Σε αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία — που εμφανίστηκε το 1974 σαν νιόφερτη, στολισμένη με ψιμύθια νύφη, για να ανανεώσει το συνοικέσιο της Λαϊκής Δεξιάς με τον ελληνικό λαό, πάνω στη βάση ενός σκληρού πυρήνα συντηρητικών – παραδοσιακών και φιλελεύθερων «δεξιών» — το ΠΑΣΟΚ (ο Αντρέας, δηλαδή), εισέβαλε τον ίδιο καιρό στις καρδιές και στο νου του λαού σαν ένας γοητευτικά ξεδιάντροπος, αυθάδης, ορμητικός Ερωτικός χείμαρρος.
Και όπως ακριβώς συμβαίνει με τις σχέσεις από συνοικέσιο — που σπάνε δύσκολα, ακόμη κι όταν βαλτώνουν — έτσι και η Νέα Δημοκρατία έμεινε από τότε μια συμπαγής πολιτική οντότητα (αν συνυπολογίσεις μάλιστα και τους «φτωχούς συγγενείς», που αναζητούν και αυτοί να έχουν λόγο στην οικογένεια της νύφης…)
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ έδρασε σαν ο γητευτής-χαρισματικός εραστής που απελευθερώνει από ταμπού και προκαταλήψεις, ξεκλειδώνει ταξικούς φόβους, αναδιανέμει ρόλους και υποσχέσεις, απενοχοποιεί τη γυναικεία χειραφέτηση, και κυρίως: δημιουργεί εκείνη τη βαθιά, ηλεκτρική, αλησμόνητη σχέση με τον κόσμο. Μια σχέση «ολοκλήρωσης», με έντονες, ανατριχιαστικές δονήσεις Χαράς και Ευδαιμονίας, με θυελλώδεις τσακωμούς, με απατηλά όνειρα και όμορφα παραμύθια. — μια σχέση σαν αυτές «από κεραυνοβόλο έρωτα».
Έρωτα που πλημμυρίζει, συγκλονίζει, σκεπάζει, μαγεύει, ξυπνάει όνειρα και πάθη ανομολόγητα..
Έρωτα απ αυτούς που κάποτε τελειώνουν. Και, σχεδόν πάντα, τελειώνουν άδοξα, αν και οι περισσότεροι (όταν ξεθωριάσουν οι κακές στιγμές), αφήνουν πίσω τους τα σημάδια μιας διαχρονικής αγάπης.
Ας το δεχτούμε πως κάπως έτσι συνέβη και με το ΠΑΣΟΚ. Αλλά ας αναρωτηθούμε κιόλας: τι ακριβώς αγαπήσαμε από το ΠΑΣΟΚ;
Ποιες ήταν οι «μαγκανίες» που ύφαναν αυτόν τον πολιτικό έρωτα;
Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε μέσα σε ανεπανάληπτες ιστορικές συνθήκες:
μετά από μια Χούντα και με τον παγκόσμιο καπιταλισμό να περνά μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία του. Ενεργειακή – πετρελαϊκή κρίση, ταπεινωτική υποχώρηση από τον βρώμικο πόλεμο του Βιετνάμ, πραξικοπήματα σε σχεδόν όλο τον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», από – αποικιοποίηση, επαναστατικά κινήματα σε Λ. Αμερική και Αφρική, το Μπέρκλει να «πετάει» τον Νίξον από το Λευκό Οίκο και τη σοσιαλδημοκρατία να σαρώνει την Ευρώπη.
Το ΠΑΣΟΚ (ο Αντρέας, δηλαδή), έκοψε με μιας τη σχέση με την (αστική) Ένωση Κέντρου, προσέλκυσε διανοούμενους δημοκράτες και «αριστερών τάσεων» αγωνιστές, συγκέρασε απόψεις και συνθήματα χωρίς να διστάσει στη χρήση ακόμα και μιας (ακρο) αριστερής, κινηματικής, επαναστατικής φρασεολογίας και, στη συνέχεια, με έναν μαγικό τρόπο, έκαμε κατοχή στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων, χωρίς, ωστόσο (είτε επειδή όλα έγιναν τόσο γρήγορα είτε επειδή σε αυτό στόχευε, δηλαδή στη λαϊκή μαζικότητα) να δημιουργηθεί κάποιος ισχυρός, στέρεος, συνεκτικός ιδεολογικός ιστός σε όσους ανέστιους πολιτικά τον ακολούθησαν. Με δυο λόγια, ένας πραγματικός έρωτας, χωρίς καμία δομή και συμφωνητικά για νιτερέσα….
Και όπως όλοι οι έρωτες αυτού του τύπου:
άρχισε να ψυχορραγεί με τον Μένιο στο Ειδικό Δικαστήριο,
να μπαίνει στην εντατική μαζί με τον ιδρυτή του στο Χέρφιλντ,
να παίρνει το «φιλί ζωής» από τον Σαμαρά το ’93,
και να “πεθαίνει” οριστικά με το θάνατο του Αντρέα το ’96.
Έκτοτε, μουμιοποιήθηκε.
Έγινε brand name.
Έγινε σφραγίδα.
Έγινε σύμβολο για επιγόνους που επιζητούσαν νομιμοποίηση.
Έγινε, δυστυχώς, βιτρίνα ενός ιδιότυπου ελληνικού καπιταλισμού της επιταγής και της μικροδιαπλοκής, «της άκρης» και της κουτοπονηριάς, της φοροδιαφυγής και της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, ενώ πολλά στελέχη, μια χούφτα εργολάβοι, άλλοι δέκα τραπεζίτες και εκδότες και καμμιά εκατοσταριά χιλιάδες «επιτήδειοι» που πλασαρίστηκαν «στο τραπέζι», καταξέσκισαν το οικονομικό «οικοσύστημα» της χώρας, αρπάζοντας στον «αέρα» ακόμα και την οσμή του χρήματος που κυκλοφόρησε τα χρόνια της (ανοιχτής) Πίστωσης.
Ωστόσο, όσο και αν αυτά συνέβησαν με χορηγία της εταιρίας ΠΑΣΟΚ από το ΄97 και μετά, αυτό δεν ήταν …ΠΑΣΟΚ!
Δηλαδή το ΠΑΣΟΚ που αγαπήσαμε όλοι, λίγο πολύ – έστω και για μια στιγμούλα στην απεραντοσύνη του Χρόνου -αν είμαστε έντιμοι με τον εαυτό μας.
Αυτό που αγαπήσαμε ήταν άλλο πράγμα. Ήταν το πραγματικό ΠΑΣΟΚ — το ερωτικό, το γενναιόδωρο, το ξεδιάντροπο.
Ήταν τα χρόνια των κατσικόδρομων του ’70,
όταν τρέχαμε με τον πατέρα μου και τον μπάρμπα μου,
για να μεταδώσουμε «την ιδέα του σοσιαλισμού» στα χωριά. – όπου οι ¨δασκαλεμένοι¨ ντόπιοι ρωτούσαν αν ο Αντρέας θα τους πάρει τα σπίτια και τα χωράφια…
Κι ενώ μιλούσαν, κάτω από ξεχαρβαλωμένες λάμπες,
δύο τρία γερά παιδιά φυλούσαν τις άκρες του προαυλίου
μην εμφανιστεί κανένας χύτης-αγροφύλακας με δίκαννο και “μάτι κακό”.
Εκείνες οι διαδρομές — γεμάτες λάσπες, τριξίματα, φόβους και πείσμα —
ήταν το ΠΑΣΟΚ πριν το ΠΑΣΟΚ γίνει κράτος.
Ήταν η σπίθα που άναβε από στόμα σε στόμα.
Ήταν η πίστη, η ξεροκεφαλιά, η αφέλεια της εφηβείας,
η βουή της μηχανής μέσα στη νύχτα,
η ελπίδα πως ο κόσμος μπορεί να γίνει αλλιώς.
Ακόμα και όσοι δεν «παραμυθιάστηκαν», ακόμα και αν δεν το ψήφισαν, έστω για κάποιους συμβολισμούς (είτε στην πράξη είτε στο λόγο) η συντριπτική πλειοψηφία «γούσταρε Αντρέα και ΠΑΣΟΚ.»
Άλλος γιατί πράγματι ονειρεύτηκε ένα καλύτερο τόπο, άλλος γιατί παρέλαβε με συγκίνηση το τσίγκινο μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης, άλλος γιατί διόρισε όλο του το σόι χωρίς «πιστοποιητικά», άλλος γιατί μπούκωσε με τις επιδοτήσεις κ.ο.κ, όλοι, Κομμουνιστές, Τροτσκιστές, μαοϊκοί – λενινιστές, φασίστες, συντηρητικοί, έστω και «στις ιδιωτικές τους στιγμές», ήταν ΠΑΣΟΚ…
Γιατί ΠΑΣΟΚ ήταν η διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη, η Αγγέλα Κοκκόλα να την δακτυλογραφεί, τα μούσια, τα ζιβάγκο, οι καπνοί από τα τσιγάρα και τα τσιμπούκια, τα κονιάκ και τα ουίσκι.

.
ΠΑΣΟΚ ήταν οι καβγάδες του Αντρέα με το Σάκη τον Καράγιωργα, οι διαγραφές του ΄75, η παραλίγο διάλυση του κινήματος, το «Βυθίστε το ΧΟΡΑ», οι εκλογές του ΄77 με τα μεγάφωνα να ουρλιάζουν πως « θα τρελάνουμε τον Ήλιο» και η πιτσιρικαρία με τις γυναίκες να σταυρώνουν ψηφοδέλτια στα εκλογικά κέντρα και, τέλος, το ΄81, να έρχεται μέσα σε ένα ντελίριο αγνού ενθουσιασμού, εκστασιασμένη, η επελαύνουσα «Αλλαγή» και «ο Λαός στην εξουσία».
ΠΑΣΟΚ ήταν οι τίτλοι των εφημερίδων στις 19 του Οκτώβρη.
ΠΑΣΟΚ ήταν ο Γιάννης ο Αλευράς, ο Χαραλαμπόπουλος με τις μουστάκες, η Μελίνα, ο Βαγγέλας ο Γιαννόπουλος με τα «πολιτιστικά κέντρα» που πήγε να τα κλείσει με το ωράριο ο Παπαθεμελής, η Ρίτα Σακελαρίου, ο Γιώργης ο Κατσιφάρας, ο Κουλούρης με το αιλάινερ στη ΓΓΑ, ο Αρκουδέας, ο Τόμπρας, ο Κακαουνάκης, η ΑΥΡΙΑΝΗ, ο Χάρης Πασβαντίδης, ο Σαρτζετάκης με τη Φρόσω, ο Κίτσος ο Τεγόπουλος στο παλιό «17» του Φώτη του Κρικζώνη, οι τσαμπουκάδες Μητσοτάκη – Κουτσόγιωργα στη Βουλή, η θρυλική συνέντευξη του Αντρέα στο ΑBC, o Πόπωτας, ο Κοσκωτάς, ο Λούβαρης, τα πάμπερς, η Μιμή…
ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνη η καταραμένη δεκαετία του ΄80, όταν άρχισε να διαλύεται το «εμείς» και να σκεφτόμαστε μόνο το «εγώ». Όταν από τα βρώμικα μπαράκια της εφηβείας περάσαμε στη χλιδή της παραλιακής και του Ψυχικού.
ΠΑΣΟΚ ήταν το ΚΛΙΚ. Ο Δαιμόνιος Λαλιώτης, ο Μαρούδας, το «Τσοβόλα δώστα όλα!»
ΠΑΣΟΚ ήταν ο Καντάφι με τον Μιτεράν στην Ελούντα, ο Αραφάτ στην Αθήνα και η φωτογραφία του Ανδρέα με τον Γιαρουζέλσκι ενώ η παγκόσμια σκηνή κοιτούσε την Ελλάδα με απορία και θαυμασμό.

ΠΑΣΟΚ ήταν οι «παρλαπίπες» για κοινωνικό μετασχηματισμό, ο Μπιρσίμ, οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις με τη μικρή Αννούλα, το «mea culpa» για το Νταβός, τα ντολμαδάκια της Μαρίκας για να νοστιμίσει το «μέτωπο» εναντίον του Αντρέα.
Εκείνα τα θρυλικά χρόνια ήταν πράγματι ΠΑΣΟΚ… Το ΠΑΣΟΚ που αγαπήσαμε και μισήσαμε.
Ήταν, εντέλει, ένας Έρωτας: με ένταση, με αυθάδεια, με φως και βούρκο.
Ένας Έρωτας που σχολάει, όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες.
Αφήνοντας πίσω του τη γλυκόπικρη γεύση
του πάθους και της προδοσίας,
της ηδονής και της απώλειας,
της Αγάπης και του Μίσους.
Ίσως…να το αφήσουμε να ξεκουραστεί πια…
Λένε πως για να σχεδιάσεις το μέλλον πρέπει να γνωρίζεις το παρελθόν
και να βλέπεις καθαρά το παρόν.
Και, ίσως, αυτοί που σήμερα συνωστίζονται πάνω από τις «σφραγίδες» του ιστορικού κόμματος να πρέπει να το αφήσουν επιτέλους
στην ησυχία του.
Κι εμάς, με τα περίεργα, ανάμεικτα, αληθινά συναισθήματα και αναμνήσεις από έρωτες και πάθη
στα χρόνια της πολιτικής και βιολογικής ενηλικίωσής μας.
Editorial
* Το κείμενο γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 2013, στην περίοδο της συγκυβέρνησης Νέα Δημοκρατία – ΠΑΣΟΚ, όταν το πολιτικό σκηνικό της μνημονιακής Ελλάδας βρισκόταν σε έντονη ρευστότητα και οι παλιές παραταξιακές ταυτότητες αναδιαμορφώνονταν. Σήμερα, και ύστερα από αλλεπάλληλες “αφορμές”, πιθανόν για κάποιους να παραμένει επίκαιρο.







