Η λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι το πιο εύθραυστο αλλά και το πιο ανθεκτικό προϊόν του πολιτισμού μας· εύθραυστο, γιατί η εποχή της υπερπαραγωγής την πνίγει μέσα σε χιλιάδες νέους τίτλους, ανώνυμους ή εφήμερους, που σπάνια βρίσκουν τον δρόμο τους προς το κοινό· ανθεκτικό, γιατί ακόμη και μέσα στο χάος της αγοράς, κάπου θα βρεθεί μια φωνή, ένα βιβλίο, μια σελίδα που θα αντέξει στο χρόνο.
Κι όμως, όλο και πιο συχνά τίθεται το ερώτημα: τι απομένει από την ουσία της λογοτεχνίας, όταν η ίδια η βιομηχανία του βιβλίου μοιάζει να την αντιμετωπίζει ως απλό εμπόρευμα;
Η λογοτεχνία των μεγάλων αγορών
Στις μεγάλες αγορές –Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, Γαλλία– κάθε χρόνο εκδίδονται δεκάδες χιλιάδες νέοι τίτλοι. Το χαρτί δεν λείπει· λείπει η προσοχή, η ανάγνωση, η υπομονή. Η Amazon με το πρόγραμμα αυτοέκδοσηςKDP έκανε πράξη το όνειρο –ή την αυταπάτη– ότι όλοι μπορούν να γίνουν συγγραφείς.
Από τη μια πλευρά ένα δημοκρατικό άνοιγμα· από την άλλη ένα κύμα μετριότητας, κείμενα που μοιάζουν περισσότερο με ανεπεξέργαστα ημερολόγια παρά με έργα τέχνης. Το self-publishing έχει τη γοητεία του: το άμεσο, το φτηνό, το αδιαμεσολάβητο. Έχει όμως και το μειονέκτημά του: σχεδόν κανένα φίλτρο ποιότητας. Και κάπως έτσι, το πολύτιμο διαμάντι χάνεται σε ένα απέραντο ορυχείο από άμμο…
Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, αντίθετα, λειτουργούν ολοένα και περισσότερο ως «βιομηχανίες θεάματος». Η επένδυση γίνεται σε ασφαλή προϊόντα: sequels, διασκευές, μυθιστορήματα που ακολουθούν τη μόδα της στιγμής, celebritybooks που πωλούν από μόνα τους. Η λογοτεχνία συρρικνώνεται σε brand: ο συγγραφέας δεν είναι δημιουργός αλλά «ονοματεπώνυμο» που μπορεί να στηρίξει καμπάνιες, συνεντεύξεις, socialmedia. Και κάπου εκεί, οι νέες φωνές, οι ριζοσπαστικές γραφές, μένουν απ’ έξω. Ο εκδότης, που παραδοσιακά λειτουργούσε ως ο φύλακας της ποιότητας, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε έμπορο. Και το εμπόριο δεν αγαπά το ρίσκο.
Περί βραβείων και άλλων δαιμονίων…
{field 1}Κι ύστερα έρχεται το φαινόμενο των βραβείων· Booker, Pulitzer, Goncourt. Βραβεία που όντως συχνά αναδεικνύουν σημαντικούς συγγραφείς, αλλά που άλλοτε μετατρέπονται σε μηχανισμούς ισορροπιών: πολιτικές σκοπιμότητες, μόδες, λομπίστες της λογοτεχνικής βιομηχανίας. Η απονομή ενός βραβείου είναι πολλές φορές περισσότερο μια πολιτική πράξη παρά μια καθαρά λογοτεχνική αξιολόγηση. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία τους· όμως υπονομεύει τη δυνατότητά τους να λειτουργήσουν ως πυξίδα για τον αναγνώστη που ψάχνει το ουσιώδες.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ανθίζει και μια άλλη, λιγότερο ευχάριστη πραγματικότητα: τα λεγόμενα «λογοτεχνικά ψώνια», συγγραφείς που πληρώνουν για να εκδοθούν, που επιδιώκουν το τυπωμένο όνομά τους ανεξάρτητα από την ποιότητα του έργου. Οι vanity presses, τα εκδοτικά γραφεία που χτίζουν επιχειρήσεις πάνω σε αυτή τη ματαιοδοξία, πολλαπλασιάζονται. Δεν είναι νέο φαινόμενο –πάντα υπήρχαν αυτοεκδόσεις– αλλά ποτέ άλλοτε δεν είχε τέτοια έκταση. Και βέβαια, τα social lmedia τροφοδοτούν την αυταπάτη: ένα εξώφυλλο, μερικά likes, κι ο συγγραφέας νιώθει μέρος του λογοτεχνικού χώρου. Όμως η γραφή δεν είναι φλας στιγμής· είναι άσκηση, σιωπή, χρόνος.
Οι κριτικοί, από την πλευρά τους, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε μια εσωστρέφεια. Οι λίγες στήλες που απομένουν στον τύπο συχνά αναπαράγουν τα ίδια ονόματα, το ίδιο μοτίβο «ασφαλούς λογοτεχνίας». Υπάρχει ένας κύκλος που αυτοτροφοδοτείται: οι εκδότες σπρώχνουν συγκεκριμένα έργα, οι κριτικοί τα αναπαράγουν, το κοινό τα ακολουθεί. Ο διάλογος συρρικνώνεται· οι φωνές που αποκλίνουν από το κατεστημένο δεν βρίσκουν χώρο. Έτσι δημιουργείται μια αίσθηση ότι η λογοτεχνία είναι κλειστό κλαμπ, μακριά από τον αναγνώστη που θα ήθελε να ανακαλύψει το απρόβλεπτο.
Η ελληνική πραγματικότητα της λογοτεχνίας
Κι αν όλα αυτά είναι η διεθνής εικόνα, τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Η ελληνική λογοτεχνία ζει μέσα στην ιδιομορφία της γλώσσας: σπάνια μεταφράζεται, δύσκολα εξάγεται. Η αγορά είναι μικρή, κι αυτό συνεπάγεται εξάρτηση από bestsellers, από εμπορικά ονόματα, από κείμενα που θα φέρουν γρήγορες πωλήσεις. Οι τυχάρπαστοι εκδότες συχνά ρυθμίζουν τον τόνο: εκδίδουν ό,τι νομίζουν ότι πουλάει, επιβάλλοντας μια λογική που ακολουθούν αναγκαστικά και πιο σοβαροί οίκοι για να επιβιώσουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα τοπίο όπου η πραγματική λογοτεχνία παλεύει να ακουστεί μέσα σε ένα θορυβώδες πλήθος από «εύκολα» αναγνώσματα.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις. Μικροί εκδοτικοί οίκοι, που με προσωπικό μόχθο και οικονομικό ρίσκο στηρίζουν νέες φωνές, μεταφράζουν κείμενα που αλλιώς δεν θα έφταναν ποτέ στον Έλληνα αναγνώστη, επιμένουν στην ποιότητα. Είναι οι «ρομαντικοί» του χώρου, που λειτουργούν περισσότερο από πάθος παρά από εμπορικό υπολογισμό.
Χάρη σε αυτούς εξακολουθούμε να συναντάμε βιβλία που δεν είναι προϊόντα μαζικής κατανάλωσης αλλά πράξεις δημιουργίας.
Πού ζει αλήθεια η λογοτεχνία σήμερα;
Η λογοτεχνία, λοιπόν, ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον κόσμο της αγοράς, που μετράει αντίτυπα, και τον κόσμο της γραφής, που μετράει λέξεις, σιωπές, ιδέες. Το ερώτημα δεν είναι πόσα βιβλία εκδίδονται κάθε χρόνο· είναι πώς θα ξεχωρίσει το ουσιαστικό από το εφήμερο, πώς θα επιβιώσει η φωνή που δεν κραυγάζει αλλά μιλάει σιγανά και βαθιά.
Κι αυτό είναι ευθύνη όλων: των συγγραφέων που πρέπει να αντισταθούν στη λογική της γρήγορης καταξίωσης, των εκδοτών που πρέπει να τολμήσουν να επενδύσουν σε κάτι περισσότερο από την επόμενη μόδα, των κριτικών που οφείλουν να ανοίξουν τον διάλογο αντί να τον κλείνουν, αλλά και των αναγνωστών που πρέπει να ψάξουν, να ανακαλύψουν, να απαιτήσουν ποιότητα.
Η υπερπαραγωγή τίτλων δεν θα σταματήσει· είναι η λογική της αγοράς. Αυτό που μπορούμε να αναζητήσουμε είναι τρόποι να μην αφήσουμε την ουσία της λογοτεχνίας να χαθεί μέσα στον θόρυβο. Γιατί η λογοτεχνία, όταν αξίζει, δεν είναι απλώς προϊόν. Είναι πράξη αντίστασης, είναι μνήμη, είναι ο καθρέφτης και ταυτόχρονα η πρόκληση της εποχής μας.







