
«Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ»
Η Wall Street Journal αποδίδει στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ μια εξαιρετικά βαριά φράση για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να επηρεάζουν κυβερνήσεις. Η Αθήνα απάντησε ότι «δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής». Δεν απάντησε όμως στο απλούστερο ερώτημα: ειπώθηκε η φράση ή όχι;

Κίμπερλι Γκιλφόι
Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα
Το μεγάλο ρεπορτάζ της Wall Street Journal για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ έχει όλα τα υλικά μιας ιστορίας που ταξιδεύει εύκολα: λομπίστες, ενεργειακές συμφωνίες, αμερικανικό LNG, ιδιωτικά αεροπλάνα, επιχειρηματικά συμφέροντα και συναντήσεις στα Βαλκάνια.
Για την Ελλάδα, όμως, το σημαντικότερο σημείο του βρίσκεται πρωτίστως σε λίγες θεσμικές γραμμές και δεν αφορά αποκλειστικά την AKTOR ούτε το ποια εταιρεία θα μεταφέρει περισσότερο αμερικανικό φυσικό αέριο. Αυτό είναι ζήτημα κόστους και, τελικά, εκτίμησης της συναλλακτικής αξίας και του οφέλους για τη χώρα.
Αφορά, λοιπόν, κυρίως τον τρόπο με τον οποίο μια εν ενεργεία πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών φέρεται να μίλησε για τη λειτουργία κυβερνήσεων άλλων χωρών και, στη συνέχεια, για την ελληνική κυβέρνηση.
Ένα δείπνο στην Αθήνα
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Μάρτιο του 2026 πραγματοποιήθηκε δείπνο στην Αθήνα με τη συμμετοχή Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων.
Η συζήτηση έφτασε στις πολιτικές εξελίξεις στη Ρουμανία και στην κυβέρνηση του Ίλιε Μπολοζάν.
Τότε, σύμφωνα με άνθρωπο που η εφημερίδα αναφέρει ότι ήταν παρών και άλλους που ενημερώθηκαν αργότερα για το περιστατικό, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ είπε:
«We can do that to any country we want. We can do that here.»
Σε κατά λέξη απόδοση:
«Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».
Η Wall Street Journal αναφέρει ότι ακολούθησε αντιπαράθεση με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου.
Ο Έλληνας υπουργός φέρεται να απάντησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει εκλεγεί από τον ελληνικό λαό.
Ο δικηγόρος της Γκιλφόιλ αμφισβήτησε την περιγραφή της συγκεκριμένης συνομιλίας από την εφημερίδα.
Μέχρι εδώ, αυτά είναι όσα γνωρίζουμε από το δημοσίευμα.
Και είναι αρκετά για να υπάρχει ένα αυτονόητο ερώτημα.
Στις 6 Ιουλίου 2015, μία ημέρα μετά το ελληνικό δημοψήφισμα, η τότε σχολιάστρια του Fox News Κίμπερλι Γκιλφόιλ είπε στην εκπομπή The Five ότι «nobody likes freeloaders», κάλεσε τους Έλληνες να «get up in the morning» και «go to work», υποστήριξε ότι συνταξιοδοτούνται πολύ νωρίς και κατέληξε σε αναλογία με κουτάβι που ουρεί στο χαλί και χρειάζεται εκπαίδευση. Το απόσπασμα υπάρχει στο επίσημο transcript του Fox News.
Ειπώθηκε ή δεν ειπώθηκε;
Τη Δευτέρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ρωτήθηκε για το θέμα.
Η απάντησή του ήταν σαφής σε ένα σημείο:
«Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης».
Και συμπλήρωσε ότι κάτι τέτοιο «δεν θα γινόταν ποτέ ανεκτό».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε επίσης στις στενές ελληνοαμερικανικές σχέσεις, στον αμοιβαίο σεβασμό και στη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών.
Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στη διατυπωση των ερωτημάτων.
Το εύκολο πρώτο είναι:
Απείλησαν ευθέως οι Ηνωμένες Πολιτείες την ελληνική κυβέρνηση;
Η κυβέρνηση απαντά με ειλικρινή υπεραπλούστευση: όχι.
Το δεύτερο είναι πολύ απλούστερο στη διατύπωση, αλλά πολύ βαρύτερο ως προς αυτό που υπονοεί:
Είπε η Αμερικανίδα πρέσβης «μπορούμε να το κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε — μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ»;
Σε αυτό δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής εξίσου καθαρή δημόσια απάντηση.
Και η διαφορά δεν είναι λεκτική λεπτομέρεια.
Η «απειλή» είναι χαρακτηρισμός και ερμηνεία μιας συνομιλίας.
Η εκφορά ή όχι μιας συγκεκριμένης πρότασης είναι πραγματολογικό ζήτημα.
Από την άλλη υπάρχει και η αντίδραση της πλευράς Γκιλφόιλ μέσω του δικηγόρου της ο οποίος αμφισβήτησε την περιγραφή της συνομιλίας από τη Wall Street Journal.
Και εδώ όμως χρειάζεται ακρίβεια. Το «η συνομιλία δεν έγινε όπως την περιγράφει η εφημερίδα» δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το:
«Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν είπε ποτέ αυτές τις λέξεις».
Έτσι δημιουργείται μια παράξενη κατάσταση.
Η WSJ δημοσιεύει συγκεκριμένη φράση, δημοσιεύει συγκεκριμένο πλαίσιο και δημοσιεύει συγκεκριμένη αντίδραση Έλληνα υπουργού.
Η πλευρά της πρέσβεως αμφισβητεί την περιγραφή και η ελληνική κυβέρνηση διαψεύδει ότι υπήρξε απειλή.
Αλλά το βασικό πραγματολογικό ερώτημα παραμένει στη μέση και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ιστορία ξεφεύγει από το κουτσομπολιό ενός δείπνου.
Μια πρέσβης, θεσμικά τουλάχιστον, δεν είναι ένας επιχειρηματίας που μιλάει υπερβολικά ούτε ένας πολιτικός σχολιαστής που πετάει μια ατάκα ή έστω ένας από εκείνους τους πολιτικούς που συνηθίζουν, όταν τα πράγματα στραβώσουν, να καταφεύγουν στο βολικό «εντάξει, μωρέ, λέμε και καμιά μ@@@@@α να περνάει η ώρα…».
Εκπροσωπεί επισήμως το κράτος που την έχει διαπιστεύσει.
Γι' αυτό και όταν σε μια Αμερικανίδα πρέσβη αποδίδεται η φράση ότι η χώρα της μπορεί να κάνει σε «οποιαδήποτε χώρα» αυτό που συζητείται σχετικά με την πτώση μιας κυβέρνησης, η ουσία δεν βρίσκεται στο αν η διατύπωση ήταν άκομψη, υπερβολική ή ιδιωτική.
Το ζήτημα είναι εάν ειπώθηκε. Και εφόσον ειπώθηκε, ποια σημασία της απέδωσαν οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο ίδιο τραπέζι.
Η ίδια η εκδοχή της Wall Street Journal παρουσιάζει τον Σταύρο Παπασταύρου να αντιδρά ακριβώς πάνω σε αυτό το σημείο: η ελληνική κυβέρνηση δεν διορίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά εκλέγεται από τους Έλληνες πολίτες.
Εάν η περιγραφή είναι ακριβής, η αντίδραση αυτή έχει από μόνη της σημασία.
Εάν δεν είναι, τότε μένει να γνωρίζουμε ποιο ακριβώς μέρος της είναι λανθασμένο.
Το υπόλοιπο ρεπορτάζ
Η έρευνα της Wall Street Journal επικεντρώνεται κυρίως σε κάτι άλλο: στη δραστηριότητα του λομπίστα Χρήστου Μαραφάτσου, στις σχέσεις του με την AKTOR, στην παρουσία του κοντά στην Αμερικανίδα πρέσβη και στην προώθηση ενεργειακών συμφωνιών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Αυτή είναι μια διαφορετική ιστορία.
Ποιος κερδίζει ποια ενεργειακή δουλειά, ποιος λομπίστας εκπροσωπεί ποια εταιρεία και ποιο επιχειρηματικό συμφέρον ανταγωνίζεται κάποιο άλλο είναι ζητήματα που χρειάζονται ξεχωριστή τεκμηρίωση.
Δεν χρειάζεται όμως να λυθούν για να απαντηθεί το θεσμικό ερώτημα που προκύπτει από το ίδιο δημοσίευμα.
Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κάποια μεγάλη θεωρία περί αμερικανικής παρέμβασης στην Ελλάδα, όπως στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Δεν χρειάζεται να μετατραπεί ένα δείπνο σε διπλωματική κρίση, ούτε να αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων ποια από τις δύο πλευρές περιγράφει σωστά τη συνομιλία.
Χρειάζεται μόνο να ξεχωρίσουμε τι γνωρίζουμε από το τι συμπεραίνουμε.
Η Wall Street Journal αποδίδει στην Αμερικανίδα πρέσβη μια συγκεκριμένη φράση.
Η πλευρά της αμφισβητεί την περιγραφή της συνομιλίας.
Η ελληνική κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν υπήρξε απειλή και ότι μια τέτοια απειλή δεν θα γινόταν ανεκτή.
Αυτό που δεν έχει ειπωθεί δημόσια με την ίδια καθαρότητα είναι μία πρόταση:
«Ναι, η φράση ειπώθηκε».
ή
«Όχι, η φράση δεν ειπώθηκε».
Μέχρι να υπάρξει μία από αυτές τις δύο απαντήσεις, αυτό —και όχι ο επιχειρηματικός θόρυβος γύρω από την υπόθεση— είναι το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




