Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, τα βιβλιοπωλεία γέμιζαν με σειρές όπως το Chicken Soup for the Soul, οι αφηγήσεις του Ίρβιν Γιάλομ μετατρέπονταν σε μπεστ σέλερ, και οι ψυχοθεραπευτικές ιστορίες περνούσαν στα mainstream περιοδικά σαν νέα υπόσχεση νοήματος. Η ψυχική υγεία έβγαινε από το ιατρείο και γινόταν προϊόν κατανάλωσης: εύπεπτη, ανακουφιστική, “θεραπευτική” όσο ένα καλό τσάι ή ένα motivational quote σε αφίσα.
Τριάντα χρόνια μετά, η σκηνή έχει αλλάξει μορφή αλλά όχι ουσία. Από τα βιβλία και τις στήλες συμβουλών, περάσαμε στα TikTok reels με life coaches, στα Instagram carousels που εξηγούν “πώς να απομακρύνεις τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή σου”, στα corporate webinars για wellbeing. Ο κοινός παρονομαστής; Η υπόσχεση ότι υπάρχει ένα “γρήγορο κλειδί” για να σταθείς όρθιος, να χαμογελάς, να συνεχίσεις να παράγεις.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η κουλτούρα βοήθησε στ’ αλήθεια την ψυχική ανθεκτικότητα ή αν απλώς τη μετέτρεψε σε ένα ακόμη lifestyle brand.
Τα τελευτία χρόνια, στα social media και σε διαδικτυακές κοινότητες, έχει αναπτυχθεί μια συζήτηση: είναι τελικά η ψυχοθεραπεία αναγκαιότητα ή υπερτιμημένη «μόδα»; Οι απόψεις διίστανται· κάποιοι την υπερασπίζονται ως ζωτικής σημασίας στήριξη, άλλοι την απορρίπτουν ως ακριβό placebo.
Οι πιο «σκληροί» επικριτές την χαρακτηρίζουν απάτη! Όμως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι το «ναι ή όχι»· είναι πώς η ψυχοθεραπεία έγινε κομμάτι μιας ολόκληρης κουλτούρας, από τα ’90s μέχρι σήμερα, που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για το άτομο, τη φροντίδα του εαυτού και τις σχέσεις μας με τους άλλους.
Η κουλτούρα του Yalom & των ’90s
Ο Ίρβιν Γιάλομ υπήρξε ίσως ο πιο χαρισματικός μεταφραστής της ψυχοθεραπείας στη γλώσσα της καθημερινότητας. Τα βιβλία του —από το “Όταν έκλαψε ο Νίτσε” ως τις “Ψυχοθεραπευτικές Ιστορίες”— έδωσαν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι παρακολουθεί μια συνεδρία εκ των έσω, χωρίς το βάρος του επαγγελματικού λόγου. Ξαφνικά, η ψυχοθεραπεία μπορούσε να γίνει αφήγηση, λογοτεχνία, σχεδόν μυθιστόρημα που διάβαζες στο τρένο.
Η δεκαετία του ’90 υπήρξε το θερμοκήπιο αυτής της “ψυχολογικής ποπ”. Εκεί όπου άλλοτε το ράφι της φιλοσοφίας φιλοξενούσε Σαρτρ ή Καμύ, τώρα βρισκόταν ο Yalom δίπλα στον Coelho. Μαζί με αυτόν, εκατοντάδες τίτλοι “self-help” υπόσχονταν να μάθουν στον αναγνώστη πώς να αγαπήσει, να βρει τον εαυτό του, να ξεπεράσει τον φόβο της μοναξιάς. Το προσωπικό δράμα μετατρεπόταν σε προϊόν με όμορφο εξώφυλλο και εύπεπτα κεφάλαια.
Η ψυχοθεραπεία, έτσι, δεν ήταν πλέον αποκλειστικά θεραπευτική σχέση. Ήταν μια καταναλωτική εμπειρία: διάβαζες, ένιωθες “λίγο καλύτερα”, και έβαζες το βιβλίο στο ράφι σαν φυλαχτό. Η κουλτούρα αυτή έθεσε τα θεμέλια για να ανθίσει, χρόνια αργότερα, η βιομηχανία των life coaches και των social media ψυχοσυμβούλων.
Η γλώσσα της ψυχολογίας έγινε κοινότοπη. Όροι που κάποτε ανήκαν αποκλειστικά σε επιστημονικά εγχειρίδια μπήκαν στον καθημερινό λόγο, συχνά ως εργαλεία αυτο-ετικετοποίησης ή ακόμα και κοινωνικής άμυνας. Δεν είναι τυχαίο ότι η γενιά του ’90 και του 2000 υιοθέτησε με ενθουσιασμό αυτή τη «θεραπευτική ορολογία» για να εξηγήσει τόσο προσωπικά όσο και συλλογικά αδιέξοδα.
Η άνθηση δεν αφορά μόνο τις ιδέες αλλά και τις αγορές. Η ψυχοθεραπεία έγινε κομμάτι μιας παγκόσμιας βιομηχανίας ευεξίας: εφαρμογές mindfulness, συνδρομητικές πλατφόρμες για online therapy, συνέδρια και retreats που υπόσχονται «πλήρη μεταμόρφωση». Το φαινόμενο τροφοδοτείται από μια κουλτούρα που βλέπει τον εαυτό σαν project προς διαρκή βελτίωση.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η κριτική: όταν η θεραπεία γίνεται προϊόν, κινδυνεύει να χάσει το ηθικό και υπαρξιακό της βάθος.
Ο νεοφιλελεύθερος ατομισμός
Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ διατύπωσε το διαβόητο δόγμα: «Δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες». Η φράση αυτή συμπυκνώνει την ιδεολογική στροφή που σφράγισε τις επόμενες δεκαετίες: ο καθένας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιτυχία, την αποτυχία και… την ψυχική του ισορροπία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχική υγεία μετατράπηκε από κοινωνικό ζήτημα σε ατομικό project. Αν νιώθεις θλίψη, δεν είναι επειδή ζεις σε μια κοινωνία που παράγει ανασφάλεια, επισφάλεια και μόνιμη ένταση∙ είναι επειδή “δεν προσπάθησες αρκετά”. Αν πενθείς, το πρόβλημα δεν είναι η αποξένωση ή η έλλειψη στήριξης∙ είναι ότι “δεν έχεις θετική στάση”.
Ο φιλόσοφος Mark Fisher το περιγράφει γλαφυρά: η κατάθλιψη δεν είναι απλώς ιατρικό σύμπτωμα αλλά πολιτικό φαινόμενο. Ζούμε, λέει, σε μια εποχή όπου “είναι πιο εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού” — κι έτσι η μελαγχολία γίνεται ατομική βλάβη, όχι συλλογική κριτική. Ο Byung-Chul Han, με τη σειρά του, μιλά για την κοινωνία της εξουθένωσης: άνθρωποι που αυτο-εκμεταλλεύονται μέχρι να σπάσουν, πεισμένοι πως ό,τι ζουν είναι απλώς δική τους ευθύνη.
Η Sherry Turkle έχει δείξει πώς η τεχνολογία μάς μαθαίνει να μιλάμε για τον εαυτό σαν interface· ο Byung-Chul Han μιλά για την «εξάντληση» του υποκειμένου από τη διαρκή αυτο-βελτίωση· η Kate Crawford μας προειδοποιεί ότι ακόμα και τα δεδομένα της ψυχολογίας γίνονται εμπορεύσιμα. Όλοι τους περιγράφουν την ίδια μετάλλαξη: από θεραπεία σε βιομηχανία.
Στην κουλτούρα αυτή, η απαγόρευση του πένθους είναι κανόνας. Δεν σταματάς, δεν κοιτάς πίσω, δεν παραδέχεσαι την ήττα. Χαμογελάς, “δουλεύεις τον εαυτό σου” και συνεχίζεις. Η κοινωνία έχει εξαφανιστεί∙ μένεις μόνος με το manual αυτοβελτίωσης.
Η μόδα της τοξικότητας
Τα τελευταία δέκα χρόνια η έννοια της “τοξικότητας” έγινε πανάκεια. Από τις σχέσεις και την εργασία μέχρι την οικογένεια και τους φίλους, η γλώσσα των social media γέμισε με προειδοποιήσεις: “Αντιμετωπίζεις τοξικούς ανθρώπους; Κόψ’ τους από τη ζωή σου!”. Ένα ολόκληρο λεξιλόγιο γεννήθηκε γύρω από αυτή τη λέξη, που από χημικός όρος έγινε μεταφορά για κάθε δύσκολη ανθρώπινη επαφή.
Η κουλτούρα του cut them off προβάλλεται ως μορφή ενδυνάμωσης. Όμως στην πράξη οδηγεί συχνά σε απομόνωση. Το να ονομάσεις το άλλο πρόσωπο “τοξικό” είναι πιο εύκολο από το να αναγνωρίσεις τις συνθήκες που παράγουν συγκρούσεις, εξάντληση, απογοήτευση. Έτσι, η κοινωνική διάσταση εξαφανίζεται και η ευθύνη μετατοπίζεται ξανά στο άτομο: “φρόντισε να περιβάλλεσαι μόνο από θετική ενέργεια”.
Πίσω από αυτό το παραμύθι, βολεύονται οι πραγματικά “συναισθηματικά νεκροί”: εργοδότες που εξαντλούν, θεσμοί που αγνοούν, περιβάλλοντα που διαλύουν ανθρώπους. Αντί να στοχαστούμε συλλογικά πάνω στο πώς παράγεται η δυσφορία, την κρύβουμε κάτω από την ετικέτα της “τοξικότητας”. Έτσι, η λέξη λειτουργεί σαν κόφτης πραγματικότητας: απαγορεύεται η κριτική, αρκεί να κάνεις block.
Η τοξικότητα, τελικά, έγινε μια νέα αγορά αυτοβοήθειας. Πουλάει βιβλία, webinars, “detox retreats”. Αλλά δεν θεραπεύει∙ απλώς μας αφήνει να πλέουμε μόνοι, αποκομμένοι.
Απαγορεύεται το πένθος
Σε μια κοινωνία που απαιτεί διαρκή παραγωγικότητα, το πένθος δεν έχει θέση. Ο χρόνος της θλίψης θεωρείται “σπατάλη”, η αδράνεια ύποπτη, η αυτοκριτική επικίνδυνη. Ο νεοφιλελεύθερος λόγος το λέει καθαρά: προχώρα, χαμογέλα, ξαναγίνε λειτουργικός. Έτσι, η μελαγχολία —παλαιότερα πηγή στοχασμού και τέχνης— εξορίζεται.
Η «θετική ψυχολογία» γίνεται δόγμα. Σε εταιρικά σεμινάρια μιλούν για resilience workshops και mindfulness breaks∙ όχι για να ανοίξει χώρος για τον πόνο, αλλά για να ενισχυθεί η αποδοτικότητα. Το συναίσθημα μετατρέπεται σε KPI, μετρώντας ποιος εργαζόμενος “αντέχει” και ποιος όχι. Όμως ο άνθρωπος που πενθεί δεν είναι δυσλειτουργικός∙ είναι αυθεντικά ζωντανός, γιατί αναγνωρίζει την απώλεια.
Το απαγορευμένο πένθος μάς αφήνει με μια ψεύτικη “ευτυχία”, μια μόνιμη επιφάνεια χωρίς βάθος. Και όμως, χωρίς την εμπειρία της λύπης δεν υπάρχει πραγματική ανθεκτικότητα. Η άρνηση του σκότους γεννά πιο βαριά σιωπή: εκείνη των συναισθηματικά νεκρών που επιβιώνουν, αλλά δεν ζουν.
Η ελληνική εμπειρία
Στην Ελλάδα, η ψυχοθεραπεία άργησε να βρει μαζικό ακροατήριο. Όμως η δεκαετία της κρίσης (2010–2020) άλλαξε τα πάντα. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν σε αναζήτηση νοήματος και στήριξης. Η ψυχοθεραπεία μπήκε πιο δυνατά στη δημόσια σφαίρα: από τηλεοπτικά πάνελ μέχρι τα hashtags των social.
Ταυτόχρονα, όμως, φάνηκε και η αντίφαση: η ψυχοθεραπεία παραμένει πολυτέλεια για πολλούς, ενώ η δημόσια υγεία καλύπτει ελάχιστα. Έτσι η πρόσβαση άνθισε κυρίως στα μεσαία στρώματα και στις μεγάλες πόλεις, δημιουργώντας ένα ακόμη πεδίο κοινωνικών ανισοτήτων.
Το ουσιαστικό ερώτημα
Δεν έχει νόημα να ρωτάμε αν η ψυχοθεραπεία είναι «απάτη» ή «αναγκαιότητα». Σημασία έχει να δούμε «πώς» τη χρησιμοποιούμε και «τι προσδοκίες της φορτώνουμε». Όταν γίνεται εμπορικό προϊόν, χάνει την ψυχή της· όταν γίνεται προσωπικό καταφύγιο, μπορεί να σώσει ζωές.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα: όχι στη μυθοποίηση, ούτε στην απαξίωση, αλλά στην αναγνώριση ότι οι λέξεις και οι πρακτικές της ψυχοθεραπείας διαμόρφωσαν – και συνεχίζουν να διαμορφώνουν – μια ολόκληρη γενιά.
Συμπέρασμα
Από τα βιβλία του Γιάλομ μέχρι τα TikTok reels των life coaches, η ψυχική υγεία μετατράπηκε σε pop brand: εύπεπτη, αισιόδοξη, πάντα έτοιμη να πουλήσει ένα “quick fix” για την ανθρώπινη δυσφορία. Πίσω όμως από τα παραμύθια της “τοξικότητας” και τα corporate σεμινάρια ευτυχίας, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η μελαγχολία, το πένθος, η αυτοκριτική έχουν εξοριστεί.
Η κουλτούρα της διαρκούς θετικότητας δεν απελευθερώνει∙ συμμορφώνει. Υπαγορεύει ότι όποιος λυγίζει, απλώς δεν “προσπάθησε αρκετά”. Έτσι, οι πληγές της κοινωνίας μεταμφιέζονται σε ατομικές αποτυχίες.
Η ψυχοθεραπεία είναι ταυτόχρονα αναγκαία και ύποπτη, προσωπική και πολιτική, εργαλείο φροντίδας αλλά και όχημα μιας κουλτούρας ατομισμού. Αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε, είναι η διάκριση ανάμεσα στην ειλικρινή αναζήτηση θεραπείας και στη βιομηχανία που στήθηκε γύρω της.
Αν κάτι χρειάζεται σήμερα δεν είναι περισσότερα “detox quotes”, αλλά η επιστροφή της συλλογικής διάστασης του πόνου: η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος ανήκει σε κοινότητες που στηρίζουν, πενθούν, μοιράζονται. Γιατί μόνο εκεί, στο κοινό έδαφος της απώλειας και της αλήθειας, μπορεί να βλαστήσει ξανά η ανθεκτικότητα.







