Υπάρχει πάντα ένα σημείο όπου το κοινό νιώθει προδομένο από τον καλλιτέχνη. Είναι εκείνη η στιγμή που ο μύθος παύει να είναι άφθαρτος και η σάρκα εμφανίζεται με τις ρυτίδες της, τις αντιφάσεις της, τη φτώχεια της ψυχής.
Η φωτογραφία του QuentinTarantino σε στρατιωτική βάση του Ισραήλ, λίγες ημέρες μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, στάθηκε ακριβώς εκεί: στη διασταύρωση του μύθου με το πραγματικό, της τέχνης με τη βρόμικη πολιτική, της λάμψης της δημιουργίας & των σκοταδιών της ψυχής.

Οι αμέσως επόμενες ημέρες της 7ης Οκτώβρη του 2023 – τότε που τραβήχτηκε η φωτογραφία & πολύ πριν εκδηλωθεί η γενοκτονική μανία του Νετανάχιου – ήταν πολύ δύσκολες μέρες για το λαό του Ισραήλ,ένα πραγματικό σόκ για όλο τον κόσμο, διότι ή ένταση του φονικού και η δραματοποίηση της Ιστορίας με το σκηνικό εκατοντάδων νεανικών πτωμάτων, αποτύπωνε τη φρίκη του θανάτου στη διπλανή πόρτα, ανεξάρτητα από αίτια και αιτιατά που μοχλεύουν τη ροή των γεγονότων. Η «εικόνα της στιγμής» λειτούργησε ενστικτωδώς – και φυσιολογικά – σε μια πρώτη εκδήλωση συμπάθειας και συμπόνιας προς την ισραηλινή κοινωνία.Η απαθανάτιση τηςίδιας στιγμής (της φωτογράφισης του Ταραντίνο με ισραηλινούς στρατιώτες ως μια έκφραση συμπαράστασης και συμπάθειας) λίγες μέρες μετά (13 Οκτώβρη 2023)μετέτρεψε ( έστω και κάπως αργοπορημένα) την εικόνα σε προφητεία…
Ο σκηνοθέτης που έμαθε στο κοινό να γελάει με το αίμα, να αγαπάει τους φονιάδες του κινηματογράφου, να χειροκροτεί την εκδίκηση ως μορφή αισθητικής, φωτογραφιζόταν χαμογελαστός ανάμεσα σε ένστολους στρατιώτες.
Κι όμως, δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που ξέρει να κάνει πάντα: «να σκηνοθετεί την πραγματικότητα.»
Το κοινό, όμως, δεν συγχωρεί τέτοιες αντιφάσεις. Η εικόνα, κοφτερή σαν frame από τα έργα του, έγινε ξαφνικά κατηγορητήριο.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα:μπορεί η τέχνη να σωθεί αν ο δημιουργός της είναι “χαλασμένος”;
Από την ποίηση ως τη μουσική, από τη ζωγραφική ως τον κινηματογράφο, η ιστορία βρίθει από « τέρατα με θαύματα.»
Ο Καραβάτζιο δολοφόνησε, ο Ρεμπώ εγκατέλειψε, ο Βάγκνερ έγραψε μανιφέστα μίσους και ρατσισμού, ο Μάιλς Ντέιβις κακοποιούσε γυναίκες και, αυτά είναι μια μικρή αναφορά από μια μακριά λίστα που ¨εκθέτει¨χαρακτήρες στους οποίους οι θαυμαστές τους δεν θα άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού τους ούτε για να πιουν ένα καφέ μαζί τους….
Κι όμως, οι πίνακες, τα ποιήματα, τα κονσέρτα και τα σόλο τους συνεχίζουν να μας καθορίζουν. Διότι η τέχνη τους έμεινε καθαρή — όχι επειδή εκείνοι ήταν καθαροί, αλλά γιατί η τέχνη – η πραγματική τέχνη – είναι ακριβώς το αντίθετο της καθαρότητας.
Η δημιουργία δεν είναι πράξη ηθικής· είναι πράξη σωτηρίας.Ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί επειδή είναι «καλό παιδί» — δημιουργεί επειδή δεν αντέχει τον εαυτό του.
Αν ο κόσμος ήξερε πόση μιζέρια, εγωπάθεια, διαταραχές και μικρότητα κρύβεται πίσω από τις μεγάλες στιγμές του πολιτισμού, ίσως να μην τις θαύμαζε ποτέ.
Αλλά η τέχνη δεν είναι εξομολόγηση. Είναι *απόσταγμα* — όπως το eau-de-vie που βγαίνει από τη φωτιά του φρούτου· ό,τι καίγεται, ό,τι σαπίζει, ό,τι βράζει, μετατρέπεται σε καθαρό αλκοόλ…
Ζούμε σε μια εποχή μοντέρνου φαρισαϊσμού και «ηθικής υστερίας».Η κοινωνία δεν ζητά πια αριστουργήματα — ζητά «ενάρετους καλλιτέχνες».Ζητά συγγνώμες, tweets, εξηγήσεις. Ζητά ταπεινότητα και μετάνοια πριν την πρεμιέρα.Η “cancel/respectculture” αντικατέστησε τον κριτικό λόγο με τη δημόσια αυτοπυρά.
(Με αφορμή μια φωτογραφία του QuentinTarantino με Ισραηλινούς στρατιώτες που κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες και…λίγο από τα του «Νιόνιου της νιότης μας»)
Η Τέχνη, αντί να είναι χώρος ελευθερίας, γίνεται πεδίο εξαγνισμού.
Η ειρωνεία;Ο ίδιος ο Tarantinoέχτισε καριέρα πάνω στη διαστροφή του θεατή.Έμαθε το κοινό να βλέπει το αίμα ως σκηνοθετημένο ποίημα, την εκδίκηση ως κάθαρση.
Και τώρα, ο ίδιος γίνεται θύμα μιας άλλης εκδίκησης — αυτής της κοινωνικής ηθικής που απαιτεί από τον δημιουργό να είναι αγγελικά πλασμένος.
Αυτή η «ηθική» δεν αντέχει το ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι άθλιος· το έργο του, όμως, μπορεί να είναι θαύμα.Η τέχνη δεν κληρονομεί τα πάθη του δημιουργού της — τα μετατρέπει.
Το ποίημα δεν είναι ο ποιητής, όπως το παιδί δεν είναι ο πατέρας του.
Η γραφή, η μουσική, η ζωγραφική είναι τρόποι να «απαλλαγείς από την ενοχή της ύπαρξης».Αν δεν υπήρχαν οι πληγές, δεν θα υπήρχε ούτε το χρώμα, ούτε ο ρυθμός, ούτε η κάμερα.
Το κοινό όμως συνεχίζει να μπερδεύει τον δημιουργό με το δημιούργημα.Θέλει οι ζωγράφοι να είναι ευγενείς, οι σκηνοθέτες ανθρωπιστές, οι μουσικοί νηφάλιοι.
Αν ήξεραν πόσο βαθιά ενοχή, μένος, φόβο και μίσος κρύβουν μέσα τους όσοι φτιάχνουν μεγάλα έργα, ίσως να τους έπαιρναν πιο σοβαρά.
Η φωτογραφία του Tarantino(με τις στρατιωτίνες) είναι τόσο δυνατή, γιατί δείχνει αυτό ακριβώς: την ανεπάρκεια του ανθρώπου απέναντι στο μέγεθος του έργου του.
Ο σκηνοθέτης που έστησε τα πιο βίαια, μα και τα πιο “θεολογικά” πλάνα της ποπ κουλτούρας, στέκεται τώρα σε ένα τοπίο πραγματικής βίας.Ό,τι σκηνοθετούσε ως στυλ, τώρα υπάρχει ως πραγματικότητα.Η αισθητική του αίματος έγινε πολιτική πράξη, και η ειρωνεία γύρισε πίσω να τον καταπιεί.
Αυτό είναι το τίμημα κάθε δημιουργού:ό,τι υμνεί, αργά ή γρήγορα, θα του ζητηθεί να το υπερασπιστεί.Κι αν δεν μπορεί, θα τον καταδικάσει το ίδιο του το κοινό.
Η κοινωνία δεν συγχωρεί την ειλικρίνεια — συγχωρεί μόνο την υποκρισία. Και αδυνατεί να κατανοήσει πως ο καλλιτέχνης δεν είναι ο ήρωας της Τέχνης — είναι το όργανό της.
Η Τέχνη δεν ανήκει σε κανέναν· απλώς δανείζεται τα σώματά μας.
Η δημιουργία δεν είναι ηθική πράξη, είναι επιβίωση.
Κανείς δεν γράφει για να σώσει τον κόσμο· γράφει για να σώσει τον εαυτό του.
Όταν ο Καραβάτζιο ζωγράφιζε αγγέλους με πρόσωπα παιδιών του δρόμου,όταν ο Πικάσο ζωγράφιζε γυναίκες που κακομεταχειριζόταν,όταν ο Tarantino σκηνοθετούσε το αίμα σαν σκηνή μπαλέτου,κανείς τους δεν σκεφτόταν τη σωτηρία — μόνο τη μορφή.
Η Τέχνη δεν είναι εξομολόγηση· είναι μεταμόρφωση.
Η εικόνα του Tarantino ανάμεσα σε στρατιώτες δεν είναι πολιτική δήλωση.Είναι «μεταφυσική».Δείχνει πώς ο άνθρωπος που έμαθε στον κόσμο να αγαπά τη βία ως παιχνίδι,δεν άντεξε τη βία της πραγματικότητας χωρίς να χαμογελάσει άβολα στην κάμερα.
Δείχνει τη γύμνια του δημιουργού μπροστά στο ίδιο του το είδωλο.
Η Τέχνη σώζεται — όχι γιατί είναι αθώα,
αλλά γιατί δεν έχει ανάγκη από δικαιολογίες.
Ο άνθρωπος πίσω της θα πεθάνει με τις ενοχές του,
όμως το έργο, αν αξίζει, θα μείνει καθαρό όπως το πρώτο φως.
Ο άσωτος της Τέχνης δεν ζητά συγχώρεση.
Μόνο λίγη σιωπή,κι ένα ποτήρι eau-de-vie — το νερό της ζωής —για να θυμάται ότι η φωτιά που τον καίει, είναι η ίδια που μας ζεσταίνει.







