Ένα περιστατικό με ανήλικο, που απασχόλησε τις τελευταίες ημέρες την επικαιρότητα λόγω της δημόσιας ιδιότητας του γονέα του, αναδείχθηκε γρήγορα σε πρώτο θέμα. Όχι τόσο για την ίδια την πράξη, όσο για το ποιος τη συνόδευε ονομαστικά. Φυσικά, πίσω από τους τίτλους και τα σχόλια βρίσκεται μια γνώριμη ιστορία, απ΄αυτές που συμβαίνουν ακόμα και «στις καλύτερες οικογένειες: έφηβοι που δοκιμάζουν όρια, αναμετριούνται με την αίσθηση του ρίσκου και επιχειρούν —συχνά άτσαλα— να αποσπαστούν από την εποπτεία των ενηλίκων.
Η εφηβεία δεν είναι μόνο ηλικία. Είναι στάδιο έντασης. Ανάγκης για αυτονομία. Αμφισβήτησης της αυθεντίας. Και, ενίοτε, επίδειξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παραβατική συμπεριφορά δεν εμφανίζεται πάντα ως συνειδητή πρόθεση παρανομίας. Συχνά λειτουργεί ως «δοκιμή ελευθερίας», ως πράξη που λέει «μπορώ μόνος μου», πριν ακόμη υπάρξει η ικανότητα να υποστηριχθεί αυτό το «μόνος».
Η δημόσια συζήτηση, ωστόσο, μετατοπίστηκε γρήγορα αλλού: στην ταυτότητα, στο επώνυμο, στην οικογένεια. Λιγότερο στην ηλικία. Λιγότερο στη φάση ζωής.
Λιγότερο στο *τι μας λέει αυτό για τους εφήβους σήμερα*.
Ίσως αξίζει να θυμηθούμε ότι οι έφηβοι δεν «αντιδρούν» (μόνο) για να προκαλέσουν. Αντιδρούν (και) για να μετρήσουν τον εαυτό τους απέναντι στον κόσμο.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι ποιος φταίει. Αλλά πώς στεκόμαστε πρώτα ως γονείς και ύστερα ως κοινωνία απέναντι σε αυτή τη φάση: με επιτήρηση, με πανικό ή με ψύχραιμη παρουσία?
Γιατί κάθε τέτοιο περιστατικό δεν είναι μόνο είδηση. Είναι υπενθύμιση ότι η μετάβαση στην ενηλικίωση παραμένει —και θα παραμένει— μια δύσκολη πτήση.
Και σωστά, η υπόθεση αυτή αφορά σε μεγάλο βαθμό ευθύνης το γονέα – αλλά όχι μόνο το γονέα… Η διάπλαση ενός έφηβου προς την ενηλικίωση έχει να κάνει και με πολλές άλλες παραμέτρους: Σχολείο-δάσκαλοι-ψυχαγωγία-προσλαμβάνουσες από τον κόσμο και τη Ζωή γύρω του… Αλλά, ας σταθούμε μόνο στους γονείς, σε αυτό το σημείωμα.
Υπάρχει μια φιγούρα που στέκεται πάντα λίγο πιο πίσω. Δεν μιλάει. Δεν παρεμβαίνει διαρκώς, δεν φωνάζει. Κάθεται στον καναπέ, στο τραπέζι, στο πίσω κάθισμα της ζωής του έφηβου. Και παρακολουθεί. Είναι ο «κακός γονιός»?
(Γιατί στη σύγχρονη γονεϊκότητα, η απόσταση έγινε ύποπτη. Η σιωπή παρεξηγήθηκε. Η αναμονή βαφτίστηκε αδιαφορία.)
Πάρα πέρα, λοιπόν, υπάρχει μια άλλη φιγούρα. Είναι ο γονιός που πετάει συνεχώς πάνω από το παιδί-έφηβο, έτοιμος να κατέβει σε κάθε πιθανό κίνδυνο, σε ένα στραβοπάτημα — ή σε κάθε πιθανό λάθος. Ο γονιός που είναι έτοιμος να αποτρέψει, να διορθώσει, να προλάβει. Μια στάση δηλαδή που γεννιέται από την αυξημένη αίσθηση φροντίδας, αλλά συχνά μεταφράζεται από τον έφηβο ως έλλειψη εμπιστοσύνης.
Κάπως έτσι γεννήθηκε ο όρος *helicopter parenting*: Είναι οι γονείς ένα «ελικόπτερο» διαρκούς επιτήρησης ή ένα ελικόπτερο υποστήριξης;
Ο γονιός προστατεύει ή υποκαθιστά; Γιατί άλλο πράγμα είναι να είσαι παρών
κι άλλο να είσαι πανταχού παρών…
Οι έρευνες λένε ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν υπό συνεχή επιτήρηση
μαθαίνουν νωρίς ένα πράγμα: ότι κάποιος άλλος θα λύσει το πρόβλημα πριν προλάβει να τους πονέσει. Αυτό ακούγεται καθησυχαστικό. Μέχρι τη στιγμή που δεν υπάρχει πια κάποιος άλλος. Κοντολογίς, η υπερ-επιτήρηση μπορεί να μειώνει βραχυπρόθεσμα τους κινδύνους, αλλά αυξάνει μακροπρόθεσμα το άγχος και τη δυσκολία λήψης αποφάσεων και την αναποφασιστικότητα. Τον φόβο του λάθους όχι επειδή το λάθος πονά, αλλά επειδή δεν υπάρχει κανείς να το «μαζέψει».
Η αυτονομία δεν χτίζεται με οδηγίες. Χτίζεται με μικρές, ελεγχόμενες (ή και μη) πτώσεις.
Στη μια πλευρά λοιπόν έχουμε τον γονιό που θέλει να ελέγχει τα πάντα στη ζωή του παιδιού -εφήβου και στην άλλη είναι ο γονιός που «αφήνει χώρο» χωρίς να εξαφανίζεται. Που δεν δίνει λύσεις, αλλά παραμένει διαθέσιμος.
Που δεν πετάει από πάνω, αλλά κρατά ανοιχτό το ελικοδρόμιο. Αυτός ο γονιός δεν είναι αδιάφορος. Ξέρει ότι το παιδί δεν χρειάζεται κάποιον να του δείχνει κάθε βήμα, αλλά κάποιον που θα είναι εκεί **αν σκοντάψει**.
Η εφηβική «αντίδραση» δεν είναι πάντα άρνηση κανόνων. Είναι συχνά αίτημα χώρου. Ένα βήμα έξω από το ελικοδρόμιο της οικογενειακής ασφάλειας, για να φανεί αν μπορεί κανείς να σταθεί μόνος του — έστω και με ρίσκο.
Ίσως, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι γονείς πρέπει να είναι παρόντες. Είναι πότε και πώς.
Όχι να πετούν αδιάκοπα από πάνω, αλλά να γνωρίζουν πότε να προσγειώνονται και πότε να αφήνουν το πεδίο ανοιχτό.
Γιατί η ενηλικίωση δεν χτίζεται στην απουσία, αλλά ούτε και στη διαρκή επιτήρηση. Χτίζεται στο ενδιάμεσο — εκεί όπου η παρουσία μετατρέπεται σε εμπιστοσύνη.
Ίσως, τελικά, το δίλημμα δεν είναι «έλεγχος ή ελευθερία». Ίσως είναι ζήτημα διαχείρισης χρόνου. Πότε παρεμβαίνεις. Πότε σωπαίνεις. Πότε σηκώνεσαι από τον καναπέ.
Γιατί το ελικόπτερο δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι να μη μαθαίνει ποτέ να προσγειώνεται.
The Noèma n&m







