Από τον Allende των Financial Times στον «θεσμικό ανταρτοπόλεμο» του Mamdani: όταν η ονομασία επιστρέφει ως πολιτικό ρίσκο
Όταν ένα opinion των Financial Times επιστρατεύει τον *Salvador Allende* για να μιλήσει για τον *Nicolás Maduro*, δεν πρόκειται για ρομαντική ιστοριογραφία. Δεν είναι νοσταλγία, ούτε ιδεολογικό φλερτ με το παρελθόν.
Είναι σήμανση κινδύνου.
Οι *Financial Times* δεν είναι εφημερίδα της αγανάκτησης. Είναι το χαρτί των αγορών, των ελίτ, της λεγόμενης «λογικής σταθερότητας». Αν αυτό το έντυπο ενεργοποιεί το *1973*, δεν το κάνει για να συγκινήσει· το κάνει επειδή το σύστημα αναγνωρίζει μοτίβα που δεν θέλει να επαναληφθούν, αλλά οφείλει να προετοιμαστεί για αυτά.
Όταν οι FT μιλούν με ιστορικά παραδείγματα, δεν φωνάζουν. «Ψιθυρίζουν εκεί που πρέπει.»

Ο Allende δεν ήταν απλώς «ένας αριστερός πρόεδρος». Είναι ακόμα «Το Τραύμα» της μεταπολεμικής φιλελεύθερης αφήγησης: δημοκρατικά εκλεγμένος, ανατραπείς με καταγεγραμμένη πολιτική, οικονομική και μυστική εμπλοκή των ΗΠΑ, με στρατηγικούς φυσικούς πόρους στο επίκεντρο — χαλκός τότε, πετρέλαιο τώρα.
Όταν το opinion των *Financial Times* υπογραμμίζει ότι *οι στρατηγικοί φυσικοί πόροι βρίσκονταν στον πυρήνα των αμερικανικών συμφερόντων*, απευθύνεται σε δύο ακροατήρια ταυτόχρονα:
* στους παλιούς, που κουβαλούν μνήμη, φόβο και déjà vu
* στους νεότερους, που αντιλαμβάνονται ότι η γεωπολιτική δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά σύγκρουση συμφερόντων με ύλη και κόστος
Αυτό αφυπνίζει. Και ναι, «ριγεί».
Γιατί κανονικοποιεί τη σύγκριση, παύει να τη θεωρεί «συνωμοσιολογία» και μεταφέρει το debate από το ηθικό στο δομικό: όχι «καλός ή κακός Maduro», αλλά πώς λειτουργεί η ισχύς όταν διακυβεύονται πόροι. Ταυτόχρονα, προετοιμάζει κοινό και ελίτ για σκληρότερες εξελίξεις.
Η πολιτική ως ασφαλές πεδίο
Στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη πολιτική υπάρχει μια σιωπηρή σύμβαση: να λες πολλά, χωρίς να κατονομάζεις κανέναν. Να μιλάς για «δομές», «σύστημα», «κλίμα». Ποτέ όμως για πρόσωπα. Έτσι η πολιτική γίνεται ασφαλής —και ακριβώς γι’ αυτό, ακίνδυνη. Η βία μεταφράζεται σε «υπέρβαση», η καταστολή σε «αναγκαίο μέτρο», η ανισότητα σε «δομική δυσλειτουργία». Όχι «αυτός έκανε», αλλά «το σύστημα απέτυχε». Μια γλώσσα που διατηρεί την ηθική ανησυχία, αφαιρώντας το πολιτικό κόστος. Η ονομασία, αντίθετα, είναι πάντα επικίνδυνη πράξη. Δεν αφορά μόνο το «τι» λες, αλλά το «πού» τοποθετείς τη σύγκρουση.
Η ρήξη του Mamdani
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Zohran Mamdani* σπάει τη σύμβαση.

Σε πρώτο χρόνο, αμέσως μετα τη δολοφονία της Ρενε Γκούντ στη Μινεσότα, δημοσιεύτηκε στην επαληθευμένη επίσημη σελίδα του ένα post που χαρακτηρίζει συγκεκριμένα πρόσωπα (τον Trub και στενούς του αξιοματούχους) ως *faces of domestic terrorism*. Ενώ στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, εμφανίστηκε μια δημοσίευση με τον Che και λεζάντα: οι ΗΠΑ δεν είναι ο Παράδεισος της Ελευθερίας. Φυσικά οι αναρτήσεις δεν έγιναν προσωπικά από τον ίδιο, αλλά από μέλος της ομάδας διαχείρισης της επίσημης σελίδας του. Ωστόσο, στις verified πολιτικές σελίδες καμία ανάρτηση δεν εμφανίζεται ούτε παραμένει στο δημόσιο timeline χωρίς διαχειριστικό έλεγχο. Η μη διαγραφή της δεν συνιστά ουδέτερη φιλοξενία απόψεων τρίτων, αλλά ενεργή αποδοχή παρουσίας στο πολιτικό περιβάλλον της σελίδας. Στη γλώσσα των media αυτό ονομάζεται *Strategic tolerance: όχι προσωπική ταύτιση θέσεων, αλλά συνειδητή επιλογή πλαισίου και ορίων λόγου.
Με αυτή την αποδοχή πλαισίου, ο Mamdani δεν κάνει απλώς επικοινωνιακή πρόκληση. Επιχειρεί αντιστροφή αφήγησης. Παίρνει έναν όρο που επί δεκαετίες χρησιμοποιείται από την εξουσία προς τα κάτω — ως εργαλείο πειθάρχησης κοινωνικών κινημάτων και μειονοτήτων — και τον επιστρέφει προς τα πάνω, προς πρόσωπα εξουσίας και μηχανισμούς που νομιμοποιούν τον φόβο. Εδώ ο όρος λειτουργεί ρητορικά, όχι ως νομική κατηγορία, αλλά ως πολιτική ονομασία.
Η ενόχληση που προκαλείται δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο. Αφορά την παραβίαση της ιεραρχίας του λόγου: ποιος έχει δικαίωμα να ορίζει τι είναι «τρομοκρατία» και ποιος όχι. Μιλώντας για πρόσωπα, η πολιτική γλώσσα μετακινείται από το ασφαλές commentary στη μετωπική σύγκρουση. Το ερώτημα παύει να είναι «υπάρχει πρόβλημα;» και γίνεται «ποιος το παράγει;».
Ονομασία, ευθύνη, ρίσκο
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αυτοπαρουσιάζεται ως σύστημα ελέγχων και ισορροπιών. Θεσμικά, συχνά λειτουργεί. Πολιτικά και κοινωνικά, όμως, η ευθύνη διαχέεται. Η δημόσια συζήτηση γίνεται τελετουργική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ονομασία λειτουργεί ως «ηθική διακοπή»: σταματά τη ροή της κανονικότητας και αναγκάζει τη συζήτηση να πάρει θέση. Βεβαίως, εγκυμονεί κινδύνους — απλοποίηση, λαϊκισμό, δαιμονοποίηση. Αλλά η εναλλακτική, η μόνιμη αποφυγή, οδηγεί σε μια δημοκρατία που δεν αντέχει να ακούσει τα ίδια της τα ρήγματα.
Η πολιτική που δεν ρισκάρει να κατονομάσει, τελικά απλώς διαχειρίζεται.

Θεσμικός ανταρτοπόλεμος
Ο Mamdani δεν κάνει απλώς «αριστερό θόρυβο». Παίζει ολόκληρο παιχνίδι στρατηγικής:
1. Είναι εκλεγμένος μέσα στο σύστημα
2. Μιλά αντι-συστημικά χωρίς να περνά το νομικό όριο
3. Χρησιμοποιεί σύμβολα — ICE ως εσωτερικό εχθρό, *Che Guevara* ως εικόνα ρήξης
4. Επιλέγει τα social ως πρωτεύον πεδίο μάχης, όχι τα παραδοσιακά ΜΜΕ
Αυτό δεν είναι ακτιβισμός. Είναι «θεσμικός ανταρτοπόλεμος».
Ο Che, αποστειρωμένος ως εικόνα και επανατοποθετημένος από έναν εκλεγμένο θεσμικό παράγοντα, δεν λειτουργεί εδώ ως κάλεσμα ένοπλης ρήξης, αλλά ως ειρωνικός δείκτης: η ρήξη δεν έρχεται απ’ έξω· έρχεται «εκ των έσω».
.
Ο Mamdani δεν επιδιώκει πια πλατιά κοινωνική αποδοχή. Δεν είναι ο Martin Luther King Jr., το ασφαλές σύμβολο μη βίαιης συναίνεσης. Χτίζει πυρήνα, όχι πλειοψηφία. Παίζει πολιτική πρώτης γραμμής, γνωρίζοντας ότι θα στοχοποιηθεί, ότι θα κατηγορηθεί για υπερβολή, ότι το κόστος είναι πραγματικό. Ποντάρει, όμως, πως *η συζήτηση αξίζει το κόστος*. Είτε θα τον ανεβάσει ψηλά είτε θα «τον τελειώσουν άγρια…» Κλείνοντας, αν οι *Financial Times* επαναφέρουν τον Allende ως προειδοποίηση προς τις ελίτ, ο Mamdani επαναφέρει τον Che ως πρόκληση προς το εσωτερικό της πολιτικής γλώσσας. Όχι απαραίτητα για να υμνήσει τη ρήξη, αλλά για να την κάνει ξανά νοητή.
Η ιστορία δείχνει ότι η πολιτική δεν εξελίσσεται όταν όλοι μιλούν προσεκτικά, αλλά όταν κάποιοι μιλούν επικίνδυνα — όχι γιατί τους πνίγει το δίκιο, αλλά για να αναγκάσουν την κοινωνία να κοιτάξει εκεί που αποφεύγει.
Ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός φόβος πίσω από τέτοιες παρεμβάσεις.
Όχι ότι υπερβάλλουν.
Αλλά ότι σπάνε τη σιωπηρή συμφωνία της αβλαβούς πολιτικής.







