
Η υπόθεση Guilfoyle περνά στο Κογκρέσο
Η ελληνική απάντηση: «ανταγωνισμός και διαφάνεια»

Η ελληνική απάντηση: «ανταγωνισμός και διαφάνεια»
Από το ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις επιστολές Βουλής και Γερουσίας — Τα ερωτήματα για τον λομπίστα της AKTOR, τις διπλωματικές επαφές και τα όρια μεταξύ αμερικανικής πολιτικής και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων
Μέχρι πριν από λίγες ημέρες ήταν ένα μεγάλο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ που άγγιζε ζητήματα πολιτικής κατάχρησης επιρροής και ιδιωτικών εταιρικών συμφερόντων. Τώρα περνά και στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών στις επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής και Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας ζητούν πλέον επίσημες απαντήσεις από το State Department για τη συμπεριφορά της αμερικανίδας πρέσβειρας στην Αθήνα Kimberly Guilfoyle και ειδικά για τις σχέσεις της με τον λομπίστα Χρήστο Μαραφάτσο και την προώθηση ενεργειακών συμφερόντων της Aktor στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο Gregory Meeks, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, και η Jeanne Shaheen, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, έστειλαν χωριστές επιστολές στον υπουργό Εξωτερικών Marco Rubio, μεταφέροντας πλέον σε θεσμικό επίπεδο τα ερωτήματα που άνοιξε η έρευνα της Wall Street Journal.
Οι δύο παρεμβάσεις δεν είναι ταυτόσημες. Ο Meeks χρησιμοποιεί σαφώς βαρύτερη πολιτική γλώσσα και αναφέρει ότι, εφόσον οι καταγγελίες αποδειχθούν ακριβείς, η Guilfoyle θα πρέπει να απομακρυνθεί.
Η Shaheen εστιάζει περισσότερο στο ενδεχόμενο αθέμιτης χρήσης του επίσημου αξιώματος, στην παρουσία καταχωρημένου λομπίστα σε συναντήσεις με ξένους αξιωματούχους και στον κίνδυνο ακόμη και της εμφάνισης σύγκρουσης συμφερόντων.
Το κρίσιμο πλέον δεν είναι μόνο τι υποστηρίζει ένα δημοσίευμα αλλά τι θα δείξουν τα έγγραφα.
Η αφετηρία ήταν η έρευνα της Wall Street Journal της 25ης Σεπτεμβρίου.
Στο κέντρο της βρίσκεται ο Ελληνοαμερικανός Christos Marafatsos, καταχωρημένος στις Ηνωμένες Πολιτείες ως λομπίστας της AKTOR Energy, ο οποίος, σύμφωνα με την εφημερίδα, συνόδευσε επανειλημμένα την Guilfoyle σε επίσημες συναντήσεις στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
ο κ.Μαραφάτσος δεν είναι στέλεχος της αμερικανικής πρεσβείας ούτε κυβερνητικός αξιωματούχος. Είναι ιδιώτης λομπίστας, δηλαδή επαγγελματίας που αμείβεται για να προωθεί τα συμφέροντα πελατών του σε κυβερνήσεις, πολιτικούς και κέντρα λήψης αποφάσεων. Στις ΗΠΑ το lobbying είναι θεσμοθετημένη και ρυθμιζόμενη δραστηριότητα και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις προβλέπονται εγγραφή και δημόσιες δηλώσεις που περιλαμβάνουν τους πελάτες, τα ζητήματα για τα οποία ασκείται lobbying και ποσά εσόδων ή δαπανών που συνδέονται με τη δραστηριότητα.
Τα ομοσπονδιακά αρχεία lobbying δείχνουν ότι η AKTOR είχε καταβάλει συνολικά 160.000 δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026 στην Catalyst Strategies, με τον Marafatsos καταχωρημένο ως lobbyist. Στους φορείς τους οποίους αφορούσε η δραστηριότητα περιλαμβάνονταν το State Department, το Department of Energy και το Executive Office of the President.
Αυτό φυσικά, από μόνο του δεν αποτελεί ένδειξη παρανομίας. Το ερώτημα βρίσκεται αλλού.
Η WSJ ανέφερε ότι ο Marafatsos συμμετείχε μαζί με την πρέσβη σε συναντήσεις με ανώτατους αξιωματούχους και ξένους κυβερνητικούς παράγοντες και ότι ορισμένοι συνομιλητές δεν γνώριζαν πως ήταν αμειβόμενος λομπίστας της AKTOR. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, κάποιοι τον είχαν εκλάβει ακόμη και ως προσωπάρχη της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Αυτό ακριβώς το σημείο περνά τώρα στο μικροσκόπιο του Κογκρέσου.
Η επιστολή του Gregory Meeks ανοίγει τρεις βασικές κατηγορίες ερωτημάτων.
Η πρώτη αφορά τις αναφερόμενες δηλώσεις της Guilfoyle σε δείπνο τον περασμένο Μάρτιο. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της WSJ, ενώ συζητούνταν οι πολιτικές εξελίξεις στη Ρουμανία, η πρέσβης φέρεται να αναφέρθηκε στη δυνατότητα των ΗΠΑ να προκαλέσουν ανάλογη πολιτική αλλαγή και αλλού, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας (Οι αναφορές αυτές έχουν ήδη προκαλέσει πολιτική αναταραχή στη Ρουμανία. Η Guilfoyle φέρεται να έκανε τη δήλωση στις 18 Μαρτίου και, λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, βρέθηκε στο Βουκουρέστι, όπου συναντήθηκε με τον τότε ηγέτη του PSD Sorin Grindeanu. Τον Μάιο το PSD αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό και στήριξε την πρόταση μομφής που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Bolojan. Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, πολιτικοί αντίπαλοι του Grindeanu ζήτησαν να αποκαλύψει τι συζητήθηκε στη συνάντηση, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε αμερικανική ανάμειξη στην ανατροπή της κυβέρνησης. Θέση πήρε ακόμη και ο Αμερικανός πρέσβης στο Βουκουρέστι, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν πλήρη εμπιστοσύνη στη ρουμανική δημοκρατία και ότι η πολιτική κρίση αποτελεί εσωτερική υπόθεση της χώρας).
Η δεύτερη αφορά την προώθηση της AKTOR ή ενεργειακών projects που συνδέονται με αυτήν στο πλαίσιο επίσημων διπλωματικών επαφών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Και η τρίτη αφορά τον ίδιο τον Marafatsos: με ποια ιδιότητα συμμετείχε στις συναντήσεις, ποιος ενέκρινε την παρουσία του και κατά πόσο ήταν σαφές στους συνομιλητές της αμερικανικής πλευράς ότι εκπροσωπούσε ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η παρέμβαση της Jeanne Shaheen διευρύνει την υπόθεση.
Η Δημοκρατική γερουσιαστής ζητά από το State Department να εξετάσει την πιθανή αθέμιτη χρήση του επίσημου αξιώματος της Guilfoyle, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του Marafatsos σε συναντήσεις με ξένους αξιωματούχους και της προώθησης επιχειρηματικών συμφερόντων πελάτη του και της κοινοπραξίας του με ελληνική κρατικά ελεγχόμενη εταιρεία.
Ζητά επίσης να πληροφορηθεί ποια μέτρα έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν ώστε να αποφεύγεται η αθέμιτη επιρροή αλλά ακόμη και η εμφάνιση σύγκρουσης συμφερόντων.
Η λεπτομέρεια έχει πολιτικό ενδιαφέρον γιατί η Shaheen είχε ψηφίσει υπέρ της επικύρωσης του διορισμού της Guilfoyle.
Δεν έχουμε λοιπόν μία κομματική ανακοίνωση από έναν βουλευτή. Έχουμε χωριστές παρεμβάσεις από τους επικεφαλής Δημοκρατικούς των αρμόδιων επιτροπών Βουλής και Γερουσίας.
Το επιχειρηματικό σκέλος είναι, προφανώς, αυτό που κάνει την υπόθεση εκρηκτική. Όχι το κατά πόσον η αμερικανική ηγεμονία διαθέτει ισχύ επιρροής σε Ουκρανίες, Ρουμανίες, Ελλάδες και λοιπές ανεξάρτητες δημοκρατίες, αλλά το έντονο άρωμα ανταγωνισμού ελληνικών εταιρικών συμφερόντων που αναδίδει η υπόθεση.
Η AKTOR μπήκε δυναμικά στην αγορά LNG μέσω της Atlantic-SEE LNG, της κοινοπραξίας της με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας.
Το project συνδέεται με τον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου (Vertical Gas Corridor), τη διαδρομή μέσω της οποίας αμερικανικό LNG μπορεί να εισέρχεται στην Ευρώπη από την Ελλάδα και να μεταφέρεται προς Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία.
Η ενίσχυση αυτής της διαδρομής αποτελεί πράγματι αμερικανικό γεωπολιτικό στόχο διότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει εδώ και χρόνια τη μείωση της εξάρτησης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Επομένως, η προώθηση αμερικανικού LNG από μια αμερικανίδα πρέσβη δεν είναι από μόνη της ούτε ασυνήθιστη ούτε ύποπτη. Βρίσκεται στον πυρήνα της επίσημης αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και, κατά συνέπεια, εντάσσεται απολύτως στα καθήκοντα ενός πρέσβη που καλείται να προωθεί τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της χώρας του.
Το ερώτημα είναι γιατί - και υπό ποιες συνθήκες - ένας ιδιώτης λομπίστας συγκεκριμένης ελληνικής εταιρείας βρισκόταν μέσα σε επίσημες διπλωματικές επαφές γύρω από αυτή την πολιτική.
Και εδώ ακριβώς χρειάζονται τα αρχεία που ζητά το Κογκρέσο επειδή υπάρχει ακόμη μία διάσταση που δεν πρέπει να χαθεί πίσω από τον θόρυβο της υπόθεσης.
Η AKTOR δεν είναι ο μοναδικός πελάτης του Μαραφάτσου.
Τα αμερικανικά "δημόσια αρχεία lobbying" καταγράφουν πέντε πελάτες της Catalyst Strategies την περίοδο 2025–2026: AKTOR Energy, ONEX Technologies, PPC North America, ASMA Associates και O&G International Ventures.
Τα δηλωμένα έσοδα lobbying από αυτούς φθάνουν συνολικά περίπου τα 440.000 δολάρια.
Για την AKTOR καταγράφονται 160.000 δολάρια έως το τέλος Ιουνίου. Για την ONEX 120.000, για την PPC North America 60.000, για την ASMA Associates 60.000 και για την O&G International Ventures 40.000.
Το στοιχείο έχει σημασία όχι επειδή αποδεικνύει κάποια αθέμιτη σχέση — δεν την αποδεικνύει.
Δείχνει όμως ότι το αντικείμενο της έρευνας μπορεί να είναι ευρύτερο από μία εταιρεία.
Ειδικά για την PPC North America, τα αρχεία αναφέρουν επαφές που αφορούν State Department, Department of Energy, Department of the Interior και στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας, με αντικείμενο projects της εταιρείας, αμερικανικές πολιτικές προτεραιότητες και συναφή εμπορικά συμφέροντα.
Στην περίπτωση της ONEX, τα δηλωμένα πεδία περιλαμβάνουν ενέργεια, πυρηνική ενέργεια, μεταποίηση και μεταφορές.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κοινή διαδρομή συμφερόντων. Ο Μαραφάτσος δεν εκπροσωπεί μόνο την AKTOR. Στα αμερικανικά αρχεία lobbying εμφανίζεται με σειρά ελληνικών ή ελληνικού ενδιαφέροντος εταιρειών, μεταξύ των οποίων η AKTOR Energy και η PPC North America της ΔΕΗ. Τουλάχιστον στην περίπτωση αυτών των δύο, τα δηλωμένα αντικείμενα lobbying κινούνται στον ίδιο ευρύτερο άξονα: ενέργεια, επαφές με την αμερικανική εκτελεστική εξουσία και προώθηση επιχειρηματικών σχεδίων που συνδέονται με τις ενεργειακές σχέσεις ΗΠΑ–Ελλάδας. LegiList
Και υπάρχει κι ένα πολύ ωραίο επόμενο σκαλοπάτι: η AKTOR μαζί με τη ΔΕΠΑ βρίσκεται στο Atlantic-SEE LNG και στον Κάθετο Διάδρομο, ενώ ο ίδιος λομπίστας εκπροσωπεί και την PPC North America. IBNA
Σε αυτό το σημείο αρχίζει να φαίνεται ένα δίκτυο κοινών επιχειρηματικών κατευθύνσεων το οποίο γεννά ένα εύλογο ερώτημα: Πόσο ανταγωνιστική είναι στην πράξη αυτή η νέα αγορά αμερικανικού LNG και πόσο μεγάλο μέρος της εμπορικής αλυσίδας συγκεντρώνεται γύρω από τον ίδιο στενό κύκλο εταιρειών;
Στο μεταξύ, η υπόθεση πέρασε και από τη Βουλή των Ελλήνων.
Απαντώντας στις 2 Οκτωβρίου σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας Αλέξανδρου Καζαμία, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να ασκήθηκε πίεση στην ελληνική κυβέρνηση από την αμερικανική πλευρά.
«Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα πίεσης ή απειλής της χώρας μας προκειμένου να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια», δήλωσε, προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτό.
Ο Παπασταύρου υπογράμμισε παράλληλα ότι η κυβέρνηση τηρεί τους κανόνες ανταγωνισμού και διαφάνειας σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο και παρουσίασε την ελληνοαμερικανική ενεργειακή συνεργασία ως σχέση αμοιβαίου οφέλους.
Μόνο που η απάντηση αυτή δεν κλείνει το ερώτημα που άνοιξε στην Ουάσιγκτον.
Οι Meeks και Shaheen δεν ζητούν από το State Department να διερευνήσει εάν η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε τους κανόνες ανταγωνισμού.
Ζητούν απαντήσεις για τη συμπεριφορά της Αμερικανίδας πρέσβεως και για τα όρια μεταξύ της επίσημης διπλωματικής της δραστηριότητας και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Οι δύο τοποθετήσεις επομένως δεν αλληλοαναιρούνται. Αλλά ούτε η μία απαντά αυτομάτως στην άλλη.
Η πλευρά της Guilfoyle απορρίπτει την εικόνα αθέμιτης προώθησης συγκεκριμένης εταιρείας.
Δικηγόρος της έχει υποστηρίξει ότι η πρέσβης συνεργάζεται με επιχειρήσεις από ολόκληρο τον ενεργειακό κλάδο και ότι οι επίσημες συναντήσεις της οργανώνονται μέσω των κανονικών διαύλων της πρεσβείας και όχι από τον Μαραφάτσο.
Αξιωματούχος της αμερικανικής πρεσβείας δήλωσε επίσης στη WSJ ότι η δραστηριότητά της στη Βουλγαρία είχε ως στόχο την προώθηση αμερικανικού LNG και τη μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τη Ρωσία και ότι η πρέσβης ακολουθούσε τις οδηγίες του State Department.
Η AKTOR έχει επίσης αρνηθεί ότι υπήρξε οτιδήποτε αθέμιτο στις σχέσεις ή στις επαφές της. Οι απαντήσεις αυτές έχουν, βεβαίως, την αξιολογική τους σημασία. Τα πραγματικά δεδομένα έχουν τη δική τους.
Διότι το ερώτημα που έχει πλέον μπροστά του το Κογκρέσο είναι πολύ συγκεκριμένο:
πού τελείωνε η επίσημη αμερικανική ενεργειακή διπλωματία και πού άρχιζε η ιδιωτική εκπροσώπηση επιχειρηματικών συμφερόντων;
Μαζί με την brutal επίδειξη ισχύος της Guilfolye ως προς τον σεβασμό δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων και την ευαισθητοποίηση των δύο πλευρών του Καπιτωλίου για τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρηματικών συμφερόντων, η υπόθεση Guilfoyle θα αιωρείται στην πολιτική μνήμη ως κάτι βολικά συμβολικό, αλλά ηθικά και νομικίστικα αβάσιμο λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




