
Κυρώσεις στη Ρωσία: ποιον τελικά τιμωρούν και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Ευρωπαϊκές κυρώσεις, εθνικές εξαιρέσεις και ιδιωτικά συμφέροντα

Ευρωπαϊκές κυρώσεις, εθνικές εξαιρέσεις και ιδιωτικά συμφέροντα: τα κράτη έχουν βέτο, το κεφάλαιο έχει δρόμους διαφυγής και ο καταναλωτής έχει τον λογαριασμό.
Οι κυρώσεις παρουσιάζονται συνήθως με μια απόλυτη ρητορική: όπλο, πίεση, ασφυξία, απομόνωση. Στην περίπτωση της Ρωσίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι στόχος είναι να περιοριστούν τα έσοδα και η οικονομική βάση που επιτρέπουν στη Μόσχα να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Τέσσερα χρόνια μετά, όμως, αξίζει μια λιγότερο βολική ερώτηση, πάνω στο πλαίσιο του «ποιος τιμωρείται πραγματικά και ποιος πληρώνει το μάρμαρο των κυρώσεων;»
Το ερώτημα είναι πιο σύνθετο και γι’ αυτό περισσότερο πολιτικά ενοχλητικό, διότι η τοποθέτηση απέναντί του δεν εξαντλείται στο αν «οι κυρώσεις απέτυχαν ή πέτυχαν τον στόχο».
Διότι, ναι μεν οι κυρώσεις περιορίζουν επιλογές, αυξάνουν το κόστος συναλλαγών, δυσκολεύουν την πρόσβαση σε τεχνολογία και χρηματοδότηση και μπορούν να πλήξουν συγκεκριμένες ρωσικές επιχειρήσεις, τράπεζες, πλοία και πρόσωπα, αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις —βλ. τις επί δεκαετίες κατακερματισμένες οικονομίες της Κούβας και της Βενεζουέλας— οδηγούν σε έναν αδιαπέραστο οικονομικό αποκλεισμό.
Ως αποτέλεσμα, παράγουν συνήθως κάτι πολύ πιο σύνθετο για να ελεγχθεί αποτελεσματικά, δηλαδή μια, έστω και διαφορετικής κλίμακας, νέα αγορά, προσαρμοσμένη στις κυρώσεις και ένα σύστημα εξαιρέσεων για τις περιπτώσεις όπου το κόστος τους συναντά ισχυρά οικονομικά ή εθνικά συμφέροντα.
Το πετρέλαιο που απαγορεύεται — αλλά πρέπει να συνεχίσει να ταξιδεύει
Το καλύτερο παράδειγμα βρίσκεται στη ναυτιλία.
Η ΕΕ απαγορεύει τη θαλάσσια μεταφορά ρωσικού πετρελαίου προς τρίτες χώρες και την παροχή συναφών ευρωπαϊκών υπηρεσιών. Αμέσως μετά όμως έρχεται η κρίσιμη εξαίρεση και η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται όταν το πετρέλαιο πωλείται κάτω από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο τιμής (price cap).
Δεν πρόκειται για κάποιο κρυφό «παραθυράκι». Είναι ο ίδιος ο σχεδιασμός του συστήματος.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι ο μηχανισμός κατασκευάστηκε ώστε να μειώνει τα ρωσικά έσοδα διατηρώντας ταυτόχρονα τη ροή ρωσικού πετρελαίου προς την παγκόσμια αγορά και περιορίζοντας τον κίνδυνο ενεργειακού σοκ.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση.
Το «όπλο» πρέπει να τραυματίσει εκείνον τον οποίο στοχεύει, χωρίς όμως να διαταράξει τόσο την αγορά ώστε να τραυματίσει και εκείνον που το χρησιμοποιεί.
Γύρω από αυτή την αντίφαση οικοδομήθηκε σταδιακά ένας λαβύρινθος κανονισμών, εξαιρέσεων, αδειών, ελέγχων, μεταβατικών περιόδων και ειδικών καθεστώτων με χαρακτηριστικό παράδειγμα το 21ο πακέτο κυρώσεων. Η ΕΕ πάγωσε για έναν χρόνο την αυτόματη προσαρμογή του price cap και εισήγαγε προσωρινή εξαίρεση έως τον Ιούλιο του 2027 για συγκεκριμένες μεταφορές ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες, με reporting, περιορισμούς όγκου και δυνατότητα ανανέωσης. Η ίδια η Επιτροπή καταγράφει επίσης άλλα 41 πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» (shadow fleet) που προστέθηκαν στα 632 ήδη καταχωρισμένα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις είναι εικονικές, αλλά σίγουρα έχει ενδιαφέρον η πρόσθετη αξία της εφαρμογής τους όταν συναντά εκείνα τα όρια όπου το κόστος μιας πλήρους εφαρμογής θεωρείται μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα έβαλε βέτο — μέχρι να πάρει την εξαίρεση
Τον Ιούλιο η Ελλάδα μπλόκαρε το 21ο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το επίμαχο σημείο ήταν η απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Έλληνας πρέσβης στην ΕΕ ανέφερε στους ομολόγους του ότι η σχεδιαζόμενη απαγόρευση θα κατέστρεφε τη Dynagas, τη ναυτιλιακή εταιρεία του Γιώργου Προκοπίου. Δύο ακόμη πηγές επιβεβαίωσαν στο μέσο ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε αναφερθεί ως λόγος για τον οποίο η Ελλάδα δεν μπορούσε να υποστηρίξει το πακέτο.
Η Dynagas δεν αποτελεί τυχαία περίπτωση. Ειδικεύεται στις μεταφορές LNG και διαθέτει πλοία ειδικά κατασκευασμένα για τις συνθήκες της Αρκτικής και τη μεταφορά φορτίων από το ρωσικό Yamal LNG. Σύμφωνα με το Euronews, η Dynagas και θυγατρική της είχαν ναυλώσει 11 πλοία, μεταξύ των οποίων επτά παγοθραυστικού τύπου Arc7, για το Yamal LNG.(δες ρεπορταζ και ανάλυση του The Noèma εδώ).
Η Αθήνα υποστήριξε ότι η απαγόρευση θα έπληττε την ευρωπαϊκή ναυτιλία και τις θέσεις εργασίας, θα παρέδιδε τη συγκεκριμένη αγορά σε ανταγωνιστές εκτός ΕΕ και δεν θα επέφερε αντίστοιχο πλήγμα στα ρωσικά έσοδα. Διατήρησε το βέτο της μέχρι να αλλάξει το κείμενο και η συμφωνία ήρθε όταν τα κράτη-μέλη αποδέχθηκαν παρέκκλιση που επιτρέπει τη συνέχιση συγκεκριμένων μεταφορών ρωσικού LNG προς πελάτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης για μακροχρόνιες συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Εδώ δεν χρειάζεται να αρκεστούμε στο διπλωματικό παρασκήνιο.
Η εξαίρεση γράφτηκε τελικά μέσα στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Η Απόφαση του Συμβουλίου 2026/1849 προβλέπει ότι η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται μέχρι τις 25 Ιουλίου 2027 στις συγκεκριμένες μεταφορές και μπορεί να συνεχίσει να μην εφαρμόζεται για διαδοχικές περιόδους ενός έτους, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά μετά την ετήσια επανεξέταση.
Υπάρχουν όρια όγκου, υποχρεώσεις αναφοράς και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αλλά η παρέκκλιση υπάρχει. Ενώ υπάρχει και μία λεπτομέρεια στο επίσημο κείμενο που αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο.
Όταν το Συμβούλιο θα εξετάζει εάν η εξαίρεση πρέπει να παραταθεί, να περιοριστεί ή να καταργηθεί, η ευρωπαϊκή απόφαση ορίζει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο η αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης, αλλά και «οι ειδικές καταστάσεις ορισμένων κρατών-μελών» και οι «οικονομικές συνθήκες» των φυσικών και νομικών προσώπων που αφορά το μέτρο.
Με άλλα λόγια, η εξαίρεση δεν βρίσκεται πια στο παρασκήνιο αλλά στο ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο.
Από το LNG στην αντλία της βενζίνης
Δύο μήνες αργότερα, η συζήτηση για τις εξαιρέσεις επέστρεψε στην Ελλάδα από μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.
Αυτή τη φορά όχι για τα LNG carriers αλλά για τον αντίκτυπο των κυρώσεων στον τελικό καταναλωτή.
Στις 18 Σεπτεμβρίου ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν έχει σήμερα τη δυνατότητα να μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα χωρίς να περικόψει άλλη δαπάνη ή να αυξήσει άλλον φόρο.
Πρόσθεσε ότι αυτό θα μπορούσε να καταστεί εφικτό εάν σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρξει εξαίρεση για προσωρινές μειώσεις στη φορολογία των ορυκτών καυσίμων και ανακοίνωσε ότι θα θέσει ο ίδιος το θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Μία ημέρα αργότερα, η Μιλένα Αποστολάκη αντέτεινε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν απαγορεύει στην Ελλάδα να μειώσει τον ΕΦΚ της βενζίνης, εφόσον αυτός παραμένει πάνω από το ευρωπαϊκό ελάχιστο όριο. Ο ελληνικός ΕΦΚ βρίσκεται σήμερα στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, όταν το ελάχιστο ευρωπαϊκό όριο για την αμόλυβδη είναι 359 ευρώ, αφήνοντας θεωρητικά ένα περιθώριο 341 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή 34,1 λεπτών ανά λίτρο.
Η κυβερνητική απάντηση διευκρίνισε στη συνέχεια μια ουσιώδη διαφορά.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε στις 19 Σεπτεμβρίου ότι ο Πρωθυπουργός δεν είπε πως απαιτείται άδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μειωθεί ο ΕΦΚ. Αυτό που ζητά η Αθήνα, είπε, είναι ευρωπαϊκή απόφαση ώστε οι προσωρινές έκτακτες παρεμβάσεις να εξαιρεθούν από τη ρήτρα δαπανών, δηλαδή τις δημοσιονομικές «οροφές» εντός των οποίων πρέπει να κινηθεί η χώρα.
Η διάκριση είναι σημαντική γιατί το ζήτημα, όπως προκύπτει, δεν είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει στην Ελλάδα να μειώσει έναν φόρο. Το ζήτημα είναι ποιος θα εγγράψει και θα απορροφήσει το δημοσιονομικό κόστος της μείωσης. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει βέτο...
Και κάπου εδώ οι δύο ελληνικές ιστορίες συναντιούνται.
Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το ισχυρότερο θεσμικό όπλο που διαθέτει ένα κράτος-μέλος σε μια απόφαση που απαιτεί ομοφωνία: το βέτο.
Το διατήρησε μέχρι να εξασφαλιστεί παρέκκλιση για μεταφορές ρωσικού LNG, σε μια υπόθεση όπου το οικονομικό συμφέρον της ελληνικής ναυτιλίας —και ειδικότερα οι συνέπειες για τη Dynagas— είχε τεθεί ρητά στο τραπέζι των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων.
Τον Σεπτέμβριο, απέναντι στην πίεση που δέχεται το ελληνικό νοικοκυριό από τις τιμές των καυσίμων, η Αθήνα επιλέγει μια διαφορετική ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση, ζητώντας (ή ελπίζοντας σε) κοινή απόφαση ώστε μια προσωρινή φορολογική ελάφρυνση να μην επιβαρύνει τη ρήτρα δαπανών.
Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι νομικά ίδιες, ωστόσο είναι πολιτικά άμεσα συγκρίσιμες ως προς ένα προφανές ερώτημα:
πότε ένα οικονομικό κόστος θεωρείται αρκετά σημαντικό ώστε μια κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει όλη τη διαπραγματευτική της ισχύ για να εξασφαλίσει εξαίρεση;
Και όταν υπάρχει ισχυρό εθνικό συμφέρον;
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη.
Η υπόθεση του Ρωσο-Ουζμπέκου δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Alisher Usmanov(Reuters) δείχνει ότι ο ίδιος μηχανισμός πίεσης εμφανίζεται τώρα σε διαφορετικό επίπεδο.
Η Γαλλία πιέζει για την αφαίρεση του Ρωσο-Ουζμπέκου επιχειρηματία από τον ευρωπαϊκό κατάλογο κυρώσεων, ενώ ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές έχουν συνδέσει τη γαλλική κίνηση με τις προσπάθειες του Παρισιού για την απελευθέρωση Γάλλων πολιτών που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν. Το Μπακού απορρίπτει ότι έθεσε μια τέτοια σύνδεση.
Η γαλλική και η σλοβακική στάση εμπόδισαν την κανονική ανανέωση του καθεστώτος ατομικών κυρώσεων και το Συμβούλιο αναγκάστηκε να δώσει προσωρινή παράταση μόλις έως τις 22 Σεπτεμβρίου. Στη συνέχεια εμφανίστηκε το Λουξεμβούργο, συνδέοντας τη συζήτηση με την περίπτωση του Ρώσου δισεκατομμυριούχου και βασικού μετόχου της ABH Holdings, Mikhail Fridman — EUR-Lex
Η εξαίρεση, λοιπόν, αρχίζει να γεννά την επόμενη εξαίρεση και ξεφεύγει από τα price caps, το LNG ή για την ανάγκη προστασίας της παγκόσμιας αγοράς από ένα ενεργειακό σοκ.
Πρόκειται για realpolitik.
Σύμφωνοι… αλλά πόσο ενιαίο παραμένει ένα κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς όταν κάθε κράτος, βλέποντας κάθε περίπτωση από τη δική του πολιτική γωνία, βάζει στο τραπέζι το δικό του «εθνικό συμφέρον», όταν μάλιστα εξόφθαλμα προτεραιοποιούνται υπερεθνικά και ατομικά συμφέροντα έναντι των εθνικών;
Η ελληνική περίπτωση κάνει το ερώτημα ακόμη πιο συγκεκριμένο.
Όταν το κόστος αφορούσε μια κρίσιμη δραστηριότητα της ελληνικής ναυτιλίας, η Ελλάδα έφτασε μέχρι το βέτο και πήρε την εξαίρεση.
Όταν το κόστος βρίσκεται στην αντλία, η κυβέρνηση ζητά και ελπίζει σε ευρωπαϊκή συναίνεση για μια δημοσιονομική εξαίρεση, προκειμένου να μπορέσει να μειώσει προσωρινά τη φορολογία χωρίς να επιβαρυνθεί η εθνική οροφή δαπανών. Αυτή τη φορά, όμως, χωρίς το θεσμικό όπλο του βέτο.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι δύο υποθέσεις είναι ισοδύναμες.
Θέτει όμως ένα απολύτως συγκεκριμένο πολιτικό ερώτημα:
για ποιον και για ποιο συμφέρον είναι ένα κράτος διατεθειμένο να φτάσει μέχρι το τέλος μιας ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης;
Στο τέλος αυτής της τεράστιας μηχανής υπάρχει ένας παίκτης που διαθέτει πολύ μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ.
Ο πολίτης που ανοίγει τον λογαριασμό του ρεύματος, γεμίζει το ρεζερβουάρ του, πληρώνει ακριβότερα τα προϊόντα που μεταφέρθηκαν με ακριβότερη ενέργεια και μέσω της φορολογίας χρηματοδοτεί τα μέτρα που σχεδιάστηκαν για να περιορίσουν μέρος αυτού του κόστους.
Οι κυρώσεις, λοιπόν, δεν είναι κουρελόχαρτο.
Αλλά ούτε και το καθαρό, χειρουργικό οικονομικό όπλο που συχνά περιγράφεται.
Και ίσως η πιο άβολη ερώτηση δεν είναι πια μόνο αν πονάνε τη Ρωσία.
Είναι ποιος διαθέτει αρκετή οικονομική και πολιτική ισχύ ώστε, όταν αρχίσουν να πονάνε και τον ίδιο, να ζητήσει εξαίρεση — και να την πάρει.





ΠΗΓΕΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΣΤΟ HERMIS




