Ζούμε σε μια περίοδο που θυμίζει όλο και πιο έντονα εκείνη των χρόνων του μεσοπολέμου· την κορύφωση του εθνικισμού, την παράλυση των δημοκρατικών θεσμών, την άνοδο του δεξιού συντηρητισμού που συμπορεύεται με «ακροδεξιές» σοφιστείες, τον εμπορικό προστατευτισμό και τα κλειστά σύνορα με ρατσιστικό υπόβαθρο στη στρατηγική και τη μεθοδολογία· την πολιτική του κατευνασμού και της «συναίνεσης», μαζί με μπόλικη δόση υποτέλειας απέναντι σε έναν «ισχυρό παίκτη» στον οποίο οι δυτικοί «ηγέτες» έχουν τοποθετήσει τα ρέστα τους.
Και είναι άξιο απορίας αν αυτοί οι τύποι – τους οποίους μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής κοινωνίας επέλεξε – αποτελούν, τελικά, κλωνοποίηση κάποιου εργαστηριακού μοντέλου που έχει προγραμματιστεί να λειτουργεί κάτω από μια γραμμική αλληλουχία δεδομένων, χωρίς δεύτερη σκέψη και απόλυτα ελεγχόμενο από μια εργαστηριακή Αρχή.
Η Ευρώπη μετά το 2000
Διότι εδώ και δυο δεκαετίες, εάν εξαιρέσουμε την ηγεσία της Μέρκελ μαζί με τον αντιπαθή, κυνικό Σόιμπλε – οι οποίοι, μας αρέσει δεν μας αρέσει, παρήγαγαν πολιτική, έστω και μόνο προς όφελος της χώρας τους – όλοι οι υπόλοιποι μοιάζουν εναλλασσόμενοι διαχειριστές μιας σκληρής κερδοσκοπικής Εταιρίας.
Μετέρχονται τεχνάσματα, ψέματα και δολοπλοκίες, προκειμένου να γεμίσουν το θησαυροφυλάκιο που τους ταΐζει, αφήνοντας την ήπειρο να βυθίζεται στην αδράνεια. Ζήσαμε για να δούμε γεωπόνους τύπου Ντάισεμπλουμ να αποφασίζουν για τις τύχες εκατομμυρίων πολιτών ή να παρακολουθούμε μια τριαντάχρονη πρωθυπουργό της Φινλανδίας (Σάνα Μαρίν) να μετέχει (σαν διακοσμητικό στοιχείο) σε συνόδους κορυφής, ενώ δικαίως το μυαλό του συμπαθέστατου κοριτσιού ήταν στο κλαμπ, στα «ποτά» και στις φίλες της, ανεβάζοντας και το story στο Facebook πριν παραιτηθεί.
Η Ευρώπη μπορεί να φαίνεται μια ήπειρος με παλιά κράτη και λαούς, αλλά από ορισμένες απόψεις είναι πολύ νέα, καθώς εφηύρε ξανά και ξανά τον εαυτό της – κυρίως στον εικοστό αιώνα – και συνεχίζει να το κάνει, συχνά μέσα από επώδυνες πολιτικές μεταβολές. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αντί να θεμελιώσει μια ειλικρινή δημοκρατική προοπτική, υποστήριξε ξεδιάντροπα το δόγμα Θάτσερ για μια «Δημοκρατία» όπου υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες, προσαρμόζοντας την οικονομία και την κοινωνία στις απαιτήσεις των νέων Φεουδαρχών. Οι οποίοι, νομοτελειακά, ήρθαν σε σύγκρουση με τους γειτονικούς Ολιγάρχες της Ανατολής.
Νέα αρχή…
Τα σημεία των καιρών δείχνουν καθαρά πως αυτή η φούσκα της οικονομικής και κοινωνικής Ένωσης ηττήθηκε. Και έφτασε η ώρα της επανεκκίνησης. Πιθανόν να αποφευχθεί το απονενοημένο διάβημα, όπως γίνεται συνήθως από κάποιους μεγαλομανείς όταν ταπεινώνονται, αν και στον Βορρά κάποιοι υστερικοί μοιράζουν ήδη «οδηγίες» για το πώς να προστατευθεί κανείς όταν σκάσουν πυρηνικά. Πάντως, κάτι θα γίνει. Είναι φυσική ανάγκη να γεννηθεί το νέο όταν το παλιό έχει ξοφλήσει. Μόνο που σε κάθε γέννα – πέρα από το φύλο, που ούτε αυτό δεν είναι πια διακριτό – δεν ξέρεις τι θα βγει. Ο Γκράμσι το είχε γράψει καθαρά: όταν η ιστορία κοιλοπονάει, δεν ξέρεις αν θα γεννηθούν Άγγελοι ή Τέρατα.
Και εδώ, ας είμαστε ακριβείς: μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν «διαλύθηκε» κάποια «Πρωσική Αυτοκρατορία» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά τέσσερις μεγάλες αυτοκρατορίες:
Σήμερα κυριαρχεί η Σύγχυση. Και ενώ πριν λίγες δεκαετίες έθνη ολόκληρα διαλύθηκαν – η Πρωσία για παράδειγμα, που κανείς πια δεν θυμάται – ενώ η Βαρσοβία ανήκε στους Τσάρους, η Τεργέστη στους Αψβούργους, ¨οι Τεύτονες Ιππότες¨(Τίτλος βιβλίου του Πολωνού νομπελίστα Σενκιέγεβιτς) καταπίεζαν τους Πολωνούς, ο ουκρανός Τάρας Μπούλμπα (Γκογκόλ) μακέλευε χωρικούς στα πολωνικά σύνορα, κι οι ναζί ξεθεμελίωναν Ουκρανία και Πολωνία, σήμερα διάφοροι ανίκανοι «δωρολήπτες» προσπαθούν με άθλια προπαγάνδα να ξαναγράψουν την Ιστορία.
Και εδώ, ας είμαστε ακριβείς: μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν «διαλύθηκε» κάποια «Πρωσική Αυτοκρατορία» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά τέσσερις μεγάλες αυτοκρατορίες:
- Η Γερμανική Αυτοκρατορία** (Πρωσοκεντρική, υπό τον Κάιζερ)
- Η Αυστροουγγρική**
- Η Ρωσική-Τσαρική**
- και **Η Οθωμανική**
Η Πρωσία ήταν ο κορμός της Γερμανικής, άρα στην ουσία μιλάμε για την κατάρρευση του ίδιου εκείνου μιλιταριστικού σχήματος που άφησε πίσω του το κενό.
Η «κοινή λογική» και οι στόχοι της
Η φιλελεύθερη Δημοκρατία που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια δεν έχει πλέον απάντηση. Σεμνά και ταπεινά, θα όφειλε να προσαρμοστεί στη Λογική, αντί να κατακεραυνώνει ακόμα και την Κοινή Λογική. Κι αυτήν ακριβώς την «κοινή λογική», με τα απλοϊκά επιχειρήματα που ακούγονται εύπεπτα, εκμεταλλεύονται ο Τραμπ και οι όμοιοί του για να δίνουν στον κόσμο «καθαρές» απαντήσεις σε ζητήματα πολυσύνθετα.
Αλλά ποιον στοχεύουν αυτά τα απλοϊκά συνθήματα; Στη νεολαία χαμηλής μόρφωσης, ακριβώς όπως στον Μεσοπόλεμο. Οι μελανοχίτωνες του Μουσολίνι, η Χιτλερική Νεολαία, η ΕΟΝ του Μεταξά στην Ελλάδα στρατολογούσαν νέους που τους έδιναν ταυτότητα, σημαίες και παρέλαση αντί για παιδεία και προοπτική. Σήμερα, με άλλα μέσα αλλά με την ίδια μέθοδο, στρατολογούνται οι αποκλεισμένοι, οι άνεργοι, οι περιθωριοποιημένοι της ψηφιακής εποχής. Και όσο η Δημοκρατία αδυνατεί να πείσει με όραμα και κοινωνικό συμβόλαιο, τόσο θα κυριαρχούν οι τεράστιες απλοποιήσεις που κολακεύουν τον θυμό και τις ανασφάλειες.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξεχειλίζει πλέον και η «τυφλή, άσκοπη βία» — συμμορίες ανηλίκων που ξεσπούν στα τυφλά, ακόμα και σε μικρές, επαρχιακές πόλεις όπως ο Πύργος μας και. Παιδιά που δεν έχουν πολιτικό προσανατολισμό αλλά γίνονται φορείς μιας άγριας, παράλογης επιθετικότητας. Δεν είναι «ιδεολογική στράτευση», είναι μια βία που τρέφεται από την ανισότητα, τις χαμένες ευκαιρίες, τον κοινωνικό αποκλεισμό, από τη χαοτική και καταθλιπτική συμπεριφορά των γονιών τους, από τη θεοποίηση του «οικονομισμού» που τους διδάσκει πως η αξία τους μετριέται μόνο σε χρήμα. Είναι η ίδια ρίζα που έθρεψε κάποτε τις στολές και τα λάβαρα· τώρα βγαίνει πιο άναρχα, πιο σπασμωδικά, αλλά εξίσου επικίνδυνα. Και ίσως ακόμα πιο θλιβερά, γιατί μοιάζει χωρίς σκοπό – μόνο με οργή.
Η Ευρώπη που κληρονομήσαμε
Μέσα από αγώνες και αίμα κληρονομήσαμε μια Ευρώπη δημοκρατική, με κοινωνικό πρόσωπο – έστω και κάτω από μια πρόθεση «ισορροπίας» και αυτοπροστασίας από τα «θολά» μηνύματα κοινωνικής-εργατικής ισότητας που έστελνε η διπλανή «αυλή» του σοσιαλιστικού/ κομμουνιστικού πειράματος. Και τι την κάναμε; Η Χάννα Άρεντ μας θυμίζει: «Δεν έχουμε πια την ευχέρεια να παίρνουμε ό,τι ήταν καλό από το παρελθόν και να το βαφτίζουμε έτσι απλά κληρονομιά μας· να εξοβελίζουμε το κακό και να το εννοούμε σαν νεκρό φορτίο. Διότι και το καλό και το κακό είναι κληρονομιά μας».
Τα τέρατα ξεμύτισαν ξανά και μας βγάζουν τη γλώσσα. Κι οι Ευρωπαίοι «καθώς πρέπει» ηγέτες σοκάρονται, αλλά και «λείχουν» τον νέο «σερίφη». Ο Γιόζεφ Ροτ, από το 1937, θα τους έλεγε: «Γιατί λοιπόν τα ευρωπαϊκά κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να διαδίδουν τον πολιτισμό και τους καλούς τρόπους σε άλλες ηπείρους; Γιατί όχι στην ίδια την Ευρώπη;».







