«Επιδιώκω να ελέγχω το τυχαίο όσο το δυνατόν περισσότερο».

Ο Νίκος Λαϊνόπουλος ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων
που δεν χωρούν εύκολα σε έναν τίτλο. Ανήσυχος, απαιτητικός και βαθιά
αφοσιωμένος, κινείται εδώ και χρόνια ανάμεσα σε διαφορετικά πεδία
ευθύνης και έκφρασης — από τη δημόσια ζωή και τη δικηγορία έως τη
σκηνή — χωρίς να τις αντιμετωπίζει ως παράλληλες διαδρομές, αλλά ως
συγκοινωνούντα δοχεία.
Είναι η «ψυχή» της θεατρικής ομάδας ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ, μιας ομάδας που
έχει χτίσει τη φήμη της αθόρυβα, μέσα από επίμονη δουλειά και
ουσιαστικές επιλογές. Σε λίγες ημέρες, το ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ανεβάζει το
κλασικό έργο του William Shakespeare, Οθέλλος, ένα έργο που απαιτεί
όχι μόνο ερμηνευτική δύναμη, αλλά και βαθιά κατανόηση της
ανθρώπινης ρωγμής.
Η υποκριτική του διαδρομή ξεκίνησε το 2003 και περιλαμβάνει ρόλους
με ιδιαίτερο βάρος. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του στον πρωταγωνιστικό
ρόλο του Οιδίποδα στον Οιδίπους Τύραννο του Σοφοκλή, σε
παράσταση του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίας Ολυμπίας και του Διεθνούς
Φεστιβάλ Δήμου Πύργου, σε απόδοση – σκηνοθεσία του Αλέξανδρου
Κοέν και μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου.
Στον κινηματογράφο, συμμετείχε στην ταινία Η Θυσία, βασισμένη στο
βιβλίο Το ρολόι μέσα στο σύννεφο του Απόστολου Τάσση, όπου
υποδύθηκε τον Κώστα Καρυωτάκη, μια ερμηνεία που ισορροπεί
ανάμεσα στον μύθο και την ανθρώπινη σιωπή. Στην τηλεόραση, τον
είδαμε σε δημοφιλείς σειρές όπως οι Άγριες Μέλισσες και ο Σασμός, σε
ρόλους που επιβεβαιώνουν την ικανότητά του να προσαρμόζει την
ερμηνεία του σε διαφορετικά μέσα, χωρίς να χάνει το προσωπικό του
στίγμα.
Το «The noema n&m» επιχειρεί να φωτίσει όχι απλώς τη διαδρομή του
Νίκου Λαϊνόπουλου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο βιώνει την τέχνη: ως
άσκηση ευθύνης, ως χώρο αμφιβολίας και, τελικά, ως ανάγκη που δεν
επιδέχεται εύκολους ορισμούς.
Ερώτηση: Κύριε Λαϊνόπουλε, πότε καταλάβατε ότι ένας ρόλος έχει
αρχίσει να σας ξεφεύγει — και ότι ίσως αυτό είναι καλό σημάδι;
Απάντηση: Νομίζω ότι το καταλαβαίνω όταν παύω να προσπαθώ να
«τον ελέγξω». Όταν μια φράση βγαίνει λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι την
είχα σχεδιάσει, όταν το σώμα αντιδρά πριν από τη σκέψη. Εκείνη τη
στιγμή υπάρχει ένας μικρός πανικός, αλλά και μια ανακούφιση. Σαν να
μου λέει ο ρόλος ότι δεν του ανήκω εγώ, αλλά εκείνος με χρησιμοποιεί
για να περάσει αυτά που θέλει… γιατί αν όλα είναι απολύτως ασφαλή,
μάλλον κάτι δεν λειτουργεί. Ένα ρίσκο, όσο μικρό κι αν είναι, είναι
συνήθως καλό σημάδι!
Ερώτηση: Υπάρχει κάποια στιγμή πάνω στη σκηνή που, αν και κράτησε
δευτερόλεπτα, τη θυμάστε πιο έντονα από ολόκληρες παραστάσεις;
Απάντηση: Ναι. Συνήθως δεν είναι κάτι «μεγάλο». Μια παύση που
κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, ένα βλέμμα που δεν
συνάντησε αμέσως το άλλο βλέμμα, ένα μικρό λάθος που δεν
διορθώθηκε. Εκείνες τις στιγμές ένιωσα το κοινό να κρατάει την ανάσα
του, άλλοτε από ενθουσιασμό και άλλοτε από προσοχή. Αυτές οι
στιγμές με ακολουθούν περισσότερο από τις βραδιές που όλα κύλησαν
άψογα. Εκεί κατάλαβα ότι το θέατρο ζει συχνά στα δευτερόλεπτα που
δεν μπορείς να επαναλάβεις.
Ερώτηση: Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε έναν χαρακτήρα: αυτό που
λέει ή αυτό που αποφεύγει να πει;
Απάντηση: Με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που αποφεύγει να πει. Τα
λόγια, με έναν τρόπο, είναι το ασφαλές πεδίο, εκεί μπορείς να κρυφτείς
πίσω από το κείμενο. Στις αποσιωπήσεις, όμως, φαίνεται η ανάγκη, ο
φόβος, το όριο του χαρακτήρα. Εκεί αρχίζει η δουλειά του ηθοποιού: να
κρατήσει ζωντανό κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ, αλλά υπάρχει διαρκώς
κάτω από τις λέξεις. Αν καταφέρω να κάνω ορατή αυτή τη σιωπή, τότε
τα λόγια αποκτούν πραγματικό βάρος.
Ερώτηση: Έχετε νιώσει ποτέ ότι ένας ρόλος σας «πρόδωσε» μπροστά
στο κοινό – πώς το διαχειριστήκατε;
Απάντηση: Ναι….υπήρξαν βραδιές που ένιωσα ότι κάτι συνέβη και ότι ο
χαρακτήρας έμεινε κλειστός ενώ εγώ τον είχα νιώσει ανοιχτό στις
πρόβες. Τότε δεν έχεις πολλά περιθώρια: συνεχίζεις. Μετά την
παράσταση προσπαθείς να μην τον κατηγορήσεις, αλλά να τον
ακούσεις ξανά να δεις τι θέλει να σου πει… Κάποιες φορές αυτή η
«προδοσία» αποδείχθηκε ένδειξη ότι έπρεπε να αλλάξω εγώ, όχι
εκείνος.
Ερώτηση: Υπήρξε στιγμή, δουλεύοντας πάνω στον Καρυωτάκη, που
νιώσατε ότι έπρεπε να κάνετε ένα βήμα πίσω από τον μύθο για να
πλησιάσετε τον άνθρωπο;
Απάντηση: Δεν θέλησα να μείνω στον μύθο, στον «καταραμένο» ποιητή
και στο βάρος που τον συνοδεύει. Ένιωσα ότι προτίμησα να τον δω πιο
απλά, πέρα από την ιστορική φόρτιση, ως έναν άνθρωπο ευαίσθητο,
βαθιά μόνο αλλά και απολύτως παρόντα στην εποχή του. Εκεί άρχισε να
γίνεται πιο κοντινός και πιο αληθινός. Όσο λιγότερο προσπαθούσα να
«εξηγήσω» τον Καρυωτάκη, τόσο περισσότερο μου επέτρεπε να τον
ακούσω.
‘’Η βία, λειτουργεί συχνά ως το εξωτερικό αποτέλεσμα μιας
εσωτερικής ρωγμής
Ερώτηση: Πόσο χώρο αφήνετε στο τυχαίο κατά τη διάρκεια μιας
παράστασης ή προσπαθείτε να το ελέγξετε μέχρι τέλους;
Απάντηση: Σε μια παράσταση επιδιώκω να ελέγχω το τυχαίο όσο το
δυνατόν περισσότερο. Για μένα, η αίσθηση ελευθερίας και ζωντάνιας
δεν προκύπτει από την απουσία ελέγχου, αλλά από την αυστηρή
προετοιμασία και τη σαφή δομή. Κάθε στοιχείο —από τον ρυθμό και
την κίνηση έως τις παύσεις και τις μεταβάσεις— αποτελεί συνειδητή
επιλογή, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να υπηρετεί με ακρίβεια τη
δραματουργική πρόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοώ τη δυναμική της στιγμής· αντίθετα, η «στιγμή» έχει προβλεφθεί και ενσωματωθεί στο συνολικό πλαίσιο, επιτρέποντας στην παράσταση να παραμένει συνεκτική, ελεγχόμενη και ουσιαστική σε κάθε επανάληψη.
Ερώτηση: Σε μεγάλες τηλεοπτικές σειρές που σας έχουμε δει, όπου ο
ρυθμός είναι δεδομένος και ο χρόνος περιορισμένος, ποιο κομμάτι της
υποκριτικής σας χρειάστηκε να μικρύνει — και ποιο μεγάλωσε;
Απάντηση: Σε μεγάλες τηλεοπτικές παραγωγές, όπου ο ρυθμός είναι
προκαθορισμένος και ο χρόνος αυστηρά περιορισμένος, χρειάστηκε να
«μικρύνω» την εξωστρέφεια και την αναλυτική ανάπτυξη των
συναισθημάτων. Δεν υπάρχει πάντα ο χώρος για μεγάλες παύσεις ή
εκτεταμένες εσωτερικές διαδρομές. Αντίθετα, αυτό που μεγάλωσε ήταν
η ακρίβεια και η οικονομία της έκφρασης: η ικανότητα να συμπυκνώνω
μια ολόκληρη εσωτερική κατάσταση σε ένα βλέμμα, μια μικρή αλλαγή
στον τόνο της φωνής ή μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση.
Ερώτηση: Στους σκοτεινούς ή αυταρχικούς χαρακτήρες που έχετε
ερμηνεύσει, τι σας απασχολεί περισσότερο: η βία ή η ευθραυστότητά
τους;
Απάντηση:Aυτό που με απασχολεί περισσότερο δεν είναι η ίδια η βία,
αλλά η ευθραυστότητά τους. Η βία, για μένα, λειτουργεί συχνά ως
σύμπτωμα —ως το εξωτερικό αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ρωγμής,
μιας αδυναμίας να αντέξουν ή να εκφράσουν αυτό που τους συμβαίνει.
Εκεί εστιάζω: στη στιγμή που ο χαρακτήρας είναι πιο εκτεθειμένος, πριν
ή μετά την πράξη, όταν αποκαλύπτεται η ανθρώπινη πλευρά του. Ο Έντι
Καρμπόνε στο “Ψηλά από τη Γέφυρα” αλλά και ο Στάνλεϋ Κοβάλσκι στο
“Λεωφορείο ο Πόθος” είναι χαρακτήρες στους οποίους έψαξα τις
αδυναμίες και το ψυχικό τους έλλειμμα που τους κάνει ευάλωτους στην
ουσία και τρωτούς. Η ευθραυστότητα είναι αυτή που δίνει βάθος και
πολυπλοκότητα στους «σκοτεινούς» ρόλους και είναι τελικά εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο να φωτίσω, γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική τους αλήθεια.

Ερώτηση: Υπάρχει κάποια παράσταση που νιώθετε ότι παίχτηκε για
λίγους — και ίσως γι’ αυτό ήταν σημαντική;
Απάντηση: Ναι, υπάρχει, και είναι “Το Σακάκι που Βελάζει” του
Στάνισλαβ Στρατίεβ. Ήταν μια παράσταση που ένιωθα απόλυτα ότι
απευθυνόταν σε λίγους, όχι με την έννοια της απόστασης, αλλά της
εγρήγορσης. Δεν ήταν ένα έργο που σε κέρδιζε εύκολα ή άμεσα·
απαιτούσε προσοχή, σκέψη και διάθεση να μπεις σε έναν κόσμο
παράλογο αλλά βαθιά πολιτικό και ανθρώπινο. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό
ήταν τόσο σημαντική. Γιατί αυτοί οι «λίγοι» θεατές έφευγαν με κάτι
πολύ συγκεκριμένο μέσα τους: μια αίσθηση ενόχλησης και
προβληματισμού. Σε τέτοιες παραστάσεις νιώθω ότι η θεατρική πράξη
αποκτά έναν πιο ουσιαστικό λόγο ύπαρξης· δεν λειτουργεί ως
κατανάλωση, αλλά ως συνάντηση. Και αυτή η συνάντηση, μπορεί να
είναι βαθιά καθοριστική για το πως βλέπεις το θέατρο και τη σχέση σου
με το κοινό.
Ερώτηση: Τι σας κάνει να εμπιστευτείτε έναν σκηνοθέτη;
Απάντηση: Πρώτα απ’ όλα, η καθαρότητα της σκέψης του και ο τρόπος
που επικοινωνεί το όραμά του. Θέλω να νιώθω ότι υπάρχει μια
συγκεκριμένη κατεύθυνση, όχι απαραίτητα κλειστή, αλλά ουσιαστική
και τεκμηριωμένη. Εξίσου σημαντική είναι η ικανότητά του να ακούει
και να δημιουργεί ένα περιβάλλον ασφάλειας, όπου ο ηθοποιός μπορεί
να ρισκάρει χωρίς φόβο. Όταν αντιλαμβάνομαι ότι ο σκηνοθέτης
σέβεται τη δουλειά μου, αλλά ταυτόχρονα με προκαλεί να ξεπεράσω τις
ευκολίες μου, τότε η εμπιστοσύνη χτίζεται φυσικά και η συνεργασία
μπορεί να γίνει πραγματικά δημιουργική.
Ερώτηση: Πόσο εύκολο είναι να αφήσετε έναν μεγάλο ρόλο πίσω σας
όταν πέσει η αυλαία:
Απάντηση: Δεν είναι πάντα εύκολο. Όσο μεγαλύτερος και πιο
απαιτητικός είναι ένας ρόλος, τόσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται για
να τον αποχωριστώ όταν πέφτει η αυλαία. Υπάρχουν χαρακτήρες που,
χωρίς να το επιδιώκεις, συνεχίζουν να σε ακολουθούν για λίγο —στο
σώμα, στη σκέψη, στον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Τέτοιοι
χαρακτήρες ήταν για εμένα ο Όριν από “Το Πένθος Ταιριάζει στην
Ηλέκτρα” και κυρίως ο “Οιδίποδας Τύραννος”. Με τον καιρό, όμως,
μαθαίνεις να τους αφήνεις με σεβασμό: αναγνωρίζοντας τι σου
πρόσφεραν και αποδεχόμενος ότι ο κύκλος τους έκλεισε. Το θέατρο σε
εκπαιδεύει σε αυτή την εναλλαγή παρουσίας και απόστασης· να
δίνεσαι ολοκληρωτικά στη στιγμή, αλλά να μπορείς και να επιστρέφεις
στον εαυτό σου όταν όλα τελειώνουν.
Ερώτηση: Αν έπρεπε να περιγράψετε τη μέχρι τώρα πορεία σας όχι με
ρόλους αλλά με διαθέσεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Απάντηση: Θα έλεγα πως ξεκινά από την περιέργεια και την ανάγκη για
αναζήτηση. Συνεχίζει με αμφιβολία και φόβο —όχι παραλυτικό, αλλά
δημιουργικό— που με κρατά σε εγρήγορση. Υπάρχει επιμονή και
πειθαρχία, ειδικά στις στιγμές που τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα,
αλλά και μια σταθερή επιθυμία για ρίσκο, να μην επαναπαύομαι σε ό,τι
γνωρίζω ήδη. Και, όσο περνά ο χρόνος, όλο και περισσότερο
εμφανίζεται μια διάθεση συμφιλίωσης: με τα όριά μου, με τις επιλογές
μου, αλλά και με την ίδια τη διαδικασία. Μια πορεία λιγότερο βιαστική
και πιο ουσιαστική, που με ενδιαφέρει να παραμένει ζωντανή και
ειλικρινής.
Ερώτηση: Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα, υπάρχει κάτι στον
Οθέλλο που ακόμη σας αντιστέκεται — όχι ως ρόλος, αλλά ως
άνθρωπος;
Απάντηση: Θα έλεγα η αδυναμία του να αντέξει την αμφιβολία, η
ανάγκη του για απόλυτες απαντήσεις. Αυτό που με απασχολεί
περισσότερο είναι η ανθρώπινη αγωνία του να κρατηθεί από κάτι
σταθερό σε έναν κόσμο που αρχίζει να του διαφεύγει. Δεν είναι η ζήλια
ως ένταση, αλλά η μοναξιά του πριν από αυτήν· το σημείο όπου θα
μπορούσε ακόμη να σταματήσει.
Ερώτηση: Πόσα χρόνια ασχολείστε με την υποκριτική ; Τι σας κρατά σε
αυτόν τον χώρο ;
Απάντηση: Από το 2003 κι έχω ακολουθήσει μια πορεία που πιστεύω
πως χτίστηκε σταδιακά και μέσα από διαφορετικές εμπειρίες. Όσο για
το αν κάτι με «κρατάει» στον χώρο, δεν ξέρω αν το σκέφτομαι ποτέ με
αυτούς τους όρους. Ακόμα και μετά από χρόνια δουλειάς, νιώθω πως
βρίσκομαι σε μια διαρκή διαδικασία μάθησης και επανατοποθέτησης.
Το θέατρο και η υποκριτική γενικότερα δεν σου επιτρέπουν να
επαναπαυτείς· κάθε δουλειά σε φέρνει ξανά στην αρχή. Ίσως αυτή η
αίσθηση του να μην ανήκεις πλήρως, να είσαι πάντα λίγο «απ’ έξω», να
είναι τελικά και αυτό που με κρατά σε μια συνεχή εγρήγορση και
αναζήτηση.
The Noèma n&m: Καλή επιτυχία, ευχαριστούμε!







