Η νέα ολιγαρχία της τεχνολογίας δεν υπόσχεται μέλλον — πουλάει εισιτήρια για τη σωσίβια λέμβο
Τι συμβαίνει όταν οι ισχυρότεροι άνθρωποι του κόσμου παύουν να πιστεύουν ότι υπάρχει μέλλον για όλους;

Τι συμβαίνει όταν οι ισχυρότεροι άνθρωποι του κόσμου παύουν να πιστεύουν ότι υπάρχει μέλλον για όλους;
Από τα bunkers των δισεκατομμυριούχων στις «πόλεις της ελευθερίας» και από εκεί στο οχυρωμένο κράτος. Η Naomi Klein, συγγραφέας και δοκιμιογράφος για την κρίση, την εξουσία και τον καπιταλισμό, και η Astra Taylor, συγγραφέας και πολιτική θεωρητικός με έμφαση στη δημοκρατία και την ανισότητα, περιγράφουν μια πολιτική που γνωρίζει τα αδιέξοδα που δημιουργεί και, ως περιούσια τάξη-φυλή, ονειρεύεται κυνικά τρόπους διαφυγής, συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερη εξουσία και πλούτο. Δεν υπόσχεται ότι θα αποτρέψει την καταστροφή. Υπόσχεται ότι κάποιοι θα προστατευθούν από αυτήν. Το ερώτημα είναι ποιοι — και με τι εισιτήριο.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν οι ισχυρότεροι άνθρωποι του κόσμου παύουν να πιστεύουν ότι υπάρχει μέλλον για όλους;
Στις 15 Σεπτεμβρίου κυκλοφορεί το End Times Fascism: And the Fight for the Living World των Naomi Klein και Astra Taylor. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 Σεπτεμβρίου, οι δύο συγγραφείς παρουσίασαν στους Financial Times τον πυρήνα της συλλογιστικής τους.
Τον ονομάζουν «φασισμό των εσχάτων χρόνων» — end times fascism.
Ο όρος είναι βαρύς και ασφαλώς συζητήσιμος. Η παρατήρηση πίσω από αυτόν όμως είναι δυσκολότερο να αγνοηθεί.
Διότι, πράγματι, ένα τμήμα της οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτικής ελίτ της Δύσης φαίνεται να αντιμετωπίζει διαφορετικά ένα μέλλον κλιματικής αποσταθεροποίησης, πολέμων, μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών, ακραίας ανισότητας και τεχνολογικών ανατροπών.
Όχι αναγκαστικά με το ερώτημα «Πώς θα αποτρέψουμε την καταστροφή;»
Αλλά με ένα άλλο: Πώς θα προστατευθούμε από αυτήν;
Μία μικρή αλλαγή στη διατύπωση. Μία τεράστια αλλαγή στην πολιτική.
Το υπερωκεάνιο
Φανταστείτε ένα τεράστιο υπερωκεάνιο.
Όλοι ταξιδεύουν στο ίδιο πλοίο.
Δεν ταξιδεύουν όμως όλοι με το ίδιο εισιτήριο.
Στην First Class βρίσκονται όσοι μπορούν να αγοράσουν πραγματική αυτονομία: γη, ενέργεια, νερό, ασφάλεια, τεχνολογία, μετακίνηση, πολλαπλές κατοικίες, ακόμη και δεύτερη υπηκοότητα.
Λίγο χαμηλότερα βρίσκονται οι εύπορες προστατευμένες κοινότητες: gated settlements, ασφαλέστερες πόλεις και περιοχές με ισχυρότερες υποδομές.
Στα επόμενα καταστρώματα βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική πλειονότητα.
Η πολιτική της εξόδου
Η πρώτη εκδοχή αυτής της λογικής είναι ήδη γνωστή.
Ο εξαιρετικά πλούσιος άνθρωπος δεν χρειάζεται να λύσει όλα τα προβλήματα της κοινωνίας στην οποία ζει. Μπορεί όμως, εύκολα, να αγοράσει έξοδο από αυτά.
Ιδιωτική ασφάλεια. Απομονωμένη ιδιοκτησία. Ενεργειακή αυτονομία. Δικό του νερό. Δική του παραγωγή τροφής. Bunker. Ακόμη και αεροδιάδρομο.
Στην Αργεντινή, το Wamani του επιχειρηματία Martín Varsavsky αποτελεί σχεδόν εργαστηριακό παράδειγμα: μια τεράστια έκταση στους πρόποδες των Άνδεων, οργανωμένη με σημαντικό βαθμό αυτάρκειας και με την προοπτική να λειτουργήσει ως καταφύγιο σε περίπτωση μεγάλης παγκόσμιας κρίσης.
Η ουσία δεν βρίσκεται στην εκκεντρικότητα ενός πλούσιου ανθρώπου.
Βρίσκεται στην ιδέα:
Αν υποψιάζομαι —ίσως και γνωρίζω— ότι το σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί έτσι, αλλά δεν είμαι διατεθειμένος να εγκαταλείψω όσα μου προσφέρει, μπορώ τουλάχιστον να εξασφαλίσω ότι, όταν πάψει να λειτουργεί, δεν θα το χρειάζομαι.
Εδώ αρχίζει η πολιτική της επιβίωσης.
Και το πρώτο εισιτήριο γράφει First Class.
Από το bunker στην πόλη
Το επόμενο βήμα είναι μεγαλύτερο.
Δεν προστατεύεται πλέον ένας άνθρωπος ή μία οικογένεια.
Προστατεύεται μία κοινότητα.
Στο Indian Creek της Φλόριντα —το περίφημο «Billionaire Bunker»— η ίδια η γεωγραφία κάνει σχεδόν ορατή την κοινωνική διαστρωμάτωση: μια εξαιρετικά περιορισμένη κοινότητα πλούτου, με ελεγχόμενη πρόσβαση και δική της δημοτική αστυνομική δύναμη.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το πείραμα της Próspera στην Ονδούρα.
Εδώ δεν έχουμε απλώς ακριβά σπίτια πίσω από μια πύλη. Έχουμε μια κοινότητα που λειτουργεί μέσα σε ειδικό κανονιστικό και φορολογικό καθεστώς, με σημαντικό βαθμό αυτονομίας ως προς τους κανόνες που διέπουν την οικονομική δραστηριότητα. Δηλαδή μια προσπάθεια να δημιουργηθεί όχι μόνο φυσική αλλά και θεσμική «έξοδος» από μεγάλο μέρος του συμβατικού κρατικού πλαισίου.
Οι λεγόμενες freedom cities, τα startup states και τα σχέδια seasteading προχωρούν την ίδια λογική ακόμη περισσότερο.
Το bunker αποκτά δρόμους.
Υποδομές.
Κατοίκους.
Κανόνες.
Γίνεται πόλη.
Αλλά πόσοι χωράνε;
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της εικόνας μιας τεράστιας «σωσίβιας λέμβου».
Δεν μπορούν να μπουν όλοι.
Αν μιλάμε για πραγματική συστημική κρίση —νερό, ενέργεια, τρόφιμα, ακραία κλιματικά γεγονότα, κατάρρευση κρίσιμων υποδομών— ακόμη και ένα πανίσχυρο κράτος δύσκολα μπορεί να μετατραπεί ολόκληρο σε bunker.
Κάπου αρχίζουν οι επιλογές.
Ποιες υποδομές προστατεύονται πρώτες;
Ποιες πόλεις;
Ποια ενεργειακά δίκτυα;
Ποια κέντρα δεδομένων;
Ποιες παραγωγικές περιοχές;
Και τελικά:
ποιοι άνθρωποι;
Η επιλογή επομένως δεν σταματά στα εθνικά σύνορα.
Συνεχίζεται μέσα σε αυτά.
Και εδώ η σωσίβια λέμβος παύει να είναι επαρκής μεταφορά.
Χρειαζόμαστε ολόκληρο το πλοίο.
Το υπερωκεάνιο
Φανταστείτε ένα τεράστιο υπερωκεάνιο.
Όλοι ταξιδεύουν στο ίδιο πλοίο.
Δεν ταξιδεύουν όμως όλοι με το ίδιο εισιτήριο.
Στην First Class βρίσκονται όσοι μπορούν να αγοράσουν πραγματική αυτονομία: γη, ενέργεια, νερό, ασφάλεια, τεχνολογία, μετακίνηση, πολλαπλές κατοικίες, ακόμη και δεύτερη υπηκοότητα.
Λίγο χαμηλότερα βρίσκονται οι εύπορες προστατευμένες κοινότητες: gated settlements, ασφαλέστερες πόλεις και περιοχές με ισχυρότερες υποδομές.
Στα επόμενα καταστρώματα βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική πλειονότητα.
Δεν μπορεί να αγοράσει bunker.
Μπορεί όμως να της πουληθεί πολιτικά μια διαφορετική υπόσχεση:
«Εσύ τουλάχιστον θα είσαι μέσα».
Μέσα στο σύνορο.
Μέσα στην προστατευμένη κοινότητα.
Μέσα στην ομάδα που θα προηγείται στην κατανομή ασφάλειας, πόρων και κρατικής προστασίας.
Και βαθύτερα υπάρχει πάντοτε το αμπάρι.
Όπως υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν εισιτήριο για το πλοίο καθόλου.
Η μεταφορά είναι άβολη.
Αλλά ακόμη πιο άβολη είναι η πραγματική ερώτηση:
αν το πλοίο αρχίσει να βάζει νερά, ποιος έχει πρόσβαση στις λέμβους;
Η μεγάλη πολιτική ανακάλυψη
Εδώ βρίσκεται ίσως το ισχυρότερο σημείο της ανάλυσης των Klein και Taylor.
Ο survivalism των δισεκατομμυριούχων δεν αποτελεί από μόνος του μαζική πολιτική.
Δεν κερδίζεις εκλογές υποσχόμενος στον ψηφοφόρο ότι ένας venture capitalist θα επιβιώσει εξαιρετικά άνετα στους πρόποδες των Άνδεων.
Για να γίνει πολιτική, πρέπει να προσφερθούν περισσότερα εισιτήρια.
Όχι όμως ίδια εισιτήρια.
Ο μέσος πολίτης δεν χρειάζεται να πιστέψει ότι θα ταξιδέψει First Class.
Αρκεί να πειστεί ότι δεν θα ταξιδέψει στο αμπάρι.
Ότι κάποιος άλλος θα βρίσκεται χαμηλότερα.
Ο μετανάστης.
Ο ξένος.
Ο ανεπιθύμητος.
Εκείνος που θεωρείται ότι δεν ανήκει στην κοινότητα η οποία δικαιούται προστασία.
Η υλική υπόσχεση αντικαθίσταται έτσι, τουλάχιστον εν μέρει, από μια υπόσχεση σχετικής θέσης.
Δεν χρειάζεται να γίνεις πλουσιότερος.
Αρκεί να διαθέτεις τις δεξιότητες που χρειάζεται η First Class για να παραμένουν όλα τακτοποιημένα. Να είσαι το απαραίτητο γρανάζι για τη λειτουργία της ιεραρχίας.
Μηχανικός, γιατρός, τεχνικός, φύλακας, προγραμματιστής, διαχειριστής — κάποιος χρήσιμος για τη συντήρηση του προστατευμένου κόσμου.
Και αρκεί, όταν έρθει η κρίση, να προηγείσαι κάποιου άλλου.
Όταν η ταπείνωση γίνεται πολιτικό προϊόν
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά διαφορετικό νόημα η αισθητική της καταστολής που επισημαίνουν οι Klein και Taylor στην Αμερική του Trump.
Οι εικόνες των απελάσεων.
Οι αλυσοδεμένοι κρατούμενοι.
Οι φωτογραφικές επιδείξεις κρατικής ισχύος.
Η δημόσια ταπείνωση του ανεπιθύμητου.
Δεν αρκεί πλέον να εφαρμοστεί μια μεταναστευτική πολιτική.
Πρέπει να φαίνεται ότι εφαρμόζεται.
Γιατί το θέαμα απευθύνεται ταυτόχρονα σε δύο ανθρώπους.
Στον έναν λέει:
«Εσύ είσαι έξω».
Στον άλλον:
«Εσύ είσαι ακόμη μέσα».
Η σκληρότητα γίνεται κάτι περισσότερο από εργαλείο καταστολής.
Γίνεται απόδειξη του εισιτηρίου.
Το κράτος ως prepper
Οι Klein και Taylor κάνουν στη συνέχεια ένα μεγαλύτερο και πιο αμφιλεγόμενο άλμα.
Διαβάζουν πλευρές της σημερινής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής —τη Γροιλανδία, τον Παναμά, τα κρίσιμα ορυκτά, το νερό και τον έλεγχο στρατηγικών δρόμων— μέσα από τη λογική ενός «super-sized prepping».
Ο ιδιώτης prepper —ο οργανωμένος επιβιωτιστής που προετοιμάζεται για μια μεγάλη κατάρρευση— αποθηκεύει τρόφιμα, καύσιμα και νερό.
Η υπερδύναμη εξασφαλίζει ορυκτά, ενεργειακές πηγές, θαλάσσιους διαδρόμους και στρατηγικό έδαφος.
Η αναλογία είναι γοητευτική.
Ίσως υπερβολικά γοητευτική.
Τα κράτη ανταγωνίζονται για πόρους και στρατηγικές θέσεις εδώ και αιώνες. Η επιδίωξη πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά ή γεωστρατηγικούς διαδρόμους δεν αποδεικνύει από μόνη της μια νέα εσχατολογική ιδεολογία.
Το super-sized prepping είναι ερμηνεία.
Όχι αποδεδειγμένη αιτιότητα.
Και ακριβώς εδώ αρχίζει τόσο η χρησιμότητα όσο και το όριο της θεωρίας.
Μία θεωρία που χωράει πάρα πολλά

Το end times fascism επιχειρεί να βάλει στην ίδια μεγάλη εικόνα τον χριστιανικό εθνικισμό, τη Silicon Valley, τον accelerationism, τον αντιμεταναστευτικό εθνικισμό, τους billionaires preppers, τις freedom cities, την κλιματική κρίση και την τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτό είναι ταυτόχρονα η δύναμη και η αδυναμία του.
Ο τεχνολογικός libertarian και ο αυταρχικός εθνικιστής δεν ονειρεύονται το ίδιο κράτος. Η απόσταση όμως μεταξύ τους είναι μικρότερη απ’ όσο φαίνεται.
Ο πρώτος θέλει να συρρικνώσει κυρίως το κράτος που φορολογεί, αναδιανέμει, ρυθμίζει και περιορίζει την οικονομική ισχύ. Δεν έχει κατ’ ανάγκην την ίδια απέχθεια για το κράτος που προστατεύει την ιδιοκτησία, φυλάσσει τα σύνορα και διαθέτει αστυνομία, στρατό και μηχανισμούς καταστολής.
Ο δεύτερος θέλει ακριβώς αυτή την πλευρά του κράτους ισχυρή.
Και κάπου εκεί οι δύο φαινομενικά αντίθετες διαδρομές μπορούν να συναντηθούν: λιγότερο κράτος απέναντι στον πλούτο και περισσότερη κρατική ισχύ απέναντι σε όσους βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία.
Η Silicon Valley χρειάζεται διεθνείς αγορές και παγκόσμια κυκλοφορία ταλέντου.
Ο εθνικισμός σηκώνει σύνορα.
Ο θρησκευτικός φονταμενταλιστής και ο transhumanist μπορεί να κοιτούν προς το τέλος του κόσμου και να βλέπουν εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Ίσως λοιπόν το end times fascism να περιγράφει περισσότερο μια πολιτική διάθεση της εποχής παρά μια ενιαία ιδεολογία.
Υπάρχει όμως ένα σημείο στο οποίο αυτές οι διαφορετικές διαδρομές μπορούν πράγματι να συναντηθούν:
στην απώλεια της πίστης σε ένα κοινό μέλλον.
Η συμμαχία με την Αποκάλυψη
Υπάρχει τέλος ένα κομμάτι αυτής της συμμαχίας που δεν χρειάζεται ούτε bunker ούτε τεχνολογική ουτοπία.
Χρειάζεται πίστη.
Ο χριστιανικός εθνικισμός και ιδιαίτερα οι αποκαλυπτικές εκδοχές του χριστιανικού σιωνισμού προσφέρουν κάτι εξαιρετικά χρήσιμο σε μια πολιτική της καταστροφής:
ένα νόημα για την ίδια την καταστροφή.
Για τον δισεκατομμυριούχο prepper, η κρίση είναι κάτι από το οποίο πρέπει να διαφύγει.
Για τον αποκαλυπτικό πιστό μπορεί να αποτελεί στάδιο ενός προκαθορισμένου σχεδίου.
Οι δύο κόσμοι δεν είναι ίδιοι.
Μπορούν όμως να γίνουν πολιτικοί σύμμαχοι.
Ο ένας διαθέτει χρήμα, τεχνολογία και πρόσβαση στην εξουσία.
Ο άλλος εκατομμύρια ψηφοφόρους και μια αφήγηση στην οποία η καταστροφή δεν αποτελεί αναγκαστικά αποτυχία.
Μπορεί ακόμη και να αποτελεί επιβεβαίωση.
Και κάπου εκεί η πολιτική της σωτηρίας συναντά την πολιτική της Αποκάλυψης.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο JD Vance έδωσε ένα σχεδόν εργαστηριακό παράδειγμα αυτής της γλώσσας. Μιλώντας σε χριστιανικό podcast, είπε ότι δεν θα σοκαριζόταν αν ο Αντίχριστος «περπατούσε ανάμεσά μας» και περιέγραψε πλευρές της σημερινής τεχνητής νοημοσύνης ως φορείς «σκοτεινής πνευματικής ενέργειας». Δεν δήλωσε ότι γνωρίζει πως βρισκόμαστε στα έσχατα χρόνια· είπε όμως ότι η ιδέα δεν του φαίνεται αδιανόητη. Όταν τέτοιες έννοιες ακούγονται πλέον από την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μόνο ως ιδιωτικές θεολογικές πεποιθήσεις.
Και κάπου εδώ τελειώνει η φαντασίωση
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα με όλες αυτές τις κιβωτούς, τα bunkers, τις ιδιωτικές πόλεις και τις First Class λέμβους.
Προϋποθέτουν ότι ακόμη και η καταστροφή θα υπακούσει στους κανόνες της αγοράς.
Ότι εκείνος που μπόρεσε να αγοράσει πολιτική επιρροή, γη, ιδιωτική ασφάλεια, ενέργεια και εξαίρεση από τους κανόνες θα μπορέσει να αγοράσει και εξαίρεση από την κατάρρευση των ίδιων των συστημάτων πάνω στα οποία στηρίζεται ο πλούτος του.
Είναι ίσως η ύστατη αλαζονεία μιας ελίτ που έμαθε ότι σχεδόν κάθε κόστος μπορεί να μεταφερθεί σε κάποιον άλλο.
Στον εργαζόμενο.
Στον φορολογούμενο.
Στον φτωχότερο.
Στον μετανάστη.
Στην επόμενη γενιά.
Και όταν αυτή η λογική χρειάζεται μαζικό πολιτικό ακροατήριο, εμφανίζονται πρόθυμοι σύμμαχοι: εθνικισμοί, αποκαλυπτικές θρησκευτικές αφηγήσεις και η πανάρχαια υπόσχεση ότι οι πιστοί, οι εκλεκτοί ή απλώς «οι δικοί μας» θα σωθούν όταν οι υπόλοιποι αφεθούν στην τύχη τους.
Μόνο που η πραγματική κατάρρευση δεν γνωρίζει First Class.
Ένα bunker χρειάζεται ηλεκτρισμό, τεχνολογία, ανταλλακτικά, γιατρούς, μηχανικούς, γεωργούς, δίκτυα εφοδιασμού και ανθρώπους που ξέρουν να τα κρατούν όλα αυτά όρθια.
Η περιουσία μπορεί να αγοράσει απόσταση από την κοινωνία.
Δεν μπορεί εύκολα να αγοράσει έναν καινούργιο πολιτισμό όταν ο προηγούμενος έχει διαλυθεί.
Και ίσως γι’ αυτό η εικόνα του υπερωκεάνιου είναι τελικά ακόμη πιο κατάλληλη απ’ όσο φαίνεται.
Οι επιβάτες της First Class μπορούν να αγοράσουν την καλύτερη καμπίνα, το καλύτερο κατάστρωμα και την καλύτερη θέση δίπλα στις λέμβους.
Δεν μπορούν να αγοράσουν άλλη θάλασσα.
Αν λοιπόν το σύστημα που τους έκανε τόσο ισχυρούς τιναχτεί πραγματικά στον αέρα, το σχέδιο «θα σωθούμε μόνοι μας» ίσως αποδειχθεί αυτό που ήταν εξαρχής:
μια πανάκριβη φαντασίωση κακομαθημένων ανθρώπων που μπέρδεψαν την ατιμωρησία με την παντοδυναμία.
Εκτός, βέβαια, αν προλάβουν να πάνε στον Άρη.
Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία







