ΔΙΕΘΝΉ · ΕΠΙΚΑΙΡΌΤΗΤΑ

Καναδάς και Ιράν: όταν η απειλή εμφανίζεται μεγαλύτερη από τη δράση

Μέσα σε λίγες ημέρες, η Ουάσιγκτον άνοιξε δύο διαφορετικά οικονομικά μέτωπα. Απέναντι στον Καναδά επέλεξε δασμούς 50%. Απέναντι στους εμπορικούς εταίρους του Ιράν προανήγγειλε ένα

The Noèma n&m · 26/08/2026 · HERMIS

pexels thomas k 268383750 28449348

Μέσα σε λίγες ημέρες, η Ουάσιγκτον άνοιξε δύο διαφορετικά οικονομικά μέτωπα. Απέναντι στον Καναδά επέλεξε δασμούς 50%. Απέναντι στους εμπορικούς εταίρους του Ιράν προανήγγειλε ένα «Economic D-Day». Οι δύο υποθέσεις δεν είναι συγκρίσιμες ως προς το αντικείμενο ή τους αντιπάλους. Συναντώνται όμως σε ένα κρίσιμο σημείο: στο πόσο προβλέψιμη παραμένει η αμερικανική απειλή — και πόσο αξιόπιστη η συμφωνία που μπορεί να την ακολουθήσει.

Η απάντηση του Καναδά δεν περιορίστηκε τελικά στις δηλώσεις του Mark Carney.

Από τις 8 Σεπτεμβρίου, η Οτάβα θα επιβάλει δασμούς 15%, 25% και 50% σε αμερικανικές εισαγωγές συνολικής αξίας 27,6 δισ. καναδικών δολαρίων. Η επίσημη λίστα περιλαμβάνει χάλυβα, γαλακτοκομικά, ηλεκτρικές συσκευές, αγροτικό εξοπλισμό, προϊόντα χαρτιού και πολτού και ηλεκτρονικά.

Η λογική της καναδικής απάντησης είναι επίσης συγκεκριμένη: ίση αξία και αντίστοιχος δασμολογικός συντελεστής. Η ίδια η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη διατύπωση «dollar for dollar, rate for rate».

Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει ότι η Οτάβα δεν θεωρεί την αντιπαράθεση ανέξοδη.

Μαζί με τους δασμούς ανακοίνωσε πακέτο 7,5 δισ. καναδικών δολαρίων για εργαζομένους και επιχειρήσεις που θα πληγούν. Δηλαδή αποδέχεται εκ των προτέρων ότι η πολιτική αντίσταση στην αμερικανική πίεση έχει οικονομικό τίμημα και βάζει δημόσιο χρήμα για να απορροφήσει μέρος του.

Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από την ίδια τη λίστα των προϊόντων.

Ο Καναδάς δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να συγκρουστεί με τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου χωρίς κόστος. Δηλώνει ότι είναι διατεθειμένος να πληρώσει μέρος αυτού του κόστους.

Από τη διαπραγμάτευση στο 50%

Η σύγκρουση έχει αποκτήσει επιπλέον βάρος επειδή η κατεύθυνση των αμερικανοκαναδικών σχέσεων αλλάζει πλέον μέσα σε ημέρες.

Ενώ μέχρι πρόσφατα συζητούνταν όροι μιας νέας εμπορικής συμφωνίας, η Ουάσιγκτον επέβαλε δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα και ο Donald Trump απείλησε στη συνέχεια με αντίστοιχο 50% στα καναδικά αυτοκίνητα και εξαρτήματα από την 1η Ιανουαρίου.

Ο Carney έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να χρησιμοποιήσει τα βαρύτερα μέσα πίεσης που διαθέτει η χώρα του — από την ενέργεια μέχρι κρίσιμες πρώτες ύλες. Αντί γι' αυτό, η κυβέρνησή του επιχειρεί παράλληλα να μειώσει τη μεγάλη εξάρτηση της καναδικής οικονομίας από την αμερικανική αγορά και να αναζητήσει άλλους εμπορικούς εταίρους.

Έτσι αποκτά διαφορετικό νόημα και η φράση που χρησιμοποίησε ο Καναδός πρωθυπουργός για τη νέα σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες:

«ITS SIGNATURE WAS WRITTEN IN PENCIL.»

Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο τι δασμό επιβάλλει η Ουάσιγκτον σήμερα. Είναι πόσο μπορεί μια άλλη κυβέρνηση να βασιστεί σε αυτό που συμφώνησε μαζί της χθες.

Και σχεδόν ταυτόχρονα, ο Scott Bessent έθετε ένα διαφορετικό όριο στην αμερικανική οικονομική ισχύ.

ΤΟ «ECONOMIC D-DAY» ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ

Η παρουσίαση της νέας εκστρατείας κατά του Ιράν δεν ήταν μετριοπαθής.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών την ονόμασε Operation Economic Outcast, μίλησε για οικονομική επίθεση στις χρηματοπιστωτικές συνδέσεις της Τεχεράνης σε ολόκληρο τον κόσμο και δήλωσε ότι στόχος είναι να αποκοπούν οι οικονομικές γραμμές που επιτρέπουν στο ιρανικό καθεστώς να λειτουργεί.

Στην καρδιά της στρατηγικής βρίσκονται οι δευτερογενείς κυρώσεις.

Το αμερικανικό όπλο εδώ δεν είναι απλώς να απαγορεύσει στις δικές του εταιρείες να συναλλάσσονται με το Ιράν. Είναι να υποχρεώσει επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς τρίτων χωρών να επιλέξουν: οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη ή πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Και εκεί εμφανίζεται η Κίνα.

Στη συνέντευξη Τύπου της 24ης Αυγούστου, δημοσιογράφος του Reuters ρώτησε ευθέως τον Bessent γιατί δεν εμφανίζονται κινεζικές τράπεζες ανάμεσα στους στόχους και αν η εύθραυστη εμπορική σχέση ΗΠΑ–Κίνας εμποδίζει την Ουάσιγκτον να κάνει αυτό το βήμα.

Ο Bessent δεν ανακοίνωσε κυρώσεις σε συγκεκριμένη κινεζική τράπεζα. Είπε ότι όποιος συμμετέχει στο σύστημα που μετατρέπει το ιρανικό πετρέλαιο σε χρήμα μπορεί να αποτελέσει στόχο.

Το ερώτημα επανήλθε λίγα λεπτά αργότερα από τον Kevin Liptak του CNN, αυτή τη φορά από διαφορετική γωνία:

Αφού πρόκειται για «Economic D-Day», γιατί οι κυρώσεις δεν επιβάλλονται αμέσως;

Η απάντηση του Bessent ήταν αποκαλυπτική:

«WHY WOULD I WANT TO BLOW UP THE GLOBAL FINANCIAL SYSTEM?»

Και αμέσως μετά εξήγησε ότι η Ουάσιγκτον θέλει να δώσει ένα χρονικό περιθώριο συμμόρφωσης — ένα cure period — και χαρακτήρισε την πρώτη κίνηση «warning shot».

Αυτό αλλάζει σημαντικά την ανάγνωση του «D-Day».

Οι ΗΠΑ διαθέτουν πράγματι ένα εξαιρετικά ισχυρό χρηματοπιστωτικό όπλο. Αλλά η ισχύς του προκύπτει ακριβώς από την κεντρική θέση του δολαρίου και του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος στην παγκόσμια οικονομία.

Η ανεξέλεγκτη χρήση του επομένως μπορεί να δημιουργήσει κόστος πολύ πέρα από τον αρχικό στόχο.

Ο ίδιος ο Bessent ουσιαστικά το αναγνώρισε.

ΣΧΟΛΙΟ | ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ

Καμία σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν εφαρμόζει όλες τις απειλές της μέχρι τέλους.

Το να γνωρίζει μια κυβέρνηση πότε πρέπει να σταματήσει πριν προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από εκείνη που επιδιώκει να αποτρέψει είναι στοιχείο στρατηγικής, όχι αδυναμία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ρητορική προηγείται συνεχώς της στρατηγικής.

Στην περίπτωση του Ιράν, η Ουάσιγκτον επέλεξε τον όρο «D-Day» πριν ακόμη αποφασίσει πόσο μακριά είναι πραγματικά διατεθειμένη να φτάσει απέναντι στους μεγαλύτερους οικονομικούς εταίρους της Τεχεράνης.

Στην περίπτωση του Καναδά, η ταχύτητα με την οποία μια εμπορική διαπραγμάτευση μετατράπηκε σε δασμούς 50% οδηγεί πλέον μια στενά συνδεδεμένη οικονομία να δαπανά δισεκατομμύρια για να προστατευθεί από τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της.

Αυτά είναι δύο διαφορετικά προβλήματα.

Παράγουν όμως το ίδιο στρατηγικό ερώτημα για κάθε χώρα που διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον:

Ποια αμερικανική απειλή πρέπει να θεωρήσει τελεσίγραφο, ποια αποτελεί την αρχή μιας διαπραγμάτευσης — και πόσο χρόνο ζωής έχει η συμφωνία που τελικά θα υπογραφεί;

Η οικονομική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει τεράστια.

Η αξιοπιστία όμως δεν μετριέται μόνο από το μέγεθος του όπλου.

Μετριέται και από το αν οι άλλοι μπορούν να προβλέψουν πότε πραγματικά θα χρησιμοποιηθεί.

Ο Carney περιέγραψε την αβεβαιότητα με ένα μολύβι.

Ο Bessent περιέγραψε το όριο με το ίδιο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Government of Canada — List of U.S. products subject to counter-tariffs

Reuters — Canada announces retaliatory tariffs on U.S. goods

2d4fc566 2264 468c a49b c9f407e62a1c
Δανιηλίδης — προϊόντα
Ρεβελό — animated promo
Μπρίκι — προωθητικό δημιουργικό
SOLYMARE
Η ανεξάρτητη ενημέρωση χρειάζεται αναγνώστες που τη στηρίζουν.Support module — ξεχωριστό από τις διαφημίσεις.