
Η Αμερική αρχίζει να μιλά για ήττα
Έξι μήνες μετά το Ιράν, το ερώτημα δεν είναι αν ο Trump έκανε μια σειρά από λάθη, αλλά αν έχει ήδη χάσει.

Σημείωση Σύνταξης
Οι γεωπολιτικές αναλύσεις και τα ρεπορτάζ της κατηγορίας The Noèma Radar βασίζονται στη συνεργασία της Σύνταξης με πηγή που, για επαγγελματικούς λόγους, δεν επιθυμεί να κατονομαστεί και συμμετέχει στην επιλογή και επιμέλεια του υλικού.
Η συλλογή και αρχική ταξινόμηση των πληροφοριών υποστηρίζεται από newsroom AI agent, ένα εργαλείο έρευνας και οργάνωσης πηγών που εντοπίζει, συγκεντρώνει, κατηγοριοποιεί και συσχετίζει δημοσιεύματα και δεδομένα από διαφορετικές πηγές. Το υλικό στη συνέχεια διασταυρώνεται, αξιολογείται, επεξεργάζεται και εντάσσεται στη γραμμή της στήλης από τη Σύνταξη του Noèma.
Για λόγους συνέχειας, ταυτότητας, αναγνωρισιμότητας και διαφάνειας, οι αναλύσεις και τα ρεπορτάζ θα υπογράφονται με το ψευδώνυμο:
ALEX KALLIS | THE NOÈMA RADAR
Έξι μήνες μετά το Ιράν, το ερώτημα δεν είναι αν ο Trump έκανε μια σειρά από λάθη, αλλά αν έχει ήδη χάσει.
Έξι μήνες μετά την επίθεση στο Ιράν, το πρόβλημα του Donald Trump δεν είναι πλέον ότι ξεκίνησε έναν αμφιλεγόμενο πόλεμο. Στο μεταξύ έχουν συσσωρευτεί και άλλα, ορατά προβλήματα: η επιθετική και συχνά απρόβλεπτη συμπεριφορά απέναντι σε συμμάχους, οι τριβές με χώρες του Κόλπου, η αμφισβήτηση της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας και η εικόνα μιας Ουάσιγκτον που δυσκολεύεται να κρατήσει ταυτόχρονα ανοιχτά όλα τα μέτωπά της.
Κι όμως, όσο σοβαρά κι αν είναι αυτά, το ερώτημα που αρχίζει να κυριαρχεί στα μεγάλα συστημικά Μέσα είναι ακόμη πιο προσωπικό και πολιτικά πιο τοξικό: όχι αν η Αμερική έχασε τον πόλεμο — αλλά αν τον έχασε ο Trump.
Το ενδιαφέρον με δύο πρόσφατα δημοσιεύματα του Independent την ίδια ημέρα, στις 28 Αυγούστου 2026, δεν είναι ότι ένα αντι-Trump βρετανικό μέσο επιτίθεται στον Donald Trump.
Αυτό δεν θα ήταν είδηση. Η είδηση είναι ο τρόπος με τον οποίο του επιτίθεται.
«Disaster of Trump’s war in Iran laid bare six months on»[«Έξι μήνες μετά, αποκαλύπτεται το μέγεθος της καταστροφής από τον πόλεμο του Τραμπ στο Ιράν»]. Από κάτω: «Thousands dead, economic chaos and a region in flames» [«Χιλιάδες νεκροί, οικονομικό χάος και μια ολόκληρη περιοχή στις φλόγες»]. Και ακόμη πιο καθαρά: ο Αμερικανός πρόεδρος έχει βρεθεί μέσα σε ένα τέλμα δικής του κατασκευής. Σε δεύτερο editorial, το ίδιο μέσο χαρακτηρίζει την επιχείρηση στο Ιράν τον «πιο ηλίθιο» πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη ποτέ η Αμερική και επιμένει ότι δεν υπήρξε εξαρχής ούτε σαφής στόχος ούτε στρατηγική εξόδου.
Αυτό είναι διαφορετικό από την κλασική ηθική καταδίκη του Trump.
Δεν λέει απλώς ότι «ήταν λάθος να γίνει ο πόλεμος».
Λέει:«Έκανε στρατηγική μα@@@@α. Και έξι μήνες αργότερα δεν μπορεί να τη διορθώσει».
Και για έναν Αμερικανό πρόεδρο —πολύ περισσότερο για έναν πρόεδρο που έχει οικοδομήσει ολόκληρη την πολιτική του ταυτότητα πάνω στη λέξη winning (κερδίζω)— το δεύτερο είναι πολύ πιο επικίνδυνο από το πρώτο.
Μέχρι πριν από λίγο καιρό μπορούσε κανείς να αποδώσει αυτή τη γλώσσα στους παραδοσιακούς αντιπάλους του Trump.
Τώρα έχει περάσει και στα καθώς πρέπει ΜΜΕ
Το Reuters, σε αποτίμηση των έξι μηνών του πολέμου, τον περιγράφει ως βαθιά αντιδημοφιλή στρατιωτική στασιμότητα που απειλεί την ίδια την προεδρία του. Το Ιράν δεν παραδόθηκε. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σοβαρά διαταραγμένα. Δεν υπάρχει σαφής έξοδος. Και η αμερικανική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι νέα πλήγματα δεν εξασφαλίζουν τις παραχωρήσεις που ζητά, έχει μεταφέρει όλο και περισσότερο το βάρος στην οικονομική ασφυξία.
Το AP είναι εξίσου αποκαλυπτικό. Η επίθεση σκότωσε κορυφαία στελέχη του ιρανικού καθεστώτος και προκάλεσε τεράστια ζημιά. Όμως το καθεστώς επέζησε, σκλήρυνε και απέκτησε έναν νέο μοχλό πίεσης μέσω του Ορμούζ, ενώ οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου άρχισαν να αμφισβητούν περισσότερο την αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να έχουν κερδίσει στα σημεία και στον όγκο των βομβαρδισμών κάθε τακτική αναμέτρηση — και ταυτόχρονα να έχουν βρεθεί σε χειρότερη στρατηγική θέση.
Και τώρα αυτή η διάκριση αρχίζει να εμφανίζεται ακόμη και στο Fox News.(Το συντηρητικό δίκτυο που αποτέλεσε επί χρόνια το πιο ισχυρό μιντιακό στήριγμα του Trump.)
Στις 3 Αυγούστου, άρθρο γνώμης στο Fox ξεκινούσε ουσιαστικά από αυτή ακριβώς τη διάκριση: η Αμερική μπορεί να κερδίζει τις μάχες, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν κερδίζει τον πόλεμο, όταν δεν υπάρχει σαφώς καθορισμένο πολιτικό τέλος.
Εκεί αλλάζει η ιστορία γιατί δεν μιλάμε πλέον για τους συνήθεις εχθρούς του Trump, αλλά για ένα ερώτημα που έχει αρχίσει να περνά μέσα στο ίδιο το συντηρητικό οικοσύστημα.
Η αμερικανική υπερδύναμη δεν οικοδόμησε το κύρος της στην ιδέα ότι δεν κάνει λάθη. Αναγνώρισε (υποκριτικά) ότι έκανε πάρα πολλά και ταυτόχρονα οικοδόμησε την πεποίθηση ότι ακόμη και όταν κάνει λάθος, διαθέτει αρκετή στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ισχύ ώστε στο τέλος να αλλάξει το αποτέλεσμα.
Αυτό είναι το σημαντικό μέρος της "αποτροπής", δηλαδή οι σύμμαχοι να πρέπει να πιστεύουν ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να τους προστατεύσει και οι αντίπαλοι να γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να την εξαντλήσουν.
Και, κυρίως, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι να είναι αδιαπραγμάτευτα σίγουροι ότι, ακόμη και όταν καλούνται να πληρώσουν το κόστος ενός πολέμου, αυτός οδηγεί κάπου.
Στο Ιράν, έξι μήνες αργότερα, αυτό ακριβώς αρχίζει να αμφισβητείται.
Ο Trump είχε μιλήσει στην αρχή για μια επιχείρηση λίγων εβδομάδων. Σήμερα δηλώνει ότι δεν βιάζεται. Η κυβέρνησή του πέρασε από τις στρατιωτικές απειλές, σε προσωρινές συμφωνίες, ξανά σε απειλές και τελικά σε μια νέα στρατηγική οικονομικής πίεσης. Το AP σημειώνει ότι το αμερικανικό κόστος έχει ήδη ξεπεράσει τα 37,5 δισ. δολάρια.
Δεν είναι απλώς αλλαγή τακτικής.
Είναι το γνώριμο σημάδι ενός πολέμου στον οποίο ο αρχικός ορισμός της νίκης αρχίζει να μετακινείται επειδή δεν επιτεύχθηκε.
Τώρα μετακινείται ακόμη και ο ορισμός του ίδιου του πολέμου. Στις 3 Σεπτεμβρίου ο αντιπρόεδρος JD Vance αρνήθηκε να βάλει ένα «τεχνητό χρονοδιάγραμμα» στη σύγκρουση, λέγοντας ουσιαστικά ότι η διάρκειά της εξαρτάται από το πότε το Ιράν θα σταματήσει να πλήττει πλοία. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν θα χαρακτήριζε καν τη σύγκρουση «πόλεμο». Όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να πει πότε τελειώνει μια στρατιωτική εμπλοκή και αρχίζει να συζητά ακόμη και πώς πρέπει να ονομάζεται, η μετατόπιση του αρχικού ορισμού της νίκης γίνεται πλέον σχεδόν κυριολεκτική.
Οπότε τώρα μπαίνει σιγά σιγά η εσωτερική πολιτική.
Εδώ η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη για τον Trump.
Στην τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η συνολική αποδοχή του έχει πέσει στο 33%, ενώ μόλις 31% των Αμερικανών εγκρίνει τη στρατιωτική δράση κατά του Ιράν. Η υποστήριξη έχει μειωθεί ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών.
Και το νεότερο Reuters/Ipsos, στις 4 Σεπτεμβρίου, σκληραίνει ακόμη περισσότερο την εικόνα: μόλις 25% των Αμερικανών θεωρεί πλέον ότι ο πόλεμος με το Ιράν «αξίζει» το κόστος του. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, το Ιράν δεν είναι πια απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής· γίνεται ολοένα πιο καθαρά εσωτερικό πολιτικό βάρος.
Το Fox News είχε ήδη καταγράψει τον Ιούλιο ότι 56% των ψηφοφόρων αντιτίθεται στον πόλεμο, ενώ σχεδόν δύο στους τρεις θεωρούσαν ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον έναν χρόνο.
Και πλέον η νευρικότητα δεν βρίσκεται μόνο στις δημοσκοπήσεις.
Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι έχουν αρχίσει να φοβούνται ανοιχτά το εκλογικό κόστος. Το CNN κατέγραψε στελέχη του GOP να ανησυχούν ότι ο πόλεμος μπορεί να τους παρασύρει καθοδικά στις ενδιάμεσες εκλογές. Ο πρόεδρος της Βουλής Mike Johnson είχε ήδη δηλώσει ότι οι ΗΠΑ πρέπει «να το τελειώσουν», αναγνωρίζοντας ότι μια λήξη πριν από τις εκλογές θα ήταν πολιτικά χρήσιμη.
Ενώ ακόμη και το Fox έχει πλέον βάλει τη σύνδεση στο κέντρο της συζήτησης. Την 1η Σεπτεμβρίου παρουσίασε το ερώτημα με σχεδόν ωμή διατύπωση: «IRAN EYES MIDTERMS» — με το σενάριο ότι η Τεχεράνη μπορεί να επιδιώκει μια παρατεταμένη σύγκρουση ώστε να αυξήσει το πολιτικό κόστος για τον Trump και να επηρεάσει τις εκλογές του Νοεμβρίου. Η σχέση Ιράν–midterms δεν βρίσκεται πια μόνο στις αναλύσεις των αντιπάλων του· έχει περάσει ανοιχτά και στο συντηρητικό media ecosystem.
Αυτό δεν είναι πια σύμπτωση ούτε κάποια συνωμοτική «εντολή» των media. . Είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται.
Σύγκλιση συμφερόντων και φόβων...
Όταν η ήττα σημαίνει "subpoenas" - κλητεύσεις, έρευνες και λογαριασμό
και γίνεται ένας ακόμη, πολύ πιο πρακτικός λόγος για "νευρικότητα".
Η Wall Street Journal γράφει ότι οι Δημοκρατικοί της Βουλής έχουν ήδη καταρτίσει κύμα ερευνών σε περίπτωση που κερδίσουν την πλειοψηφία, με πιθανούς άξονες έρευνας τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Trump, τα crypto και τις ξένες συναλλαγές, μέχρι τον πόλεμο με το Ιράν, τη μεταναστευτική πολιτική, το White House ballroom και την υπόθεση Epstein.
Αυτό αλλάζει το νόημα της μάχης για τις ενδιάμεσες εκλογές. Δεν διακυβεύεται μόνο ποιος θα περάσει νόμους. Διακυβεύεται ποιος θα ελέγχει τις επιτροπές, τις ακροάσεις και τις κλητεύσεις — δηλαδή την εξουσία να ζητά έγγραφα, μαρτυρίες και στοιχεία.
Και το ενδιαφέρον είναι ότι δεν προετοιμάζεται μόνο η πολιτική τάξη. Σύμφωνα επίσης με τη Wall Street Journal, μεγάλες εταιρείες που είχαν οικονομικές ή επιχειρηματικές σχέσεις με Trump-related projects έχουν αρχίσει να οργανώνουν εσωτερικές ομάδες, να προσλαμβάνουν πρώην στελέχη των Δημοκρατικών και να εξετάζουν πώς θα αντιμετωπίσουν πιθανές κλητεύσεις απο το κογκρέσο εάν αλλάξει η πλειοψηφία. Στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι Meta, Paramount Skydance και Kalshi.
Σε αυτό το σημείο, μια χρονική σύμπτωση αποκτά ενδιαφέρον. Η Meta μόλις συμφώνησε να καταβάλει έως και 18 δισ. δολάρια για να κλείσει τη μεγάλη υπόθεση σχετικά με τις βλάβες των social media σε ανηλίκους, αποφεύγοντας έτσι μια μακρά δίκη, πρόσθετες αποκαλύψεις εσωτερικών εγγράφων και ενδεχομένως πολύ μεγαλύτερη οικονομική έκθεση. Το ποσό είναι τεράστιο σε απόλυτους αριθμούς, αλλά διαχειρίσιμο για μια εταιρεία του μεγέθους της Meta. Και τώρα, σχεδόν ταυτόχρονα, η Wall Street Journal τη βρίσκει ανάμεσα στις εταιρείες που προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο νέου κύματος ερευνών και κλητεύσεων από ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο.
Αυτό δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση. Δείχνει όμως κάτι για το κλίμα που διαμορφώνεται όταν μια εταιρεία της κλίμακας της Meta προτιμά να αγοράσει νομική βεβαιότητα με έως 18 δισ. δολάρια και ταυτόχρονα οργανώνεται απέναντι στην ισχυρή πιθανότητα η Ουάσιγκτον να έχει ήδη αρχίσει να τιμολογεί το ενδεχόμενο αλλαγής ισορροπιών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Όταν επιχειρήσεις, λομπίστες και πολιτικά επιτελεία προετοιμάζονται ήδη για την επόμενη ημέρα, δεν έχουμε απλώς εκλογική ανησυχία. Έχουμε ένα σύστημα που αρχίζει να υπολογίζει το κόστος μιας πιθανής ήττας του Trump και, ίσως, το πιο καθαρό σημάδι ότι τα μαχαίρια αρχίζουν να ακονίζονται πριν ακόμη κριθεί η κάλπη.
Ο πόλεμος αρχίζει να τρώει άλλα μέτωπα
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο σοβαρό από τις δημοσκοπικές τάσεις.
Τα πυρομαχικά.
Η Wall Street Journal γράφει σήμερα ότι η κατανάλωση προηγμένων αμερικανικών όπλων στον πόλεμο με το Ιράν έχει φτάσει σε σημείο που στρατιωτικοί σχεδιαστές ανησυχούν για την ικανότητα των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα Κίνα και Ρωσία.
Patriot PAC-3, THAAD, ATACMS και άλλα συστήματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τα αποθέματα σε Ευρώπη και Ασία να προκαλούν πραγματικό προβληματισμό. Η πίεση έχει επιπτώσεις ακόμη και στη δυνατότητα ενίσχυσης της Ουκρανίας.
Και στις 5 Σεπτεμβρίου το θέμα έφτασε ακόμη ψηλότερα. Το Reuters μετέδωσε ότι ο Λευκός Οίκος έχει εξετάσει πιθανούς αντικαταστάτες του αναπληρωτή υπουργού Άμυνας Steve Feinberg, ο οποίος έχει δεχθεί κριτική για την αδυναμία επιτάχυνσης της παραγωγής πυρομαχικών ενώ ο πόλεμος με το Ιράν έχει οξύνει τις ελλείψεις κρίσιμων όπλων. Δεν υπάρχει επίσημη απόφαση απομάκρυνσής του και τόσο ο Λευκός Οίκος όσο και το Πεντάγωνο διαψεύδουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία αντικατάστασης. Όμως το γεγονός ότι η συζήτηση έχει φτάσει στην κορυφή του Pentagon δείχνει πόσο πραγματικό έχει γίνει πλέον το πρόβλημα των αποθεμάτων.
Και εκεί η συζήτηση παύει να είναι «πόσο κόστισε ο πόλεμος με το Ιράν».
Γίνεται:
Τι ευκαιρίες δημιουργεί αυτός ο πόλεμος στον Putin και στον Xi;
Εάν για να κρατήσει ανοικτό το Ορμούζ η Ουάσιγκτον μειώνει την ετοιμότητά της στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, τότε το κόστος του πολέμου δεν μετριέται πια μόνο σε δολάρια, βενζίνη ή δημοσκοπήσεις.
Μετριέται σε στρατηγική ελευθερία κινήσεων και εξηγεί πολύ καλύτερα και την αιφνιδιαστική μετάβαση του αρχηγού της CIA John Ratcliffe στη Μόσχα.
Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ειπώθηκε και θα ήταν αυθαίρετο να γράψουμε ότι η Ουάσιγκτον πρόσφερε στον Putin ελευθερία κινήσεων στην Ουκρανία.
Γνωρίζουμε όμως πλέον το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε εκείνη η επίσκεψη:
μια Αμερική που δεν θέλει δεύτερη μεγάλη κρίση όσο το Ιράν εξακολουθεί να απορροφά στρατιωτικούς πόρους, intelligence και πολιτική προσοχή.
Από τον “controversial president” στον “failed wartime president”
Με όλα αυτά, φτάσανε τα συστημικά ΜEDIA από τον «αμφιλεγόμενο πρόεδρο» στον «αποτυχημένο πρόεδρο εν καιρώ πολέμου»
Το CNN, δύο μόλις ημέρες νωρίτερα — και αμέσως μετά τους θεατρινισμούς με τις πάπιες Donald Duck στο Οντάριο — δεν χρειαζόταν καν να αναφερθεί στο Ιράν για να περιγράψει το ίδιο πρόβλημα. Μιλούσε για τις “distractions” του Trump που συσσωρεύονται όσο αυξάνεται η πίεση των midterms: Lake America, Kennedy Center, συμβολικές κινήσεις και προσωπικές εμμονές.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το Ιράν δεν δημιουργεί μόνο του αυτή την εικόνα· έρχεται να τη συμπυκνώσει. Όταν ο πόλεμος αρχίζει να μοιάζει χαμένος, όσα μέχρι χθες περνούσαν ως εκκεντρικότητες αρχίζουν να διαβάζονται ως συμπτώματα αποτυχίας.
Η Wall Street Journal σήμερα καταγράφει την ίδια ανησυχία από άλλη πλευρά: Ρεπουμπλικανοί φοβούνται ότι ο Trump είναι περισσότερο απασχολημένος με την προσωπική του υστεροφημία παρά με την πιθανότητα να χάσει το κόμμα του το Κογκρέσο.
Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς ότι ξαφνικά όλο το αμερικανικό κατεσυημένο απέκτησε κοινή γραμμή. Δεν απέκτησε.
Χρειάζεται όμως να προσέξει ότι διαφορετικοί θεσμοί, διαφορετικά μέσα και διαφορετικές πολιτικές οικογένειες αρχίζουν να φτάνουν από διαφορετικούς δρόμους στο ίδιο ερώτημα:
Μήπως ο Trump έχασε τον έλεγχο;
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από το «ο Trump είναι ανήθικος», «αυταρχικός», «ακραίος» ή «χαοτικός».
Όλα αυτά τα άκουγε επί μία δεκαετία και επέζησε.
Το «δεν μπορεί να κερδίσει» είναι διαφορετική κατηγορία κατηγορίας.
Διότι, όσο κέρδιζε, το σύστημα τον άντεχε.
Εδώ χρειάζεται να είμαστε ακριβείς για το τι εννοούμε ΣΗΜΕΡΑ σύστημα στις ΗΠΑ.
Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό δωμάτιο όπου το «βαθύ κράτος» αποφασίζει πότε θα εγκαταλείψει έναν πρόεδρο.
Υπάρχει όμως ένα πραγματικό οικοσύστημα ισχύος: στρατός, υπηρεσίες ασφαλείας, διπλωματία, Κογκρέσο, Wall Street, επιχειρήσεις, think tanks, donors και μεγάλα media.
Μεγάλα κομμάτια αυτού του συστήματος έμαθαν να συμβιώνουν με τον Trump όσο το κόστος ήταν διαχειρίσιμο.
Φορολογικές ελαφρύνσεις - Deregulation (Απορύθμιση αγοράς) - Κρατικά συμβόλαια - Χρηματιστηριακή άνοδος - Αμυντικές δαπάνες - Πολιτικό θέαμα.
Όλα μπορούν να χωρέσουν σε ένα σύστημα συμφερόντων. Αυτό που δυσκολεύεται να χωρέσει είναι η αποτυχία που αρχίζει να απειλεί το ίδιο το σύστημα.
Ένας πόλεμος που ανεβάζει την ενέργεια, στραγγίζει κρίσιμα αποθέματα όπλων, δημιουργεί χώρο για Ρωσία και Κίνα, αναστατώνει τους συμμάχους του Κόλπου, ανοίγει εσωτερική ρωγμή στους Ρεπουμπλικανούς και δεν προσφέρει σαφή εικόνα νίκης, είναι άλλης τάξης πρόβλημα.
Εκεί το άτυπο συμβόλαιο αλλάζει γιατί "μπορείς να είσαι χαοτικός, αρκεί να κερδίζεις".
Όταν όμως αρχίσει να μυρίζει ήττα, όλοι θυμούνται ξαφνικά πόσο χαοτικός ήσουν.
Δεν βλέπουμε ακόμη εγκατάλειψη του Trump από το αμερικανικό σύστημα.
Αυτό θα ήταν πρόωρο. Βλέπουμε όμως κάτι που προηγείται σχεδόν πάντα:
τη μεταβολή της γλώσσας από το «controversial» στο «miscalculation», από το «miscalculation» στο «quagmire». [απόδοση: τη μετατόπιση της γλώσσας από την αμφισβήτηση του προσώπου, στην αναγνώριση ενός στρατηγικού λάθους και τελικά στην περιγραφή ενός πολεμικού τέλματος.]
Και από το στρατηγικό τέλμα»..
Στο πολύ πιο επικίνδυνο «μήπως χάσαμε;»
Γιατί τα κράτη μπορούν να συγχωρήσουν πολλούς νεκρούς και οι υπερδυνάμεις μπορούν να συγχωρήσουν τεράστιες σπατάλες.
Τα πολιτικά συστήματα μπορούν να απορροφήσουν ακόμη και ανικανότητα.
Εκείνο που οι αυτοκρατορίες δυσκολεύονται περισσότερο να συγχωρήσουν είναι την εικόνα ότι κάποιος τις έκανε να φαίνονται αδύναμες.
Και αν αυτή η αντίληψη παγιωθεί στην Ουάσιγκτον τότε η συζήτηση δεν θα είναι πλέον πώς θα σωθεί ο πόλεμος του Trump.
Θα είναι πώς θα σωθεί το σύστημα από τον λογαριασμό του.
Και τότε τα μαχαίρια δεν βγαίνουν στους δρόμους.
Βγαίνουν από το βάθος του παρασκηνίου.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




