Το πραγματικό δίλημμα πίσω από τις «σωστές πλευρές της Ιστορίας»
Υπάρχει ένας μύθος που επανέρχεται με διαφορετικό λεξιλόγιο σε κάθε εποχή:
ότι η ιστορία χωρίζεται σε «σωστές» και «λάθος» πλευρές και πως το μόνο που απαιτείται από τις κοινωνίες είναι να διαλέξουν στρατόπεδο.
Στην πραγματικότητα, το θεμελιώδες δίλημμα δεν ήταν ποτέ ιδεολογικό.
Ήταν —και παραμένει— κυριαρχιακό και, σε μεγάλο βαθμό, ταξικό. Δεν αφορά τη δημοκρατία απέναντι στον αυταρχισμό, ούτε τη Δύση απέναντι στην Ανατολή, όπως επιχείρησε να μας πείσει ο Samuel Huntington με τη «σύγκρουση των πολιτισμών» στο κατώφλι του νέου millennium.
Αφορά το αν μια χώρα διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει για τον εαυτό της ή αν εκχωρεί αυτή την ικανότητα, με αντάλλαγμα ησυχία, πρόσβαση και πλούτο για λίγους ή για πολλούς.
Η μεγάλη εκχώρηση (και γιατί δεν ήταν ατύχημα)
Τα καθεστώτα-πελάτες του 20ού αιώνα —χούντες, «φιλοδυτικές σταθερότητες», αντικομμουνιστικά προπύργια— δεν ήταν ιστορικές ανωμαλίες. Ήταν μηχανισμοί εκχώρησης κυριαρχίας.
Το σχήμα ήταν απλό:
* οι ελίτ παρέδιδαν:
* πολιτική ανεξαρτησία
* οικονομικούς πόρους
* πολιτισμικό προσανατολισμό
* και λάμβαναν:
* διεθνή προστασία
* πρόσβαση στο χρήμα
* ασυλία
Μόνο το αφήγημα αλλάζει: χθες «κομμουνιστικός κίνδυνος» / σήμερα: «ανθρώπινα δικαιώματα», «εκδημοκρατισμός», «ευθυγράμμιση»
Η λογική, όμως, παραμένει ίδια: παραδώστε την απόφαση για να έχετε το κεφάλι σας ήσυχο.
Η ησυχία, όμως, δεν είναι συλλογικό αγαθό. Είναι *προνόμιο*.
Στις κοινωνίες εκχώρησης: οι πολλοί ζουν με περιορισμένη αξιοπρέπεια, οι λίγοι συσσωρεύουν πλούτο και ασφάλεια και η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση επιτρεπόμενων επιλογών.
Η χώρα λειτουργεί.
Αλλά δεν ανήκει. Γιατί η κυριαρχία είναι πάντα «άβολη». Η κυριαρχία δεν είναι ρομαντική. Δεν είναι ούτε δίκαιη, ούτε ήπια, ούτε «καθαρή».
Συχνά συνοδεύεται από:
* σκληρούς εσωτερικούς μηχανισμούς,
* κοινωνικές συγκρούσεις,
* κόστος, φθορά, λάθη.
Αλλά έχει ένα χαρακτηριστικό που δεν αγοράζεται: διατηρεί την ιστορική ευθύνη εντός των συνόρων.
Όταν αποτυγχάνει μια κυρίαρχη κοινωνία, αποτυγχάνει από δικές της επιλογές..
Όταν αποτυγχάνει μια εκχωρημένη κοινωνία, αποτυγχάνει για λογαριασμό άλλων.
Η εμμονή με τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» είναι σύμπτωμα εκχώρησης.
Γιατί προϋποθέτει ότι η Ιστορία έχει κέντρο, το κέντρο αποφασίζει και οι υπόλοιποι οφείλουν να ευθυγραμμιστούν.
Οι κοινωνίες που έχουν ιστορική μνήμη —ακόμη κι αν είναι καταπιεστικές, αντιφατικές ή άδικες— γνωρίζουν τι δεν μπορεί να επιστρέψει: η εποχή που άλλοι αποφάσιζαν για λογαριασμό τους.
Αυτό δεν είναι ιδεολογία. Είναι τραύμα.
Ίσως ένα έντιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα καθεστώς είναι «καλό». Αλλά εάν μια κοινωνία θα διαπραγματευτεί την αλλαγή της *από μέσα*, ή θα την αναθέσει στους *απ’ έξω*.
Η πρώτη επιλογή είναι αργή, επώδυνη, αβέβαιη.
Η δεύτερη είναι γρήγορη, «καθαρή», επικοινωνιακά εύπεπτη.
Δεν υπάρχει ιστορική πρόοδος χωρίς κόστος.
Υπάρχει μόνο επιλογή για το *ποιος πληρώνει*.
Ωστόσο, η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια κοινωνία δεν είναι όταν συγκρούεται,
αλλά όταν πείθεται ότι δεν αξίζει να αποφασίζει μόνη της. Εκεί αρχίζει η πραγματική υποτέλεια.
Ιράν: ιστορική μνήμη, κατάρρευση κανονικότητας και το όριο της προβοκάτσιας
Για να καταλάβει κανείς το Ιράν σήμερα, πρέπει να ξεκινήσει από αυτό που «δεν μπορεί να επιστρέψει.
Το καθεστώς των Παχλεβί δεν έπεσε απλώς.
Διέλυσε το κοινωνικό συμβόλαιο, άνοιξε τον δρόμο στους μουλάδες, εξέθεσε τη χώρα γεωπολιτικά και κατέληξε στην ταπείνωση από τον Saddam Hussein.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ιστορική μνήμη. Και στο Ιράν, η μνήμη αυτή καθορίζει τι *δεν* μπορεί να επανέλθει ως λύση.
Οι μουλάδες δεν είναι ΜΟΝΟ ένα θρησκευτικό καθεστώς με μια απλοϊκή έννοια. Είναι αυτοκρατορικό καθεστώς με βαρύ θεολογικό περιτύλιγμα. Το Κοράνι λειτουργεί ως μηχανισμός πειθάρχησης και μετά ως ηθικός οδηγός. Ο στόχος τους είναι σταθερός: η συνέχεια της περσικής περιφερειακής ισχύος. Και εδώ δεν χωρά αυταπάτη· όποιο σοβαρό πατριωτικό καθεστώς τους διαδεχθεί, θα κρατήσει τον ίδιο γεωπολιτικό άξονα — αλλά με «άλλο εσωτερικό μηχανισμό νομιμοποίησης».
Το Ιράν σήμερα δεν είναι πεδίο «αφηγήματος ελευθερίας ή μη…». Είναι κλασικό πεδίο κατάρρευσης κανονικότητας. Κυρώσεις που χτυπούν ευθέως την καθημερινή ζωή, νόμισμα που δεν αγοράζει, εφοδιαστικές αλυσίδες που σπάνε, κοινωνία που δεν μπορεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς. Το κράτος κυβερνά με καταστολή όχι από ιδεολογική εμμονή, αλλά επειδή *δεν διαθέτει άλλο εργαλείο*.
Εδώ δεν χρειάζεσαι πράκτορες για να βγάλεις κόσμο στον δρόμο.
Χρειάζεσαι «άδεια ράφια».
Το Ιράν δεν καίγεται επειδή «ξύπνησαν οι μάζες». Ή επειδή οι γυναίκες φορούν μαντήλες…(Αυτά συμβαίνουν σε πολλές γειτονιές εκεί γύρω). Καίγεται επειδή «έσπασε η καθημερινή ζωή». Και καμία αυτοκρατορική φιλοδοξία —θεοκρατική ή κοσμική— δεν επιβιώνει όταν η κανονικότητα καταρρέει από μέσα. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα. Και δεν θα κριθεί μόνο στους δρόμους, αλλά στο «ποιος μπορεί να ξαναγεμίσει τα ράφια…».
Η σύγκριση με τις ΗΠΑ ή αντίστοιχα δυτικά κράτη είναι παραπλανητική. Όχι επειδή εκεί «δεν υπάρχει δυσαρέσκεια» και κοινωνικός αναβρασμός – ειδικά με τα τάγματα ICE, τελευταία – αλλά επειδή *δεν υπάρχει γενικευμένη υλική έλλειψη* και, φυσικά, υπάρχει *ισχυρό πλέγμα εσωτερικής ασφάλειας*. Το «field work» ξένων υπηρεσιών σε επίπεδο ¨δρόμου» είναι σχεδόν αδύνατο. Η αποσταθεροποίηση εκεί είναι θεσμική, πολιτισμική, επικοινωνιακή — όχι υλική–σωματική.
Στο Ιράν, όμως, το έδαφος είναι ήδη φορτισμένο. Εκεί, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσοι βγαίνουν στον δρόμο, αλλά *ποιος καθορίζει το στίγμα*.
Πόσοι προβοκάτορες χρειάζονται για να ανάψουν το φυτίλι;
Ελάχιστοι. Όχι γιατί είναι «πανίσχυροι», αλλά γιατί δρουν σε περιβάλλον που έχει ήδη σπάσει και εκτελούν ρόλο. Δεν φωνάζουν συνθήματα. *Παράγουν στιγμιότυπο*.
Το μοντέλο είναι απλό: υπάρχει πραγματική κοινωνική δυσαρέσκεια (πείνα, φόβος, καταπίεση). Εμφανίζεται ένας μικρός πυρήνας που ξέρει πότε, πού και ποια εικόνα χρειάζεται. Το στιγμιότυπο είναι βίαιο, «καθαρό» οπτικά και χωρίς context.
Αυτό δεν ακυρώνει τη λαϊκή οργή. Την εκτρέπει. Και εκεί βρίσκεται το ύπουλο σημείο: η βία αποσυνδέει τη διαμαρτυρία από το δίκαιο, παγώνει τους ουδέτερους και *νομιμοποιεί την καταστολή* στο εσωτερικό ακροατήριο. Το καθεστώς «δεν χρειαζόταν αίμα» για να επιβιώσει.
Οι «πράκτορες» στην πράξη δεν είναι Bond ή Hunt. Είναι το αντίθετο: χαμηλόμισθοι εκτελεστές ρίσκου, ιδεολογικά φανατισμένοι ή ψυχολογικά ασταθείς, άνθρωποι χωρίς κοινωνικό κεφάλαιο — άρα αναλώσιμοι. Το σύστημα δεν επενδύει σε έξυπνους. Επενδύει σε αναλώσιμους. Η προβοκάτσια δεν χρειάζεται πειθαρχία· χρειάζεται *απουσία φραγμών*.
Στο ευρύτερο κάδρο, η Δύση συχνά μπερδεύει την επιθυμία της με την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει ενιαία, ώριμη εναλλακτική εξουσία έτοιμη να αντικαταστήσει το καθεστώς όπως το 1979. Η προβολή του Reza Pahlavi λειτουργεί περισσότερο ως γεωπολιτικό εργαλείο παρά ως εσωτερικό κοινωνικό ρεύμα. Υπάρχει, ταυτόχρονα, αξιοσημείωτη λαϊκή και ταξική βάση του καθεστώτος σε επαρχιακές και συντηρητικές μάζες, ενώ ο μηχανισμός ισχύος —οι *Islamic Revolutionary Guard Corps*— δεν διαλύεται από διαδηλώσεις.
Το Ιράν δεν βρίσκεται σε “στιγμή 1979”, αλλά σε φάση μακράς φθοράς χωρίς διάδοχο αφήγημα. Το καθεστώς δεν χρειάζεται αίμα για να επιβιώσει — χρειάζεται έλεγχο ρυθμού.
Η Δύση δεν έχει Plan Β – εκτός από ακόμα πιο σκληρές κυρώσεις και πυραυλικές επιθέσεις. Και άφθονα επικοινωνιακά σχέδια.
Όλα αυτά, όμως, στο Ιράν της κατάρρευσης της κανονικότητας, δεν γεμίζουν ράφια.-







