gif pano pano

Οι φτερούγες της «απόδρασης»

18/12/2025
ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ   Όταν πήγε η ετοιμόγεννη στην κλινική, ούτε που φανταζότανε την εξέλιξη και τη συφορά που την περίμενε. Πήγε πασίχαρη, με τα ρουχαλάκια
arthro
BANNER MOTIVO MPLE 970 250

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

  Όταν πήγε η ετοιμόγεννη στην κλινική, ούτε που φανταζότανε την εξέλιξη και τη συφορά που την περίμενε. Πήγε πασίχαρη, με τα ρουχαλάκια του μωρού στη βαλίτσα και την προσδοκία να το πάρει αγκαλιά απλωμένη σ’ όλο της το είναι!

  Πατέρας δεν υπήρχε…Δηλαδή θα υπήρχε αλλά πολλές μνήμες από κείνη τη βραδιά δεν είχε η γυναίκα. Ήτανε μεγαλούτσικη, σχεδόν κοντά στην κλιμακτήριο, με καριέρα ζηλευτή στη ναυτιλιακή του μπάρμπα της αλλά ούτε παντρεύτηκε ποτέ ούτε είχε σύντροφο τα τελευταία χρόνια.

  Κι εκείνο το βράδυ που πήγε στο μπαρ, δεν κώλωνε να ομολογήσει στον εαυτό της πως πέρα απ’ το πιόμα, πήγε μπας και γνωρίσει κάναν άνθρωπο, γιατ’ η αναθεματισμένη μοναξιά, της είχε μασήσει τη ψυχή! 

  Ντύθηκε, στολίστηκε, έκανε γκραν εμφάνιση στο μαγαζί κι αφού μοίρασε μερικές καλησπέρες, σκαρφάλωσε στο σκαμπό και παράγγειλε. Είχε ήδη αρχίσει να βλέπει τον μπάρμαν διπλό, όταν έκατσε δίπλα της ένας άντρας – περισσότερο σαν φιγούρα τον θυμότανε- με πολύ μεγάλα γαλάζια μάτια.

  Της είχε κάνει εντύπωση αυτό του το χαρακτηριστικό! Είπανε δυο τρεις κουβέντες ίσα να γίνει το κονέ…μετά την έπιασε απ’ τους ώμους…κι ύστερα…κι ύστερα δε θυμότανε Χριστό… το απόλυτο τίποτα. Είχε ξυπνήσει σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μοναχή της…Σ’ ένα μήνα και κάτι, κατάλαβε πως είχε μείνει έγκυος κι είχε σαλτάρει απ’ τη χαρά της!

   Ο γιατρός, στις αρχές του ένατου μήνα της είχε πει…”θα γεννήσεις κανονικά…Το παιδί έχει πάρει θέση και δε θα δυσκολευτούμε” αλλά δεν της ομολόγησε, πως κάθε φορά που της έκανε υπέρηχο τον τελευταίο καιρό, στο μέρος της ράχης του  μωρού, το μηχάνημα, του ‘βγαζε μια περίεργη θολούρα που σ’ άλλες γκαστρωμένες δεν εμφανιζότανε. Να την ανησυχήσει δεν ήθελε – δεν είχε δει και κανένανε να την συνοδεύει στις επισκέψεις- κι ούτε μπόραγε πια να της συστήσει έκτρωση μιας και η εγκυμοσύνη ήτανε προχωρημένη…

  Το παιδί γεννήθηκε κάπου τέσσερα κιλά και μόλις το πήρε στα χέρια της και το’ βαλε στο βυζί, γελάσανε και τα μουστάκια της!! Ητανε ένα μωρό με πρόσωπο μπουμπούκι και με πελώρια γαλάζια μάτια πολύ εκφραστικά!! Ένα μωρό…ποίημα!!    Αλλά…ρε γαμώτο…ήτανε η ιδέα της ή η νοσοκόμα που της το ‘φερε ήτανε κάπως…σα φοβισμένη…σα μαγκωμένη … πάντως άνετη δεν ήτανε…Τη ζώσανε τα φίδια…

   Εκεί προς το απόγιομα, ήρθε κι ο γιατρός να τη δει με ύφος συννεφιασμένο. Πήρε καρέκλα κι έκατσε δίπλα της. “Πρέπει να μιλήσουμε”…της είπε. Η γυναίκα έχασε το χρώμα της.

-“Τι είναι γιατρέ;; τι συμβαίνει; “ρώτησε ξεψυχισμένα.

-“Το παιδί… εεε…. γκουχου, γκούχου…” ξερόβηξε ο γιατρός, έτσι πιο πολύ για να βρει τα κατάλληλα λόγια, “το παιδί σου γεννήθηκε μ’ ένα περίεργο σύνδρομο…τι να σου πω…είμαι γιατρός κάπου τριάντα χρόνια… δεν το’χω ξαναδεί αυτό το πράγμα. Το’ψαξα και στη διεθνή βιβλιογραφία, επικοινώνησα και μ’ άλλους συναδέλφους…άκρη δεν βρήκα…”

-“Γιατρέ τι σύνδρομο;;; θα μου πεθάνει το παιδί γιατρέ;;; αυτό μου λες;” τσίτωσε απ’ την αγωνία η έρμη.

-” Όχι καλή μου, όχι…του κάναμε κιόλας όλες τις εξετάσεις και βγήκανε πεντακάθαρες! Στην πλάτη όμως το δέρμα του έχει μια ανάγλυφη όψη και…και…στο ύψος της ωμοπλάτης έχει δυο…θα τα έλεγα εξογκώματα  σε μέγεθος μερικών εκατοστών. Θα τα δεις και μόνη σου, όταν του αφαιρέσεις τα ρούχα”.

Φώναξε την νοσοκόμα και της ζήτησε να φέρει το μωρό να το δει η μητέρα του. Ύστερα έγδυσε το μωρό μπροστά της- εκείνο δεν έκλαψε καθόλου- και την άφησε να δει το “σύνδρομο”.

Ήτανε όπως της το’πε…το δέρμα της ράχης του άγριο κι δυο μαυριδερά εξογκώματα από ένα σε κάθε ωμοπλάτη. Τα άγγιξε φοβισμένη με χέρια που τρέμανε και μετά ξέσπασε σε γοερά κλάματα….

   Το κλάμα ετούτο, το δικό της κλάμα -γιατί το μωρό έκλαιγε σπάνια- συνεχίστηκε για πολύ καιρό, άλλοτε με δάκρυα άλλοτε χωρίς… Ο γιατρός, οι γιατροί να πούμε καλύτερα, γιατί πήρε γνώμες από κάμποσους ,ήτανε πάντοτε πολύ υποστηρικτικοί...της συστήσανε μέχρι και ψυχολόγο…κι ορισμένοι μάλιστα της ζητήσανε να τους δώσει την άδεια να παρουσιάσουνε το “σύνδρομο” σε ιατρικό συνέδριο. Τους άφησε, όχι γα τίποτ’ άλλο αλλά γιατ’ είχε την ελπίδα μήπως βρούνε κάποια άκρη. Άκρη όμως δεν βρέθηκε…

Για εγχείρηση ούτε λόγος, αφού μόλις το πηγαίνανε το μωρό για αχτίνες και τέτοια, οι πλάκες τους βγαίνανε θολές. Στο τέλος αποφάσισε πως δεν είχε νόημα να το ταλαιπωρεί άλλο από ιατρείο σε ιατρείο κι είπε να μαζέψει τα κομμάτια της και να δει πώς θ’ανέβουνε το γολγοθά τους εκείνη και το παιδί.

  Ευτυχώς λεφτά υπήρχανε! Ο θείος της που’ χε και το εφοπλιστικό γραφείο, γεροντοπαλίκαρο εκ πεποιθήσεως, μόλις έμαθε τα σχετικά…”μη ξανάρθεις της είπε στη δουλειά κι ό,τι χρειαστείς εγώ…” Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος!

  Πήρε το παιδί κι έφυγε, να ‘ναι μακριά από γνωστούς κι ερωτήσεις…Διάλεξε ένα νησί να’χει κι ιατρείο ,να ‘χει και σχολείο. Δεν έμεινε στη Χώρα. Αγόρασε ένα σπίτι στο πουθενά, δίπλα σε κάτι γκρεμνά με θέα στο πέλαγος και τα υπόλοιπα Κυκλαδονήσια κι είχε το αυτοκίνητο για να πηγαινόρχεται…Δεν είχε σκοπό να το κρατήσει το παιδί στην απομόνωση. Έτρεμε όμως την ώρα που κάποιος θα αποκάλυπτε το πρόβλημα και θα το πρόγκαγε…

  Σε τακτά διαστήματα παίρνανε το πλοίο και επιστρέφανε Αθήνα. Η επίσκεψη στον ψυχολόγο ήταν αδιαπραγμάτευτη. Έπρεπε να την θωρακίσει κάπως την ψυχή του για τα κακόβουλα συναπαντήματα!

  Το παιδί μεγάλωνε γρήγορα, χρόνο με τον χρόνο, όπως μεγαλώνουνε όλα…Ψήλωνε…και το κορμάκι του που ήτανε ραδινό είχε μια χάρη μοναδική. Εκείνο όμως που σε συνάρπαζε, όταν το πρωταντίκριζες, ήτανε τα τεράστια μάτια του που μοιάζανε με ορεινές λίμνες. Εξαίσια μάτια…σχεδόν υπνωτιστικά!

  Γυμνό δεν το είχε δει κανείς. Μόνο οι γιατροί – ο γιατρός του νησιού, ένας καλότατος άνθρωπος που ήξερε και το πρόβλημα- κι η μάνα του.Του φορούσε πάντα φαρδιά ρούχα για να μην διαγράφονται τα εξογκώματα, τα οποία μεγαλώνανε ιδιαίτερα συμμετρικά και γίνονταν και πιο καμπυλωτά!  

  Όταν το κατέβαζε για μπάνιο, στην παραλία που απλωνότανε στα ριζά του βράχου τους, πρόσεχε να μην υπάρχει ψυχή ζώσα…Και το ίδιο το παιδί όμως, που είχε πια συνειδητοποιήσει την ιδιαιτερότητά του, δεν πολυζήταγε την επαφή με κόσμο και πλατσούριζε άκεφα μονάχο του!

  Όταν έφτασ’ η ώρα να το πάει στο σχολείο – πολύ δύσκολα την πήρε την απόφαση- στην δασκάλα είπε πως το φούσκωμα στην πλάτη του ήτανε καμπούριασμα “και σας παρακαλώ κυρία Μαργαρίτα, επειδή τα παιδιά μερικές φορές είναι σκληρά, να τον έχετε το νου σας…”

  Παραδόξως…θες έπαιξε ρόλο η δασκάλα…θες τα άλλα παιδάκια τον λυπόντουσαν, δεν παρουσιαστήκανε προβλήματα. Βλέμματα οίκτου και περιέργειας μπόλικα αλλά…ίσαμ’ εκεί.

  Ήτανε κι ένα πλάσμα γλυκύτατο ,που δεν δημιουργούσε κόντρες αλλά ιδιαίτερα κλειστό και θλιμμένο. Πολύ γρήγορα καταλάβανε όλοι, πως είχε μυαλό ξυράφι κι η μνήμη του ήτανε εκπληκτική! Κρατούσε όμως χαμηλούς τόνους και ποτέ μα ποτέ δεν διεκδικούσε την προσοχή κι ούτε πρόβαλε τις γνώσεις του.

  Η μητέρα του είχε κάπως ηρεμήσει -όχι πως δεν ήτανε ανοιχτή η πληγή μέσα της- αλλά να…είχε πάει  και στο σχολείο το καμάρι της, είχε έρθει σε επαφή και με άλλα παιδιά και το κυριότερο δεν του είχανε κάνει τη ζωή κόλαση… Μεγάλη ανακούφιση ήτανε αυτό το πράμα!

  Όμως η μοναχικότητά του έβγαζε μάτι. Έπαιρνε σβάρνα τα μονοπάτια του νησιού και περπατούσε ατελείωτες ώρες φτάνοντας σε δυσκολοδιάβατες τοποθεσίες. Άλλες φορές πάλι, που το παρατηρούσε χωρίς να την παίρνει χαμπάρι, το ‘βλεπε να πηγαίνει άκρη – άκρη στον γκρεμό και να κοιτάει πότε το βάθος που έχασκε από κάτω και πότε τον ορίζοντα μπροστά του. Αυτό το χούι το ‘χε καιρό αλλά τελευταία το ‘κανε συχνά και την ζώσανε τα φίδια… Άμα τον έβλεπε να κάνει ετούτο το αγνάντεμα, παρίστανε πως έσκαβε το μποστάνι που ‘χε φτιάξει δίπλα στο σπίτι, για να τον έχει το νου της.

  Τέλος πάντων…πέρασε λίγος καιρός και κόντευε να τελειώσει το δημοτικό .Είχε ψηλώσει πολύ και τα εξογκώματα πίσω είχανε γίνει τεράστια σκεπάζοντας με το φούσκωμά τους την περισσότερη πλάτη του. Όμως κατά τ’ άλλα ζούσανε με σχετική ηρεμία.  Κι έπειτα ξαφνικά και στα καλά του καθουμένου, αρχές καλοκαιριού, έγινε μια φάση που τους έφερε τα πάνω κάτω.

  Λίγο πιο πέρ’ απ’ το σπίτι τους ήρθανε να μείνουνε δυο οικογένειες. Στήσανε από ένα λυόμενο στα χωράφια που βλέπανε στην ακτή και μετακομίσανε κει πέρα συν γυναιξί και τέκνοις. Το “τέκνοις” αφορούσε πέντε παιδιά στο σύνολο, τα πιο πολλά αγόρια κι ένα μοναδικό κορίτσι. Ετούτα τα παιδιά -παρατήρησε η μητέρα του αγχωμένη- φαίνονταν όλα λίγο μεγαλύτερα απ’ τον δικό της γιο κι αυτό από μόνο του της έσφιγγε το στομάχι. Καταλάβαινε πως ερχότανε φουρτούνα. Δεν είχε άδικο…

  Μπάνιο ο μικρός σταμάτησε να κάνει…δεν το ‘θελε κι ο ίδιος δηλαδή. Όταν κίναγε για τους μοναχικούς του περιπάτους, πρόσεχε μην τον ακολουθήσει κανείς. Στο σχολείο τονε πήγαινε η μητέρα του και τις υπόλοιπες ώρες καθότανε άπραγος είτε στην άκρη του γκρεμού είτε κρυμμένος πίσω απ’ τα σχίνα και τις αλιφασκιές για να μην δίνει στόχο.

  Το κορίτσι ένα σούρουπο τονε πλησίασε πρώτο. Του’πιασε κουβέντα…τι κουβέντα δηλαδή…τα γνωστά…πώς με λένε..πώς σε λένε…πόσο είσαι…τι τάξη πας…τι έχεις στη πλάτη σου…τέτοια… Εκείνο της απαντούσε με τον τρόπο του τον μετρημένο και με μισοσκυμμένο κεφάλι. Τα μάτια του τηνε θαμπώσανε. Μία χάζευε τα μάτια του, μία την “καμπούρα” του.  Το άλλο σούρουπο ξανάρθε… και το παράλλο…και λέγανε διάφορα…κουβέντες παιδιάστικες και πολύ σοβαρές.

 Το τέταρτο σούρουπο μετά τον ερχομό της μικρής πλακώσανε και τα υπόλοιπα αγόρια. Η μάνα του παρακολουθούσε κάνοντας πως κορφολογάει τις ντοματιές στο μποστάνι…Δεν πολυάκουγε τι λέγανε, που και που έπιανε μερικές κουβέντες, αλλά το στιλάκι τους -φως φανάρι- δεν ήτανε φιλικό.

  Τονε ξεψάχνισε το βράδυ. Με το ζόρι της απάνταγε…Και καλά…πως παραξηγηθήκανε που μίλαγε με το κορίτσι.  Τονε συμβούλεψε να προσέχει και να μην τους δώσει λαβές. Εν ανάγκη να την διώξει άμα ξανάρθει.”Μα εκείνη με πλησίασε…” διαμαρτυρήθηκε πικραμένος ο μικρός κι έσκυψε το κεφάλι.

  Τρεις μέρες μετά η πιτσιρίκα ξαναγύρισε. Δεν του πήγε η καρδιά να την ξαποστείλει. Πιάσανε την κουβέντα από κει που την είχανε αφήσει .Μυρίζανε πιο δυνατά απόψε οι φασκομηλιές ή του φάνηκε;;  Ωραία τα περάσανε…και ξέχασε για λίγο το φορτίο που κουβάλαγε στη ράχη και στη καρδιά του.

  Το επόμενο απόγιομα πήρε το μονοπάτι για το κορφοβούνι. Αλλού περπατάγανε τα πόδια του κι αλλού το μυαλό του. Ούτε που σκέφτηκε να κοιτάξει αν τον πήρε κανείς στο κατόπι. Κατά τις εφτά…κει που είχε ξαπλώσει ο ήλιος στον ορίζοντα κι η μάνα του σε μια ξεχειλωμένη πολυθρόνα στην αυλή, ακούστηκε η κραυγή του.

“Μαμαααά… βοήθειαααα….μαμααααααααά….”

   Πετάχτηκε τρελαμένη  η γυναίκα κι άρχισε να τρέχει προς τη μεριά του χωματένιου δρόμου. Τον είδε από μακριά που ερχότανε κουτρουβαλώντας προς το σπίτι, με το πουκάμισό του ν’ανεμίζει…και πίσω του τα τέσσερα αγόρια με ξύλα στα χέρια να τον κυνηγάνε λυσσασμένα.

  Το μεγαλύτερο αγόρι προσπάθησε να του αποκόψει την πορεία προς τη μάνα του και το παιδί από ένστικτο κατευθύνθηκε προς τα γκρεμνά πετώντας το πουκάμισό του πάνω στις πέτρες. Ουρλιάζοντας εκείνη ρίχτηκε ξοπίσω τους μα ένιωθε πως δεν θα τους προλάβαινε…αχ…δεν τους προλάβαινε..

  Άξαφνα τ’αγόρια σταματήσανε λαχανιασμένα και καρφώσανε το βλέμμα τους στη φουσκωμένη πλάτη του παιδιού που συνέχιζε να τρέχει απελπισμένο. Μπροστά στα μάτια τους εκτυλισσότανε κάτι απροσδόκητο…Τα εξογκώματα, σαν δυο μεγάλα  μπουμπούκια ξεσφραγίσανε τα χείλη τους κι ανοίγοντας, αφήσανε να ξεδιπλωθούν δυο τεράστια γκρίζα φτερά  που χτυπήσανε με δύναμη τον αέρα…  Τα αγόρια είχανε σαστίσει κι η μάνα του σωριάστηκε στο χώμα αποσβολωμένη…

  Φτάνοντας στην άκρη του βράχου, το παιδί πήδησε στο κενό χωρίς κανέναν δισταγμό κι ύστερα αφού μετεωρήθηκε, έστρεψε το βλέμμα προς τη γυναίκα, σήκωσε το χέρι του σε χαιρετισμό και χάθηκε απ’ τα μάτια τους, φτεροκοπώντας στο λυκόφως του ορίζοντα…

Πρόσφατα στην ίδια κατηγορία

Της Ρόζας Τσαγκαρουσιάνου Ιστορικός Αρχαιολόγοςς 2

ad3 final

TOPOS 970 250

ad3 final

Events Ι Feb 2026(2200 x 2600 px)

Events ΙΙ Feb 2026(2200 x 2600 px)

Events Feb ΙΙΙ 2026(2200 x 2600 px)