Υπάρχουν χώρες που μπαίνουν σε μια εμπορική συμφωνία κρατώντας χαρτοφύλακα, και υπάρχουν χώρες που μπαίνουν κρατώντας καλαθάκι. Η Ελλάδα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στη θεωρία, η συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Mercosur είναι ένα γεωοικονομικό άνοιγμα προς τη Λατινική Αμερική. Ένα μεγαλόπνοο σχέδιο που υπόσχεται ροές εμπορίου, κατάργηση δασμών και μια νέα εποχή οικονομικής σύγκλισης. Στην πράξη, για την Ελλάδα, μοιάζει περισσότερο με τεστ αντοχής: τι συμβαίνει όταν συμμετέχεις σε μια παγκόσμια συμφωνία χωρίς τα εργαλεία που αυτή προϋποθέτει;
Τι σημαίνει, πρακτικά, «θα εισάγουμε από τη Λατινική Αμερική»;
Μια σιωπηλή αναδιάρθρωση που σπάνια γίνεται πρωτοσέλιδο.
Η Ελλάδα κινείται μέσα στη Mercosur με ασύμμετρο
φορτίο: εισάγει μαζικά, εξάγει επιλεκτικά και ελπίζει
πολιτισμικά.
Και τα ελληνικά προϊόντα; Θα βρουν τον δρόμο τους; Εδώ εμφανίζεται το διαχρονικό ευρωπαϊκό επιχείρημα: τα προϊόντα ποιότητας. Το ελληνικό ελαιόλαδο, η φέτα, το κρασί και όλα τα ΠΟΠ.
Θεωρητικά, η Mercosur ανοίγει νέες αγορές για όλα αυτά. Πρακτικά, όμως, η πρόσβαση σε μια αγορά δεν ισοδυναμεί με παρουσία. Η Λατινική Αμερική δεν περιμένει ελληνικά προϊόντα. Διαθέτει ισχυρό εγχώριο αγροδιατροφικό τομέα, διαφορετικές διατροφικές συνήθειες και μεγάλες αποστάσεις που
μετατρέπουν τα logistics σε σοβαρό εμπόδιο.
Η Mercosur και η Ελλάδα: Ελεύθερο εμπόριο σε άνισο
έδαφος.

Υπάρχουν χώρες που μπαίνουν σε μια εμπορική συμφωνία κρατώντας χαρτοφύλακα, και υπάρχουν χώρες που μπαίνουν κρατώντας καλαθάκι.
Η Ελλάδα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στη θεωρία, η συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Mercosur είναι ένα γεωοικονομικό άνοιγμα προς τη Λατινική Αμερική. Ένα μεγαλόπνοο σχέδιο που υπόσχεται ροές
εμπορίου, κατάργηση δασμών και μια νέα εποχή οικονομικής σύγκλισης.
Στην πράξη, για την Ελλάδα, μοιάζει περισσότερο με τεστ αντοχής: τι συμβαίνει όταν συμμετέχεις σε μια παγκόσμια συμφωνία χωρίς τα εργαλεία που αυτή προϋποθέτει;
Τι σημαίνει, πρακτικά, «θα εισάγουμε από τη Λατινική Αμερική»;
Σημαίνει ότι προϊόντα που παράγονται μαζικά, φθηνά και με διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο: βόειο κρέας, πουλερικά, ζάχαρη, ζωοτροφές, σόγια, θα εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά με μειωμένους δασμούς. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνας. Όχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως ανταγωνιστικό υποκατάστατο. Για την Ελλάδα αυτό δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι
καθημερινότητα. Ο Έλληνας κτηνοτρόφος δεν ανταγωνίζεται τον παραγωγό της Βραζιλίας στην ποιότητα, ανταγωνίζεται στην τιμή. Και στην τιμή, χάνει πριν καν ξεκινήσει. Όχι λόγω υστέρησης δεξιοτήτων, αλλά επειδή λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον με αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, ακριβότερη ενέργεια και μικρότερη κλίμακα παραγωγής. Το αποτέλεσμα δεν είναι άμεση κατάρρευση. Είναι κάτι πιο ύπουλο: σταδιακή συμπίεση εισοδήματος, εγκατάλειψη μικρών μονάδων, συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγους. Μια σιωπηλή αναδιάρθρωση που σπάνια γίνεται πρωτοσέλιδο.
‘’Η Ελλάδα κινείται μέσα στη Mercosur με ασύμμετρο φορτίο: εισάγει μαζικά, εξάγει επιλεκτικά και ελπίζει πολιτισμικά.
Και τα ελληνικά προϊόντα; Θα βρουν τον δρόμο τους;
Εδώ εμφανίζεται το διαχρονικό ευρωπαϊκό επιχείρημα: τα προϊόντα ποιότητας. Το ελληνικό ελαιόλαδο, η φέτα, το κρασί και όλα τα ΠΟΠ. Θεωρητικά, η Mercosur ανοίγει νέες αγορές για όλα αυτά. Πρακτικά, όμως, η πρόσβαση σε μια αγορά δεν ισοδυναμεί με παρουσία. Η Λατινική Αμερική δεν
περιμένει ελληνικά προϊόντα. Διαθέτει ισχυρό εγχώριο αγροδιατροφικό τομέα, διαφορετικές διατροφικές συνήθειες και μεγάλες αποστάσεις που μετατρέπουν τα logistics σε σοβαρό εμπόδιο.
‘’Ελλάδα, ο πιο αδύναμος κρίκος της Mercosur
Το ελληνικό προϊόν δεν απορρίπτεται, απλώς δεν φτάνει. Δεν έχει τον όγκο, το branding και τη θεσμική στήριξη για να μετατραπεί από «εξαιρετικό» σε «ανταγωνιστικό». Το ερώτημα που αποφεύγεται: τι εξάγει η Ελλάδα για να ισορροπήσει;
Σε κάθε εμπορική συμφωνία, η ισορροπία επιτυγχάνεται μέσω ανταλλαγής. Η Γερμανία εξάγει μηχανήματα. Η Γαλλία αεροπλάνα. Η Ιταλία βιομηχανικό design. Η Ελλάδα, όμως, μπαίνει στη συμφωνία χωρίς βιομηχανικό ή τεχνολογικό αντίβαρο ικανό να εκμεταλλευτεί τη μείωση δασμών.
Έτσι, η χώρα κινείται μέσα στη Mercosur με ασύμμετρο φορτίο: εισάγει μαζικά, εξάγει επιλεκτικά και ελπίζει πολιτισμικά. Δεν πρόκειται για στρατηγική, αλλά για ευχή. Μήπως τελικά επωμίζεται τα αρνητικά; Η απάντηση δεν είναι δραματική, αλλά είναι σαφής: ναι, δυσανάλογα. Όχι επειδή η συμφωνία «στοχεύει» την Ελλάδα, αλλά επειδή οι συμφωνίες αυτού του μεγέθους δεν σχεδιάζονται με γνώμονα τον πιο αδύναμο κρίκο. Σχεδιάζονται με βάση το άθροισμα των ισχυρών. Και το άθροισμα σπάνια ενδιαφέρεται για τις αφαιρέσεις. Η Mercosur παύει να αφορά μόνο δασμούς και ποσοστώσεις. Λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η Ευρώπη δεν είναι ένα ενιαίο οικονομικό σώμα, αλλά ένα σύνολο οικονομιών που συνυπάρχουν,
‘’Ελλάδα, ο πιο αδύναμος κρίκος της Mercosur
Το ελληνικό προϊόν δεν απορρίπτεται, απλώς δεν φτάνει. Δεν έχει τον όγκο, το branding και τη θεσμική στήριξη για να μετατραπεί από «εξαιρετικό» σε «ανταγωνιστικό». Το ερώτημα που αποφεύγεται: τι εξάγει η Ελλάδα για να ισορροπήσει;
Σε κάθε εμπορική συμφωνία, η ισορροπία επιτυγχάνεται μέσω ανταλλαγής. Η Γερμανία εξάγει μηχανήματα. Η Γαλλία αεροπλάνα. Η Ιταλία βιομηχανικό design. Η Ελλάδα, όμως, μπαίνει στη συμφωνία χωρίς βιομηχανικό ή τεχνολογικό αντίβαρο ικανό να εκμεταλλευτεί τη μείωση δασμών.
Έτσι, η χώρα κινείται μέσα στη Mercosur με ασύμμετρο φορτίο: εισάγει μαζικά, εξάγει επιλεκτικά και ελπίζει πολιτισμικά. Δεν πρόκειται για στρατηγική, αλλά για ευχή. Μήπως τελικά επωμίζεται τα αρνητικά; Η απάντηση δεν είναι δραματική, αλλά είναι σαφής: ναι, δυσανάλογα. Όχι επειδή η συμφωνία «στοχεύει» την Ελλάδα, αλλά επειδή οι συμφωνίες αυτού του μεγέθους δεν σχεδιάζονται με γνώμονα τον πιο αδύναμο κρίκο. Σχεδιάζονται με βάση το άθροισμα των ισχυρών. Και το άθροισμα σπάνια ενδιαφέρεται για τις αφαιρέσεις. Η Mercosur παύει να αφορά μόνο δασμούς και ποσοστώσεις. Λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η Ευρώπη δεν είναι ένα ενιαίο οικονομικό σώμα, αλλά ένα σύνολο οικονομιών που συνυπάρχουν χωρίς να κινούνται με την ίδια ταχύτητα, ούτε προς την ίδια κατεύθυνση. Όταν μια συμφωνία ευνοεί εκείνους που εξάγουν μηχανές και επιβαρύνει εκείνους
που εξάγουν πρωτογενή προϊόντα, τότε δεν μιλάμε για κοινή στρατηγική, αλλά για παράλληλες πραγματικότητες κάτω από την ίδια σημαία. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Ελλάδα δεν «χάνουν» επειδή απέτυχαν, αλλά επειδή συμμετέχουν σε έναν σχεδιασμό που δεν λαμβάνει υπόψη την κλίμακα και τη δομή τους. Η ανισότητα δεν είναι παρενέργεια της συμφωνίας, είναι ενσωματωμένη στον τρόπο με τον οποίο αυτή παράγεται. Το ερώτημα δεν είναι αν η Mercosur είναι καλή ή κακή συμφωνία. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει κοινή ευρωπαϊκή πολιτική όταν τα συμφέροντα των κρατών – μελών της Ε.Ε δεν αποκλίνουν απλώς, αλλά αλληλοαναιρούνται.
Για ποια Ευρώπη μιλάμε, όταν δεν παίζουμε όλοι στο ίδιο μέγεθος γηπέδου;
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο κομμάτι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν είναι η διαπραγμάτευση με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά η ειλικρίνεια στο εσωτερικό της. Γιατί μια ένωση που ζητά από όλους να παίζουν το ίδιο παιχνίδι, χωρίς να διαθέτουν όλοι τα ίδια μέσα, δεν κινδυνεύει από τον ανταγωνισμό, κινδυνεύει από τη σιωπηλή αποδοχή της ανισότητας ως κανονικότητας….







