
ΗΠΑ–Καναδάς–Ευρώπη: μια πολιτικά άβολη σύγκριση στρατηγικών σχέσεων και κυριαρχίας
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ο Carney θα κερδίσει. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το βασικό γεγονός: η κυβέρνησή του έχει ορίσει ένα όριο. "Ως εδώ!"

UPDATE | 31.08.2026: Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Καναδά συνεχίζει να κλιμακώνεται. Η Ουάσιγκτον έχει προαναγγείλει αύξηση των δασμών στα καναδικά αυτοκίνητα από 25% σε 50% από την 1η Ιανουαρίου 2027, ενώ οι εμπορικές συνομιλίες παραμένουν σε αδιέξοδο. Η εξέλιξη ενισχύει το βασικό ερώτημα του κειμένου: πόσο κόστος είναι διατεθειμένο να αναλάβει ένα κράτος όταν θεωρεί ότι διακυβεύεται το περιθώριο άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής;
Ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney είναι ίσως το τελευταίο πρόσωπο που θα επέλεγε κανείς για τον ρόλο του πολιτικού που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Πέρασε από τις κεντρικές τράπεζες, τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς και τη Brookfield. Είναι ένας κατεξοχήν άνθρωπος ενός κόσμου που οικοδομήθηκε πάνω στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, στην οικονομική αλληλεξάρτηση και στην πεποίθηση ότι ο οικονομισμός, οι αγορές και οι θεσμοί αποτελούν το Ιερό Δισκοπότηρο της κοινωνίας — συχνά υπεράνω πολιτικής σκέψης και κοινωνιολογικής αναγκαιότητας.
Δεν είναι αντισυστημικός. Δεν είναι λαϊκιστής. Δεν ξύπνησε ένα πρωί και είπε «γ@@@@αι η Wall Street».
Κι όμως, όταν η αμερικανική πίεση έφτασε στο σημείο όπου η Οτάβα θεώρησε ότι δεν διαπραγματευόταν πλέον μόνο δασμούς αλλά και το περιθώριο άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής, ο Carney έκανε κάτι εξαιρετικά "παλιομοδίτικο":
είπε «όχι», γνωρίζοντας ότι το «όχι» θα κοστίσει — ακολουθώντας μια βαθιά καναδική πολιτική αντίληψη ότι η εγγύτητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναιρεί τη διακριτή εθνική ταυτότητα: πρώτα Καναδοί, όχι «Βορειοαμερικανοί» με αμερικανικούς όρους, και σε κάθε περίπτωση όχι Αμερικανοί.
Και δεν έμεινε εκεί. Η καναδική κυβέρνηση συνόδευσε τα αντίποινα με συγκεκριμένα δισεκατομμύρια δημόσιας στήριξης προς επιχειρήσεις και εργαζομένους που θα πληγούν.
Δηλαδή η κυβέρνηση είπε περίπου ότι "επιλέγουμε τη σύγκρουση, ξέρουμε ότι θα υπάρξουν θύματα στην οικονομία και αναλαμβάνουμε πολιτικά μέρος του λογαριασμού".
Εδώ αρχίζει η πραγματικά άβολη σύγκριση με την Ευρώπη.
Τι κρατά, ογδόντα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες τόσο στενά δεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Μετά το Μάαστριχτ: ο οικονομικός ορθολογισμός ως υποκατάστατο στρατηγικής
Μετά το Μάαστριχτ, η Ευρώπη έκανε ένα τεράστιο βήμα οικονομικής ολοκλήρωσης.
Ενιαία αγορά, κοινό νόμισμα, ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, κοινοί κανόνες, αυξανόμενη ρυθμιστική ενοποίηση.
Σταδιακά όμως ο οικονομικός ορθολογισμός έπαψε να είναι απλώς ένα εργαλείο, έγινε σχεδόν πολιτική κοσμοθεωρία.
Η αλληλεξάρτηση θεωρήθηκε παράγοντας σταθερότητας. Οι κανόνες αναγορεύθηκαν σε ένα είδος ευαγγελίου μηχανιστικής διαχείρισης της αυθαιρεσίας — αυστηρού ή ελαστικού, αναλόγως του υποκειμένου. Και η περιβόητη «αγορά των 450 εκατομμυρίων» άρχισε να αντιμετωπίζεται περίπου ως αυτονόητη απόδειξη ισχύος.
Μόνο που οι 450 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν αποτελούν ενιαίο κράτος. Η ίδια αγορά περιλαμβάνει χώρες με διαφορετική παραγωγική ισχύ, διαφορετικά δημοσιονομικά περιθώρια, διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες και συχνά διαφορετικές γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Το μόνο πραγματικό «όπλο» ήταν η ευρωπαϊκή οικονομική ισχύς. Όπως όμως φάνηκε στην πορεία, η μετατροπή της σε ενιαία πολιτική βούληση ήταν... "αλλουνού παπά ευαγγέλιο".
Από εδώ και πέρα αρχίζει ένα γαϊτανάκι "δύσκολων" ερωτημάτων...
Η Ευρώπη πλήρωσε. Αλλά ποιος ακριβώς πλήρωσε;
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη, ως ενιαίο πολιτικό σύνολο — είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο — απομακρύνθηκε ταχύτατα από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η επιλογή αυτή παρουσιάζεται συχνά ως απόδειξη ότι η ΕΕ μπορεί, όταν χρειάζεται, να πληρώσει το κόστος μιας στρατηγικής απόφασης.
Μόνο που αυτή η ανάγνωση παρακάμπτει το πιο κρίσιμο ερώτημα: ποιος ακριβώς πλήρωσε;
Διότι το ενεργειακό κόστος πέρασε σε σημαντικό βαθμό στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις, στον πληθωρισμό και στις εθνικές κυβερνήσεις, που αναγκάστηκαν εκ των υστέρων να επιστρατεύσουν επιδοτήσεις, πλαφόν, φορολογικές ελαφρύνσεις και οριακούς μηχανισμούς ανακούφισης. Το παράδειγμα των καυσίμων είναι χαρακτηριστικό: σήμερα ο ΦΠΑ παραμένει στο 24% στην Ελλάδα, 21% στην Ισπανία, 20% στη Γαλλία και 19% στη Γερμανία, ενώ όπου υπήρξαν προσωρινές μειώσεις φόρων ή στοχευμένες επιδοτήσεις, αυτές λειτούργησαν κυρίως ως μέτρα μερικής απορρόφησης του σοκ. Και όλα αυτά, σε σχέση με το συνολικό ενεργειακό κόστος που μεταφέρθηκε στην πραγματική οικονομία, ήταν ψίχουλα. Δεν επρόκειτο για ανάληψη του στρατηγικού κόστους από ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πολιτικό κέντρο, αλλά για αποσπασματικές εθνικές παρεμβάσεις, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού κατέληγε στην κατανάλωση, στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και στην απώλεια πραγματικού εισοδήματος.
Δεν εμφανίστηκε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πολιτικό κέντρο που να πει:
«Επιλέγουμε αυτή τη στρατηγική. Αυτό είναι το συνολικό κόστος της. Και αυτός είναι ο κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός με τον οποίο θα προστατεύσουμε όσους θα το πληρώσουν.»
Το κόστος κοινωνικοποιήθηκε άνισα και, ακόμη σημαντικότερο, η στρατηγική κατεύθυνση δεν διαμορφώθηκε σε πολιτικό κενό.
Η Ευρώπη ακολούθησε πιστά και αδιαμαρτύρητα τη δυτική γραμμή που διαμορφώθηκε υπό την κυβέρνηση Biden: οικονομική αποσύνδεση από τη Ρωσία, κυρώσεις, περιορισμός των ενεργειακών δεσμών και δραματική αύξηση της προμήθειας LNG από εναλλακτικές πηγές — κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ρωσική εξάρτηση πράγματι περιορίστηκε αλλά απλώς αντικαταστάθηκε από άλλη εξάρτηση.
Και επομένως το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να υποστεί κόστος γιατί το έχει ήδη υποστεί.
Τα ερωτήματα είναι "ποιος αποφασίζει πότε θα το υποστεί, για ποιον στρατηγικό σκοπό και ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό";
Το πραγματικά άβολο παράδοξο
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν η πίεση δεν προερχόταν από τη Μόσχα αλλά από την Ουάσιγκτον, η συμπεριφορά άλλαξε.
Η κυβέρνηση Trump επέβαλε νέους δασμούς και απαίτησε μια νέα οικονομική σχέση με την Ευρώπη.
Και η Ευρώπη, παρά το μέγεθος της αγοράς της, παρά το οικονομικό της βάρος και παρά τα διαθέσιμα εμπορικά αντίμετρα, αποδέχθηκε την πίεση με κατευναστική διάθεση χωρίς αντίστοιχη σύγκρουση.
Ούτε dollar-for-dollar, όπως ο Καναδάς, ούτε μια πολιτική «πιστολιά» έστω για να καταστήσει σαφές ότι υπάρχει τίμημα.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το ερώτημα που είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιονδήποτε δασμό:
Τι κρατά, ογδόντα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες τόσο στενά δεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Και έτσι μια Ένωση 27 κρατών και περίπου 450 εκατομμυρίων ανθρώπων αναζητεί συχνά στρατηγική συνοχή μαζί με ένα κράτος που επέλεξε να φύγει από την ίδια την Ένωση(!) — και το οποίο, από το 2016 μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει επτά πρωθυπουργούς(!).
Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση. Υπάρχει ένα πλέγμα εξαρτήσεων, ιστορικών επιλογών και πολιτικών συνηθειών που έχει παγιωθεί επί δεκαετίες.
Υπάρχει η αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα.
Υπάρχει το NATO και η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Υπάρχει το δολάριο και η θέση των ΗΠΑ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Υπάρχει η τεχνολογική εξάρτηση από αμερικανικές πλατφόρμες, cloud, software και κρίσιμες υποδομές.
Υπάρχει η πολιτική κουλτούρα δεκαετιών κατά την οποία η διατλαντική σχέση έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μία συμμαχία μεταξύ συμμάχων και άρχισε συχνά να λειτουργεί ως το αυτονόητο πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται η ευρωπαϊκή στρατηγική.
Και υπάρχει κάτι ακόμη δυσκολότερο να μετρηθεί: η παθολογική τρυφηλότητα ενός μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, που επί δεκαετίες έμαθαν να λειτουργούν μέσα σε ένα προστατευμένο πλαίσιο, χωρίς να χρειάζεται να αναλαμβάνουν το πραγματικό κόστος μιας αυτόνομης στρατηγικής επιλογής.
Εκεί ακριβώς αντανακλάται και το βαθύτερο έλλειμμα: η απουσία πολιτικής ηγεσίας διατεθειμένης να αμφισβητήσει τον εναγκαλισμό με τις ΗΠΑ όταν θεωρεί ότι τα ευρωπαϊκά συμφέροντα αποκλίνουν από τα αμερικανικά.
Ποιος σήκωσε την Ευρώπη μετά τον Mitterrand και τον Kohl;
Το ερώτημα είναι σκληρό ακριβώς επειδή δεν αφορά μόνο θεσμούς.
Αφορά πρόσωπα και πολιτικό βάρος.
Πριν από τον Mitterrand και τον Kohl, υπήρξε ο Charles de Gaulle — ίσως η πιο καθαρή μεταπολεμική ευρωπαϊκή έκφραση της ιδέας ότι η συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να σημαίνει στρατηγική υποταγή.
Ο γκωλισμός έβαζε πάνω απ’ όλα την εθνική κυριαρχία και την αυτονομία αποφάσεων. Η Γαλλία του De Gaulle δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη Δύση. Ήθελε να μπορεί να ανήκει στη Δύση χωρίς να υπακούει αυτομάτως στην Ουάσιγκτον.
Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο γκωλισμός ήταν βαθιά εθνικιστικός, συχνά σωβινιστικός, και στηριζόταν σε μια ισχυρή αντίληψη γαλλικού μεγαλείου. Η «Ευρώπη των εθνών» που οραματιζόταν δεν ήταν μια ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή δημοκρατία αλλά μια ήπειρος κυρίαρχων κρατών, με τη Γαλλία να διεκδικεί κεντρικό ρόλο.
Κι όμως, ακριβώς αυτή η αντίφαση είναι που κάνει τον De Gaulle χρήσιμο στη σημερινή συζήτηση: έθετε ανοιχτά το ερώτημα της ευρωπαϊκής αυτονομίας από τις ΗΠΑ σε μια εποχή που η αμερικανική ισχύς ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με την Ευρώπη απ’ ό,τι σήμερα.
Ο François Mitterrand και ο Helmut Kohl, και οι δυό με όλα τα λάθη, τις αντιφάσεις και τους συμβιβασμούς τους, αντιμετώπιζαν την Ευρώπη ως πολιτικό σχέδιο.
Δεν διαχειρίζονταν απλώς έναν μηχανισμό κανόνων αλλά επιχειρούσαν να χαράξουν κατεύθυνση.
Και από μια πολύ μικρότερη χώρα, ο Ανδρέας Παπανδρέου, αποτελεί μια διαφορετική αλλά χρήσιμη περίπτωση, διότι δεν είχε πίσω του τη γερμανική οικονομική ισχύ ούτε τη γαλλική πυρηνική δύναμη. Είχε μια μικρή χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Κι όμως επιχείρησε επανειλημμένα να μετατρέψει το περιορισμένο ελληνικό βάρος σε πολιτική πρόταση και διαπραγματευτική ισχύ.
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσει κανείς κανέναν από τους τρεις.
Το κοινό στοιχείο είναι άλλο:
αντιλαμβάνονταν την πολιτική ως επιλογή, σύγκρουση συμφερόντων, συσχετισμό δυνάμεων και ανάληψη κόστους.
Και μετά;
Η Angela Merkel υπήρξε ασφαλώς ηγετική φυσιογνωμία.
Αλλά το μοντέλο της ήταν πρωτίστως γερμανικό:
ρωσική ενέργεια,
κινεζική αγορά,
αμερικανική ασφάλεια,
ευρωπαϊκή αγορά για τη γερμανική βιομηχανία.
Όσο λειτουργούσαν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, το γερμανικό μοντέλο μπορούσε να εμφανίζεται και ως ευρωπαϊκή στρατηγική.
Όταν άρχισαν να καταρρέουν, φάνηκε ότι πίσω από αυτό δεν είχε δημιουργηθεί αντίστοιχο ευρωπαϊκό πολιτικό κέντρο βάρους.
Και τότε τα ερωτήματα γίνονται αδυσώπητα.
Ποιος μπορεί σήμερα να πει στην Ευρώπη:
αυτό θέλουμε;
Ποιος μπορεί να πει:
αυτό δεν το δεχόμαστε;
Ποιος μπορεί να εξηγήσει:
αυτό θα κοστίσει τόσο — και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αξίζει να το πληρώσουμε;
Ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη όταν το κόστος δεν χωρά σε ένα communiqué της Κομισιόν αλλά εμφανίζεται στον λογαριασμό του νοικοκυριού, στο εργοστάσιο που κλείνει ή στο δημόσιο ταμείο;
Το παράδοξο του Brexit
Κλείνοντας ας δούμε μία ακόμη σχεδόν σουρεαλιστική εικόνα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο εγκατέλειψε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όταν, όμως, η συζήτηση περνά από την εσωτερική αγορά στην άμυνα, στην Ουκρανία και στη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Λονδίνο βρίσκεται ξανά στο κέντρο των ευρωπαϊκών σχημάτων.
Η ΕΕ καταφεύγει όλο και συχνότερα σε coalitions of the willing.(συμμαχίες προθύμων)
Και έτσι μια Ένωση 27 κρατών και περίπου 450 εκατομμυρίων ανθρώπων αναζητεί συχνά στρατηγική συνοχή μαζί με ένα κράτος που επέλεξε να φύγει από την ίδια την Ένωση(!) — και το οποίο, από το 2016 μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει επτά πρωθυπουργούς(!).
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη συνεργάζεται με τη Βρετανία.
Θα ήταν παράλογο να μην το κάνει. Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
γιατί μια τόσο μεγάλη πολιτική και οικονομική οντότητα χρειάζεται συνεχώς ad hoc συμμαχίες για να παράξει εκείνη τη βούληση που δεν μπορούν να παράγουν οι ίδιοι οι θεσμοί της;
Και τότε εμφανίζεται ο Carney
Ο Καναδάς δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητος από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αντίθετο, η εξάρτησή του είναι εξαιρετικά βαθιά και ακριβώς γι' αυτό η καναδική περίπτωση είναι τόσο ενοχλητική για την ευρωπαϊκή συζήτηση.
Ο Carney δεν υπόσχεται ότι το «όχι» δεν θα κοστίσει. Λέει ξεκάθαρα ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το «ναι» κοστίζει περισσότερο από το «όχι».
Και όταν αποφασίζει να αντισταθεί, το κράτος βάζει χρήματα για να στηρίξει εκείνους που θα πληρώσουν μέρος του τιμήματος.
Αυτό είναι πολιτικά διαφορετικό από το να αποδέχεσαι μια στρατηγική μεταβολή και στη συνέχεια να αφήνεις το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να διαχυθεί προς τα κάτω.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ο Carney θα κερδίσει. Μπορεί να αποτύχει. Μπορεί η καναδική οικονομία να πληρώσει βαρύ τίμημα.
Αλλά αυτό δεν αλλάζει το βασικό γεγονός: η κυβέρνησή του έχει ορίσει ένα όριο. "Ως εδώ!"
Σε αντιδιαστολή
η Ευρώπη διαθέτει πλούτο - διαθέτει βιομηχανία - διαθέτει τεχνογνωσία - διαθέτει αγορά - διαθέτει θεσμούς.
Και έχει ήδη αποδείξει ότι οι κοινωνίες της μπορούν να απορροφήσουν τεράστιο οικονομικό κόστος.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν μπορεί να πληρώσει.
Είναι το ποιός αποφασίζει για ποιο πράγμα αξίζει να πληρώσει;
Και ακόμη βαθύτερα:
γιατί η Ευρώπη εμφανίζεται ικανή να δεχθεί τεράστιο κόστος όταν η στρατηγική της ευθυγραμμίζεται με την Ουάσιγκτον, αλλά τόσο πιο διστακτική όταν πρέπει να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της απέναντι στην ίδια την Ουάσιγκτον;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν απαντούν ούτε το ΑΕΠ ούτε οι κανονισμοί.
Είναι ερώτημα πολιτικής ηγεσίας και εκεί βρίσκεται το πραγματικό ευρωπαϊκό έλλειμμα.
Όχι στην έλλειψη ισχύος.
Στην έλλειψη εκείνων που είναι διατεθειμένοι να την ασκήσουν — και να αναλάβουν την ευθύνη για το κόστος της.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




