
Manchester City: Ακολουθώντας το χρήμα στην ακριβότερη λίγκα του κόσμου
Η υπόθεση της Manchester City δεν είναι μόνο ένα ποδοσφαιρικό σκάνδαλο. Είναι ένα παράθυρο στην πολιτική οικονομία της Αγγλίας και στο μοντέλο που εξαπλώθηκε πολύ πέρα από αυτό.

Μια ιστορία που ξεκινά από το Big Bang του Λονδίνου, περνά από τις παλιές αποβάθρες των Docklands και τα κεφάλαια του Κόλπου και φτάνει στα sponsorships, τα transfers και το παγκόσμιο κυνήγι ταλέντου. Η υπόθεση της Manchester City δεν είναι μόνο ένα ποδοσφαιρικό σκάνδαλο. Είναι ένα παράθυρο στην πολιτική οικονομία του αγγλικού ποδοσφαίρου και στο μοντέλο που εξαπλώθηκε πολύ πέρα από αυτό.
Κάποιες λεπτομέρειες στην υπόθεση της Manchester City ταιριάζουν τόσο καλά σε ένα μοντέλο αυτοκρατορικής υπεροψίας και υποκρισίας, ώστε ο συμβολισμός τους ξεπερνά ακόμη και την πιο καλόπιστη ανάγνωση μιας κυνικά δύσοσμης πραγματικότητας.
Ο Khaldoon al-Mubarak, πρόεδρος του συλλόγου από το 2008 και ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του Abu Dhabi, βρίσκεται από το 2020 στον επίσημο βρετανικό κατάλογο διαπιστευμένων διπλωματών. Αυτό του παρέχει ασυλία από ποινικές διαδικασίες και, στις περισσότερες περιπτώσεις, προστασία από αστικές αγωγές στη Βρετανία.
Έως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία κατηγορία προσωπικής παρανομίας εναντίον του Khaldoon al-Mubarak. Η αποκάλυψη, ωστόσο, ότι από το 2020 περιλαμβάνεται στον επίσημο βρετανικό κατάλογο εγκεκριμένων διπλωματών άνοιξε μια ιδιαίτερη νομική συζήτηση για το κατά πόσον η διπλωματική ασυλία που απορρέει από τον ρόλο του ως ανώτατου αξιωματούχου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων μπορεί να επηρεάσει ενδεχόμενες νομικές διαδικασίες που θα αφορούσαν τον παράλληλο ρόλο του ως προέδρου της Manchester City, συνυπολογίζοντας μάλιστα ότι οι σοβαρές οικονομικές παραβάσεις που διαπίστωσε η ανεξάρτητη επιτροπή αφορούν κυρίως την περίοδο 2009–2018, δηλαδή χρόνια πριν αποκτήσει το συγκεκριμένο διπλωματικό καθεστώς.
Η εικόνα, λοιπόν, είναι τόσο περίπλοκη όσο και αποκαλυπτική. Ο άνθρωπος που βρίσκεται στην κορυφή ενός από τα ισχυρότερα ποδοσφαιρικά clubs του κόσμου είναι ταυτόχρονα επικεφαλής της Mubadala, του κρατικού επενδυτικού βραχίονα του Abu Dhabi, κυβερνητικός αξιωματούχος και κρίσιμος σύνδεσμος στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Βρετανίας.
Κάπου εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο το ποδόσφαιρο.
Γιατί το μοντέλο που βλέπουμε στη Manchester City δεν έμεινε στο Manchester, ούτε καν στην Premier League. Η μετατροπή του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επενδυτικό και πολιτικό asset εντάσσεται πλέον σε ένα πολύ ευρύτερο μοντέλο της παγκόσμιας οικονομίας. Clubs, sovereign funds, τηλεοπτικά δικαιώματα, sponsors, agents, ακαδημίες, διοργανώσεις και κυβερνήσεις αποτελούν πλέον διαφορετικούς κρίκους μιας οικονομίας που παράγει δισεκατομμύρια.
Στην άλλη άκρη της όμως βρίσκονται άνθρωποι.

Στις φτωχότερες χώρες της Αφρικής, η τεράστια αξία που μπορεί να αποκτήσει ένας νεαρός ποδοσφαιριστής έχει δημιουργήσει μια παράλληλη αγορά στρατολόγησης. Δίπλα στις σοβαρές ακαδημίες και στα νόμιμα scouting networks λειτουργούν μεσάζοντες και fake agents που πουλούν σε οικογένειες το όνειρο της Ευρώπης. Η FIFA και η FIFPRO έχουν αναγκαστεί πλέον να αντιμετωπίζουν ρητά το human trafficking in football.
Ακόμη και στην απολύτως νόμιμη κορυφή της πυραμίδας, η λογική παραμένει αμείλικτη. Data analytics, βιοχημεία, διατροφή, GPS και διαρκής μέτρηση της φυσικής κατάστασης αναζητούν το τελευταίο διαθέσιμο εκατοστό ανθρώπινης απόδοσης. Πολλά από αυτά προστατεύουν τον αθλητή· ταυτόχρονα όμως δείχνουν πόσο πολύτιμο asset έχει γίνει πλέον το σώμα του.
Και όταν η βιομηχανία χρειάστηκε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο στο Κατάρ, στην άλλη άκρη της αλυσίδας βρέθηκαν οι φθηνοί μετανάστες εργάτες από Bangladesh, Ινδία, Νεπάλ και άλλες ασιατικές χώρες που κατασκεύασαν μεγάλο μέρος των υποδομών του. Οι καταγγελίες για εργασιακή εκμετάλλευση οδήγησαν σε διεθνή πίεση και μεταρρυθμίσεις, χωρίς να εξαφανίσουν τα προβλήματα. Γύρω από την ανάθεση και την πολιτική προστασία τέτοιων διοργανώσεων αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα τεράστια δίκτυα lobbying, που έφτασαν μέχρι την ευρωπαϊκή πολιτική…και, όπως έδειξε το Qatargate, άγγιξαν και την Ελλάδα, με Έλληνες πολιτικούς και εκπροσώπους της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας.

Πάνω από όλα αυτά βέβαια, βρίσκεται η FIFA του Gianni Infantino: ένας οργανισμός που καλείται ταυτόχρονα να ρυθμίζει το παιχνίδι και να μεγαλώνει συνεχώς την εμπορική του αξία.
Για όσους αγαπήσαμε το ποδόσφαιρο ακριβώς επειδή μπορούσε να παιχτεί χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς, με μια μπάλα και δύο πέτρες για δοκάρια, η αντίφαση είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Γύρω από το μαγικότερο ίσως παιχνίδι που επινοήθηκε ποτέ έχει χτιστεί ένα παγκόσμιο PlayStation δισεκατομμυρίων, στολισμένο με διαμάντια που, ως συνήθως, ποτέ δεν είναι τόσο «καθαρά».
Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ως εδώ, αξίζει να επιστρέψουμε στη συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας. Στη Manchester City.
Στις 29 Σεπτεμβρίου η Premier League δημοσιοποίησε την απόφαση της ανεξάρτητης επιτροπής που εξέταζε επί χρόνια τα οικονομικά της Manchester City.
Το συμπέρασμα ήταν εξαιρετικά βαρύ.
Για τις εννέα σεζόν από το 2009/10 έως το 2017/18, η επιτροπή έκρινε ότι η City χρησιμοποίησε εικονικές —«sham» κατά τη διατύπωση της απόφασης— εμπορικές συμφωνίες ώστε να εμφανίζει μεγαλύτερα έσοδα και μικρότερα κόστη. Σύμφωνα με την Premier League, η συνολική επίδραση αυτών των σχημάτων ξεπερνούσε τα £900 εκατ.
Η επιτροπή έκρινε επίσης ότι οι λογαριασμοί που κατατέθηκαν δεν απεικόνιζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση του club και ότι, αν οι συμφωνίες είχαν αποτυπωθεί διαφορετικά, η City θα είχε υπερβεί σημαντικά τα όρια δαπανών της Premier League και της UEFA. Με απλά λόγια, η City φέρεται να ξόδευε πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα της επέτρεπαν οι οικονομικοί κανόνες της Premier League και της UEFA σε σχέση με τα πραγματικά έσοδά της. Γι’ αυτό και το ύψος και η πραγματική προέλευση των εσόδων από χορηγίες αποκτούν τόσο μεγάλη σημασία.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται ένα απλό ερώτημα: Ποιος πλήρωνε πραγματικά;
Σύμφωνα με τα ευρήματα της επιτροπής, ένα σημαντικό μέρος των ποσών που εμφανίζονταν ως εμπορικά έσοδα από εταιρείες του Abu Dhabi προερχόταν στην πραγματικότητα από την Abu Dhabi United Group, την εταιρεία μέσω της οποίας ο Sheikh Mansour είχε αποκτήσει τη Manchester City.
Η City απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή.
Στις 1 Οκτωβρίου κατέθεσε επίσημα την έφεσή της, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση περιέχει ουσιώδη λάθη «δικαίου, αρχής και πραγματικών περιστατικών» και ότι διαθέτει στοιχεία που, κατά τη θέση της, αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της.
Η υπόθεση, φυσικά, δεν έχει τελειώσει με την απόφαση της ανεξάρτητης επιτροπής της Premier League.Αλλά ακόμη κι αν αύριο εξαφανιζόταν ολόκληρος ο δικαστικός φάκελος της Manchester City, θα παρέμενε ένα πολύ μεγαλύτερο θέμα για συζήτηση.
Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αντίφαση. Το ίδιο οικονομικό μοντέλο που άνοιξε τις πόρτες του βρετανικού ποδοσφαίρου στο διεθνές κεφάλαιο και το προσκάλεσε να επενδύσει δισεκατομμύρια, άρχισε στη συνέχεια να περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα δισεκατομμύρια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Τα κεφάλαια ήταν ευπρόσδεκτα όσο τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη, τις μεταγραφές, τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τα φορολογικά έσοδα και τελικά την παγκόσμια αξία του ίδιου του αγγλικού ποδοσφαίρου. Όταν όμως η οικονομική ισχύς ορισμένων ιδιοκτητών άρχισε να μεταβάλλει τους συσχετισμούς του παιχνιδιού, οι κανόνες άλλαξαν.
Πριν από το ποδόσφαιρο ήταν το Λονδίνο
Η ιστορία δεν αρχίζει στο Manchester. Αρχίζει δεκαετίες νωρίτερα, στο Λονδίνο, όταν το 1986 η κυβέρνηση Thatcher προχώρησε στο περίφημο Big Bang των χρηματοπιστωτικών αγορών, δηλαδή απορύθμιση, απελευθέρωση, διεθνοποίηση, είσοδος ξένων τραπεζών και επενδυτικών ομίλων. Μια νέα εποχή για το City του Λονδίνου και για τις μουχλιασμένες αποβάθρες.
Γύρω από αυτό το χρηματοπιστωτικό κέντρο αναπτύχθηκε ένα ολόκληρο οικοσύστημα από Τράπεζες, Δικηγορικές εταιρείες, Λογιστές, Wealth managers, Real estate, Ξενοδοχεία, Πολυτελή ακίνητα, Prestige assets.
Ρωσικός πλούτος, αμερικανικό κεφάλαιο και τόνοι πετροδολάρια από τον Κόλπο βρήκαν στη Βρετανία μια οικονομία εξαιρετικά ανοιχτή στη διεθνή ιδιοκτησία.
Ώσπου κάποια στιγμή ένα από τα πιο ελκυστικά βρετανικά assets δεν ήταν πλέον ένα κτίριο στο Mayfair ή ένας πύργος στο Essex. Ήταν μια ποδοσφαιρική ομάδα.

Από τον Abramovich στον Sheikh Mansour και μετά στην Ευρώπη
Το 2003 ο Roman Abramovich αγοράζει την Chelsea.
Δεν ήταν ο πρώτος ξένος ιδιοκτήτης αγγλικού συλλόγου. Απέδειξε όμως κάτι σε πρωτοφανή κλίμακα: ένας εξαιρετικά πλούσιος ξένος επενδυτής μπορούσε να αγοράσει ένα μεγάλο αγγλικό club, να διοχετεύσει τεράστια κεφάλαια και μέσα σε λίγα χρόνια να αλλάξει την αγωνιστική και οικονομική ισορροπία του πρωταθλήματος.
Πέντε χρόνια αργότερα έρχεται το επόμενο βήμα.
2008 — Abu Dhabi / Manchester City.
Και το 2021:
Saudi PIF / Newcastle United.
Η εξέλιξη δεν είναι απόλυτα γραμμική ούτε οι τρεις περιπτώσεις είναι ίδιες. Δείχνουν όμως μια σταδιακή μετάβαση από τον ιδιώτη δισεκατομμυριούχο-ιδιοκτήτη σε κεφάλαια όλο και στενότερα συνδεδεμένα με κρατική ισχύ και, τελικά, στα ίδια τα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια. Ακόμη και η ενδιάμεση περίπτωση των Ρώσων ολιγαρχών δεν ήταν ποτέ ένα αθώο one-man show. Επί Putin, η τεράστια ιδιωτική περιουσία μπορούσε να παραμένει ιδιωτική, αλλά η επιβίωση και η διεθνής ισχύς της ήταν στενά δεμένες με τη σχέση του ιδιοκτήτη της με το Κρεμλίνο. Μια σχέση που, για μεγάλο διάστημα, βόλευε και τις δύο πλευρές.
Γιατί η Premier League; Επειδή είχε σχεδόν όλα όσα αναζητούσε το διεθνές κεφάλαιο.
Ιδιωτική εταιρική ιδιοκτησία. Τεράστια τηλεοπτικά έσοδα. Παγκόσμιο κοινό. Αγγλική γλώσσα. Ισχυρό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και ένα προϊόν που μπορούσε να μεταφέρει ένα brand από το Manchester στο Lagos, τη Σαγκάη και το Ριάντ μέσα σε ενενήντα λεπτά.
Δεν αγοράζεις απλώς μια ομάδα, αγοράζεις κοινό, εικόνα, πρόσβαση, κύρος και παγκόσμια ορατότητα.
Το παράδοξο της Premier League
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αντίφαση. Το αγγλικό ποδόσφαιρο δημιούργησε ένα εξαιρετικά ανοικτό οικονομικό μοντέλο και πάνω σε αυτό έχτισε μεγάλο μέρος της παγκόσμιας κυριαρχίας του.
Όταν όμως οι διαφορές κεφαλαίου άρχισαν να γίνονται τόσο μεγάλες ώστε να απειλούν την ανταγωνιστική ισορροπία, το ίδιο σύστημα άρχισε να κατασκευάζει μηχανισμούς περιορισμού τους.
Financial Fair Play.
Profitability and Sustainability Rules.
Έλεγχος συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη.

Όρια ζημιών και δαπανών.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αντίφαση. Το ίδιο οικονομικό μοντέλο που άνοιξε τις πόρτες του βρετανικού ποδοσφαίρου στο διεθνές κεφάλαιο και το προσκάλεσε να επενδύσει δισεκατομμύρια, άρχισε στη συνέχεια να περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα δισεκατομμύρια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Τα κεφάλαια ήταν ευπρόσδεκτα όσο τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη, τις μεταγραφές, τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τα φορολογικά έσοδα και τελικά την παγκόσμια αξία του ίδιου του αγγλικού ποδοσφαίρου. Όταν όμως η οικονομική ισχύς ορισμένων ιδιοκτητών άρχισε να μεταβάλλει τους συσχετισμούς του παιχνιδιού, οι κανόνες άλλαξαν.
Και σε αυτό το σημείο, η αντίφαση συναντά και εκείνο το παλιό βρετανικό ίχνος αυτοκρατορικής υπεροψίας και υποκρισίας.
Φέρτε τα κεφάλαιά σας, αγοράστε τα assets μας, χρηματοδοτήστε το προϊόν μας και πληρώστε τους φόρους του. Αλλά το παιχνίδι εξακολουθούμε να το ορίζουμε εμείς και διατηρούμε το δικαίωμα να αλλάζουμε τους κανόνες του όταν οι συνέπειες του ίδιου του μοντέλου που δημιουργήσαμε αρχίζουν να μας ενοχλούν.
Για να είμαστε δίκαιοι με τους Βρετανούς, δεν πήραν μόνοι τους την απόφαση, ωστόσο γνώριζαν καλύτερα απ΄όλους πως να τη διαχειριστούν. Η στροφή προς τον περιορισμό των δαπανών ήταν ευρωπαϊκή. Η UEFA εισήγαγε το Financial Fair Play και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη Βρετανία ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του παρείχε ισχυρή πολιτική και θεσμική στήριξη. Με άλλα λόγια, το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπαθεί σήμερα να ρυθμίσει τις συνέπειες ενός μοντέλου ανοίγματος που συνέβαλε καθοριστικά στο να γίνει τόσο πλούσιο.
Και η Manchester City βρίσκεται ακριβώς στο σημείο αυτής της σύγκρουσης.
Κλείνοντας, επιστρέφουμε στον Khaldoon al-Mubarak.
Όχι επειδή η διπλωματική του ασυλία αποδεικνύει οτιδήποτε για την υπόθεση της City. Δεν το κάνει. Αλλά επειδή η διπλή —στην πραγματικότητα πολλαπλή— ιδιότητά του συμπυκνώνει σχεδόν ολόκληρη την ιστορία του σημερινού ποδοσφαίρου ως βιομηχανίας και επενδυτικού προϊόντος, με Κροίσους ποδοσφαιριστές στην κορυφή της πυραμίδας, χρυσοπληρωμένους managers, δικηγόρους και λογιστές, φθηνό εργατικό δυναμικό για τις ανάγκες των λαμπερών διοργανώσεων και, στη βάση της, 16χρονα παιδιά στις φτωχογειτονιές των «παιδομαζωμάτων» ή στα όνειρα γονιών που ελπίζουν ότι κάποτε θα τραβήξουν το λαχείο.

Ο Khaldoon al-Mubarak είναι πρόεδρος ενός football club. Επικεφαλής ενός από τους σημαντικότερους κρατικούς επενδυτικούς οργανισμούς του κόσμου. Ανώτατος αξιωματούχος του Abu Dhabi. Διαπιστευμένος διπλωμάτης στη Βρετανία.
Και κεντρικό πρόσωπο μιας επενδυτικής σχέσης Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων–Ηνωμένου Βασιλείου που έχει ήδη παραγάγει επενδυτικές δεσμεύσεις δισεκατομμυρίων λιρών.
Η Manchester City θα δώσει τη μάχη της στην έφεση και οι δικηγόροι θα συνεχίσουν να συζητούν για sponsorship agreements, λογαριασμούς, πραγματικές πηγές χρηματοδότησης και οικονομικούς κανονισμούς.
Η Premier League θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι οι κανόνες της μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν ακόμη και απέναντι σε έναν από τους ισχυρότερους συλλόγους της.
Όμως πίσω από τις εκατοντάδες σελίδες του φακέλου βρίσκεται μια πολύ απλούστερη ιστορία.
Η Αγγλία άνοιξε το ποδόσφαιρό της στο παγκόσμιο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο βοήθησε να δημιουργηθεί το πλουσιότερο και ισχυρότερο ποδοσφαιρικό προϊόν του κόσμου. Το μοντέλο ταξίδεψε, μεγάλωσε και άρχισε να συνδέει το ποδόσφαιρο με κρατικά κεφάλαια, γεωπολιτική επιρροή και μια παγκόσμια αγορά ανθρώπινης εργασίας και ταλέντου.
Και τώρα το ίδιο σύστημα προσπαθεί να περιορίσει τη δύναμη των κεφαλαίων που το ίδιο προσκάλεσε, οχι επειδή η Πρεμιερ Λινγκ ανακάλυψε τον Αριστοτέλη και τα ηθικα όρια της ισχύος, αλλά θέλοντας να υπενθυμίσει ποιος εξακολουθεί να έχει το σημαντικότερο προνόμιο, να γράφει, δηλαδή, τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η Manchester City δεν πυροδότησε αυτή τη μηχανή.
Έγινε όμως το σημείο αναφοράς όπου η ανεξέλεγκτη μηχανή αναγκάστηκε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




