ΔΙΕΘΝΉ

Η Ευρώπη ανεβάζει το στοίχημα στην Ουκρανία και μικραίνει την έξοδο

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να αυξάνει διαρκώς την οικονομική και στρατιωτική της έκθεση χωρίς να χάνει ταυτόχρονα δύο πράγματα: τη δυνατότητα πολιτικής εξόδου και τη δυνατότητα ελέγχου του ίδιου του μηχανισμού που χρηματοδοτεί.

ALEX KALLIS | THE NOÈMA RADAR · 04/09/2026 · HERMIS

Η Κάγια Κάλλας σε ευρωπαϊκή συνάντηση στην Ιρλανδία

THE NOÈMA RADAR

Η αλληλουχία των τελευταίων κινήσεων στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες αρχίζει να σχηματίζει κάτι περισσότερο από ακόμη ένα επεισόδιο της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία. Η Γερμανία απέδωσε επισήμως στη Ρωσία την απόπειρα επίθεσης με εκρηκτικό drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας και ανακοίνωσε αντίμετρα. Την ίδια ημέρα, η Κάγια Κάλλας συνέδεσε ακόμη πιο άμεσα τον πόλεμο στην Ουκρανία με την ευρωπαϊκή ασφάλεια: η Ρωσία παρουσιάζεται πλέον όχι μόνο ως ο επιτιθέμενος στην Ουκρανία, αλλά ως άμεση και αυξανόμενη απειλή για την ίδια την Ευρώπη.

Στο Wicklow της Ιρλανδίας, μετά την άτυπη σύνοδο των υπουργών Άμυνας της ΕΕ, η Κάλλας μίλησε για ένα κύμα ολοένα πιο «kinetic» — δηλαδή πιο άμεσων, βίαιων και δυνητικά ένοπλων — υβριδικών επιθέσεων κατά της Ευρώπης. Επανέλαβε επίσης τη γνώριμη εδώ και χρόνια ευρωπαϊκή γραμμή: περισσότερη στήριξη προς την Ουκρανία και μεγαλύτερες επενδύσεις στην ευρωπαϊκή άμυνα. Αυτό δεν αποτελεί νέα πολιτική κατεύθυνση· είναι η σταθερή επωδός των τελευταίων ετών. Η σημασία της συγκεκριμένης παρέμβασης βρίσκεται αλλού.

Το σαφώς ευρύτερο πλαίσιο βρίσκεται στη συγκρότηση της νέας ομάδας υψηλού επιπέδου που ανακοίνωσε η ύπατη εκπρόσωπος: πρώην πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες από κράτη της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ουκρανία θα εξετάσουν τι πρέπει να κάνει διαφορετικά η Ευρώπη ώστε να αμύνεται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα απέναντι σε ολοένα πιο πραγματικές στρατιωτικές απειλές. Το ΝΑΤΟ παραμένει, όπως είπε, ο ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Όμως η Ευρώπη καλείται πλέον να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της άμυνάς της και να ενσωματώσει στην αρχιτεκτονική της την επιχειρησιακή εμπειρία της Ουκρανίας.

Ταυτόχρονα, στο ίδιο τραπέζι τέθηκε η επίσπευση μέρους των 45 δισ. ευρώ που έχουν προβλεφθεί για την Ουκρανία το 2027, μέσα από το ευρωπαϊκό δάνειο των 90 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Reuters, σημαντικός αριθμός κρατών-μελών εμφανίζεται θετικός στο να μεταφερθεί νωρίτερα μέρος αυτής της χρηματοδότησης, ώστε να καλυφθούν οι σημερινές ανάγκες του Κιέβου.

Από την επίσπευση χρημάτων στα παγωμένα ρωσικά assets

Μόλις τρεις ημέρες αργότερα, το οικονομικό στοίχημα ανέβηκε ακόμη ένα επίπεδο. Στις 4 Σεπτεμβρίου, το Reuters κατέγραψε αυξανόμενη διάθεση σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να ξανανοίξει η συζήτηση για τα περίπου 210 δισ. ευρώ παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας στην Ευρώπη. Η ουκρανική κυβέρνηση υπολογίζει ότι χρειάζεται επιπλέον περίπου 27 δισ. ευρώ μόνο για την άμυνα το 2026 και ζητά από τους συμμάχους της να κινηθούν γρηγορότερα.

Ολλανδία, Πολωνία, Ισπανία και Σουηδία εμφανίζονται, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, περισσότερο πρόθυμες να επανεξετάσουν το θέμα. Το Βέλγιο, όπου βρίσκεται μεγάλο μέρος των assets μέσω της Euroclear, παραμένει προς το παρόν αρνητικό στη χρήση του κεφαλαίου, επικαλούμενο τον νομικό κίνδυνο, πιθανές ρωσικές αντιδράσεις και το ενδεχόμενο δικαστικών διεκδικήσεων.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η πρώτη συζήτηση αφορούσε το πότε θα δοθούν ήδη εγκεκριμένα ευρωπαϊκά χρήματα. Η δεύτερη αγγίζει πλέον το πώς θα χρησιμοποιηθεί ένα κεφάλαιο που μέχρι σήμερα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως οικονομική πίεση προς τη Μόσχα και ως πιθανό διαπραγματευτικό χαρτί για την επόμενη ημέρα. Η Ευρώπη δεν αυξάνει μόνο το ποσό της έκθεσής της. Αρχίζει να επανεξετάζει και τα εργαλεία που είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει.

Όσο αυξάνεται η επένδυση, τόσο ακριβότερη πολιτικά γίνεται η ήττα - και τόσο δυσκολότερη η αλλαγή γραμμής.

Δεν πρόκειται μόνο για τα δισεκατομμύρια. Πρόκειται για μια ολόκληρη στρατηγική αφήγηση που έχει συνδέσει την έκβαση της Ουκρανίας με την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ασφάλεια της ηπείρου, το μέλλον του ΝΑΤΟ και τώρα ακόμη και με την οικοδόμηση μιας νέας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο. Οι ίδιες αποφάσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της Ευρώπης μπορεί ταυτόχρονα να περιορίζουν τη δυνατότητά της να αλλάξει γραμμή. Μια μεγάλη και καθαρή ουκρανική ήττα δεν θα απαιτούσε μόνο εξηγήσεις από το Κίεβο. Θα άνοιγε αναπόφευκτα τον λογαριασμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: πόσο κόστισε η στρατηγική, ποια αποτελέσματα παρήγαγε, ποιες εναλλακτικές απορρίφθηκαν και σε ποιο σημείο μια πολιτική που σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την ήττα συνεχίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση ακριβώς επειδή η ίδια η ήττα είχε γίνει πολιτικά αδύνατο να αναγνωριστεί. Ειδικά εάν μια μελλοντική αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή συνοδευτεί από κοινωνική αναταραχή, για ορισμένους από τους αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής το ζήτημα μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την υστεροφημία: να ανοίξει συζήτηση για θεσμική λογοδοσία και, όπου προκύπτουν συγκεκριμένες ευθύνες, ακόμη και για νομικές περιπέτειες.

Η ένσταση Milanović: μια «παγωμένη» σύγκρουση δεν είναι αναγνώριση

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ενδιαφέρον η παρέμβαση του οικονομολόγου Branko Milanović, ερευνητή καθηγητή στο CUNY Graduate Center και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στο ερευνητικό τμήμα της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου εργάστηκε σχεδόν δύο δεκαετίες. Σε κείμενό του στις 26 Αυγούστου, ασκεί σκληρή κριτική στη γραμμή των βόρειων και βαλτικών κρατών που απορρίπτουν μια κατάπαυση πυρός εφόσον αυτή αφήνει ρωσικές δυνάμεις στις σημερινές γραμμές ελέγχου.

Το επιχείρημά του δεν είναι ότι η Ρωσία πρέπει να νομιμοποιήσει τα εδαφικά της κέρδη. Είναι το αντίθετο: μια κατάπαυση πυρός κατά μήκος της σημερινής γραμμής δεν υποχρεώνει κανένα κράτος να αναγνωρίσει νομικά τις προσαρτήσεις. Μια «παγωμένη» σύγκρουση, υποστηρίζει, μπορεί να αφήσει ανοικτό το ζήτημα για μελλοντική διαπραγμάτευση, ενώ σταματά την καθημερινή απώλεια ανθρώπινων ζωών.

Ο Milanović προχωρά ακόμη περισσότερο και επαναφέρει έναν κίνδυνο που, κατά την άποψή του, αντιμετωπίζεται σήμερα πολύ πιο ελαφρά απ' ό,τι στον Ψυχρό Πόλεμο: την πυρηνική κλιμάκωση. Ακόμη και μια εξαιρετικά μικρή πιθανότητα πυρηνικού πολέμου, γράφει, πρέπει να έχει δυσανάλογα μεγάλο βάρος στον πολιτικό υπολογισμό επειδή το κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης είναι πρακτικά ανεξέλεγκτο.

Η θέση του είναι σαφώς πολιτική και κάθε άλλο παρά ουδέτερη· δεν αποτελεί ευρωπαϊκή γραμμή ούτε αποδεικνύει ότι μια κατάπαυση πυρός είναι σήμερα εφικτή. Θέτει όμως ένα ερώτημα που η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να αποφύγει για πάντα: αν κάθε νέα οικονομική, στρατιωτική και θεσμική δέσμευση αυξάνει την ισχύ της Ευρώπης στο τραπέζι ή αν, μετά από ένα σημείο, μειώνει τις επιλογές που μπορεί πολιτικά να αποδεχθεί.

Και ενώ ζητείται μεγαλύτερη ταχύτητα, η Εσθονία ανοίγει το θέμα του ελέγχου

Στην ίδια συγκυρία, μια υπόθεση στην Εσθονία βάζει στο τραπέζι μια διαφορετική πλευρά του ίδιου προβλήματος: τι συμβαίνει όταν η πολιτική πίεση για γρήγορες προμήθειες και γρήγορη διοχέτευση χρημάτων ξεπερνά τις δικλίδες ελέγχου.

Σύμφωνα με το ERR (Eesti Rahvusringhääling), τη δημόσια ραδιοτηλεόραση της Εσθονίας, το 2024 η Εσθονία κατέβαλε περίπου 70 εκατ. ευρώ σε προκαταβολές, με χρηματοδότηση από το European Peace Facility της ΕΕ, για προμήθεια βλημάτων πυροβολικού προς την Ουκρανία. Οι συμβάσεις συνδέθηκαν με την ιταλικά εγγεγραμμένη Datasel S.R.L., ιδιοκτησίας της ινδικής Neco Defence Munitions. Το ERR ανέφερε ότι οι εταιρείες δεν είχαν προηγούμενο ιστορικό παραγωγής των συγκεκριμένων οβίδων. Η εκτέλεση των συμβάσεων εξελίχθηκε σε διαμάχη, με ζητήματα καθυστερήσεων, ποιότητας και πληρότητας των παραδόσεων, και η υπόθεση οδηγήθηκε σε δικαστική/διαιτητική διαδικασία.

Η πολιτική συνέπεια ήταν άμεση: ο υπουργός Άμυνας Hanno Pevkur ανακοίνωσε την παραίτησή του, επικαλούμενος πολιτική ευθύνη μετά τις επικρίσεις του Εθνικού Ελεγκτικού Γραφείου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ότι βρίσκεται σε επαφή με τις εσθονικές αρχές για να εξετάσει αν θα πρέπει να ανακτηθούν ευρωπαϊκά κονδύλια.

Και η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Στις 4 Σεπτεμβρίου, το ERR μετέδωσε ότι το εσθονικό Κέντρο Αμυντικών Επενδύσεων κινείται δικαστικά και εναντίον δύο ακόμη εταιρειών για συμβάσεις συνολικής αξίας άνω των 10 εκατ. ευρώ, επίσης λόγω προβλημάτων πληρωμών και παραδόσεων.

Η εσθονική υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε μια συζήτηση που έχει ανοίξει εδώ και καιρό — με ιδιαίτερη ένταση στις ΗΠΑ — για το πού καταλήγουν και πώς ελέγχονται τα τεράστια ποσά που διοχετεύονται προς την Ουκρανία. Στην ευρωπαϊκή εκδοχή του ίδιου ερωτήματος, το ζήτημα γίνεται πλέον εξίσου συγκεκριμένο: όταν οι κυβερνήσεις ζητούν από την Ευρώπη να κινηθεί όλο και ταχύτερα και με όλο και μεγαλύτερα ποσά, ο έλεγχος των προμηθειών, η ιχνηλασιμότητα των κονδυλίων και η λογοδοσία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύον ζήτημα.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να δοκιμάζει τη διπλωματική πόρτα

Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να δοκιμάζουν έναν διαφορετικό ρυθμό. Οι απεσταλμένοι του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, προετοιμάζουν επισκέψεις σε Μόσχα και Κίεβο. Στις 4 Σεπτεμβρίου, το Reuters μετέδωσε ότι οι συναντήσεις παρέμεναν υπό διαπραγμάτευση λόγω ζητημάτων ασφαλείας και ότι η Ουάσιγκτον ζητούσε εγγυήσεις ώστε να περιοριστούν επιθέσεις κατά τη διάρκεια των επισκέψεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει έτοιμη συμφωνία ούτε ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει τη στήριξη προς το Κίεβο. Δείχνει όμως μια διαφορά μεθόδου: ενώ η Ευρώπη αυξάνει ταυτόχρονα την οικονομική, στρατιωτική και θεσμική της δέσμευση, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διερευνούν αν υπάρχει διαπραγματευτική έξοδος.

Το ερώτημα πλέον είναι διπλό

Η Ευρώπη δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα απλό δίλημμα «στήριξη ή εγκατάλειψη της Ουκρανίας». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να αυξάνει διαρκώς την οικονομική και στρατιωτική της έκθεση χωρίς να χάνει ταυτόχρονα δύο πράγματα: τη δυνατότητα πολιτικής εξόδου και τη δυνατότητα ελέγχου του ίδιου του μηχανισμού που χρηματοδοτεί.

Δεν γνωρίζουμε αν έχει ήδη φτάσει σε αυτό το σημείο. Οι τελευταίες εξελίξεις, όμως, κάνουν την εικόνα καθαρότερη: 45 δισ. ευρώ που μπορεί να έρθουν νωρίτερα, συζήτηση για 210 δισ. παγωμένων ρωσικών assets, νέα αμυντική αρχιτεκτονική με την Ουκρανία στο εσωτερικό της, και ταυτόχρονα μια πραγματική υπόθεση προμηθειών που υπενθυμίζει ότι η ταχύτητα έχει κόστος και χρειάζεται έλεγχο.

Το στοίχημα, λοιπόν, δεν ανεβαίνει μόνο απέναντι στη Ρωσία. Ανεβαίνει και στο εσωτερικό της ίδιας της Ευρώπης. Και όσο ανεβαίνει, τόσο μικραίνει η πόρτα της εξόδου - αλλά και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να γνωρίζει ποιος πληρώνει, ποιος αποφασίζει και ποιος λογοδοτεί.


Πηγές για διασταύρωση

2d4fc566 2264 468c a49b c9f407e62a1c
Δανιηλίδης — προϊόντα
Ρεβελό — animated promo
Μπρίκι — προωθητικό δημιουργικό
SOLYMARE
Η ανεξάρτητη ενημέρωση χρειάζεται αναγνώστες που τη στηρίζουν.Support module — ξεχωριστό από τις διαφημίσεις.