επρόκειτο για μεταφορική χρήση του λόγου· ο ίδιος ζήτησε και συγγνώμη.
Οι διευκρινίσεις πρέπει να καταγραφούν. Δεν αλλάζουν όμως τη σειρά των γεγονότων.
Δύο διαφορετικοί δημοσιογράφοι, δύο διαφορετικά μέσα, δύο διαφορετικά ερωτήματα. Και στις δύο περιπτώσεις η συζήτηση μετακινήθηκε από το περιεχόμενο της ερώτησης προς εκείνον που την υπέβαλε.
Δεν χρειάζεται να ονομάσουμε τον Γεωργιάδη «Έλληνα Trump». Θα ήταν εύκολο και μάλλον τεμπέλικο και πολύ κολακευτικό.
Αρκεί να παρατηρήσουμε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική στην εποχή Trump:
αμφισβήτησε τον δημοσιογράφο, χτύπησε το μέσο, δημιούργησε σύγκρουση και ανάγκασε τη δημόσια συζήτηση να ασχοληθεί με τον καβγά αντί με την ερώτηση.
Και το πρόβλημα για τη δημοσιογραφία δεν είναι ότι ο πολιτικός θυμώνει. Οι πολιτικοί μπορούν να θυμώνουν όσο θέλουν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο θυμός γίνεται υποκατάστατο της απάντησης και ο δημοσιογράφος το παίρνει προσωπικά και χάνει το νήμα και μετα την άλλη μερα πάμε πάλι μια απο τα ίδια
Όμως, στο τέλος του θορύβου, μένει πάντα μια πολύ απλή εκκρεμότητα:
Ο δημοσιογράφος έκανε μια ερώτηση.
Υπουργέ, η απάντηση ποια είναι;





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




