Υπάρχει μια στιγμή στη δημόσια ζωή ενός τόπου όπου οι αριθμοί σταματούν να λένε την αλήθεια και αρχίζουν να τη στρογγυλεύουν για να μη φανερωθεί το κενό από πίσω. Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη ρωγμή: σε μια οικονομική και πολιτική «κατάσταση» όπου οι μετακινήσεις, οι δυσαρέσκειες και οι σπασμοί του εκλογικού σώματος μοιάζουν με σημάδια αλλαγής, χωρίς όμως η αλλαγή να έχει ακόμη πρόσωπο, πυξίδα ή σχέδιο.
Υπάρχει ένα ερώτημα: στο βάθος της εικόνας κρύβεται πράγματι κάποια δομική αλλαγή τάσης ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ρυθμιστής ενός καθεστώτος όπου όλοι οι άλλοι ψάχνουν ακόμη ποιοι είναι και ποια θέση επιδιώκουν να έχουν στο πολιτικό σκηνικό;
Δημοσκοπικά, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κρατά διαφορά που –σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον– θα έμοιαζε παρανοϊκά σταθερή μετά από τόσα σκάνδαλα, δυσλειτουργίες και θεσμικές κρίσεις.
Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα νίκη. Είναι «ήττα των άλλων».
Η κυβερνητική φθορά είναι ορατή: διαχείριση καθημερινότητας, θεσμικά ατοπήματα (sic), κρίση αξιοπιστίας, κουρασμένη εικόνα εξουσίας. Κι όμως, ο πυρήνας αντέχει. Γιατί; Διότι ο αντίπαλος πόλος δεν έχει αποκτήσει ακόμα συγκροτημένη μορφή, ούτε ιδεολογική καθαρότητα, ούτε στρατηγική.
Η «προοδευτική» πλευρά, ο χώρος δηλαδή που συνηθίσαμε να αποκαλούμε με διπλωματική ασάφεια (και ασφάλεια) «προοδευτικός», μοιάζει σαν μια εταιρεία με πολλά λογότυπα αλλά χωρίς προϊόν. Σαν ένας διάδρομος ξενοδοχείου γεμάτο πόρτες, καθεμία με διαφορετικό όνομα. Αλλά πίσω από όλες κυριαρχεί ένα «άδειο» δωμάτιο όπου συνωστίζονται στην ατμόσφαιρα άγχη ταυτότητας, ανεπεξέργαστη οργή και έλλειψη σαφούς αφήγησης εξουσίας.
Ο χώρος που κάποτε εξέφρασε την ελπίδα της αμφισβήτησης και κάποιας φιλικής προς την κοινωνία (έστω συστημικής) διαχείρισης των αναγκών της Πολιτείας, είναι πλέον εγκλωβισμένος μεταξύ παρελθοντικών σκιών και μελλοντικής ασάφειας.
Ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ακόμα σημείο αναφοράς – όχι επειδή πείθει για να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά επειδή η επόμενη ημέρα του χώρου του δεν έχει γεννηθεί.
Για πολλούς – και όχι άδικα – θεωρείται ο πλέον ιδανικός «ρολίστας» σε σχέση με το πολιτικό προσωπικό που διαθέτει αυτή τη στιγμή η χώρα.
Όσο για τη «νέα αντισυστημική κεντροαριστερά», πάσχει από οριζόντιο αντιλόγο αντί κάθετης πρότασης.
Οι υπόλοιποι νεόκοποι ηγέτες – και κάποιοι παλαιότεροι πολιτευτές – αναζητούν ρόλο σε ένα ακροατήριο που τους ακούει αλλά δεν τους πιστεύει.
Ανεβαίνουν δημοσκοπικά, ναι, αλλά εκφράζουν περισσότερο θυμό και ιδεολογικό “αχταρμά” παρά κατεύθυνση.
Η πολιτική τους ενέργεια μοιάζει με φλόγα αναπτήρα: ζεσταίνει για μια στιγμή, αλλά δεν χτίζει θερμοκρασία αλλαγής.
Το ΚΚΕ συνεχίζει να διατηρεί μια «βουδιστική σταθερότητα» και αναλυτική σοφία, που σχεδόν συγκινεί: συνέπεια, καθαρότητα, ηθικός κώδικας.
Όμως η δεδομένη άρνηση συμμετοχής σε κυβερνητικά σενάρια το έχει μετατρέψει, εδώ και χρόνια, σε «ηθικό τοτέμ» (που «συγχωρείται» να επιμένει, μιας και κρατά ανοιχτή μια χαραμάδα στην πόρτα της Ιστορίας) – όχι σε καταλύτη εξουσίας.
Και κάπως έτσι, ο Μητσοτάκης δεν κυριαρχεί επειδή η κυβέρνησή του διακατέχεται από λαϊκό ενθουσιασμό ή θεσμική αριστεία.
Κυριαρχεί επειδή είναι ο μόνος που όσο κι αν έχει φθαρεί μοιάζει “πλήρης και συγκροτημένος παίκτης”: μηχανισμός, δομή, πόροι, σταθερό αφήγημα.
Όλοι οι άλλοι βρίσκονται:
* στο στάδιο «ψάχνω ταυτότητα»,
* στο στάδιο «καταγγέλλω χωρίς πρόταση»,
* στο στάδιο «υπόσχομαι χωρίς χάρτη»,
* ή στην προσωπική αντιπαλότητα, όχι στη θεσμική σύγκρουση.
Σε αυτό το πολιτικό κενό, ο Μητσοτάκης λειτουργεί ως ρυθμιστής του συστήματος: όχι ως κυρίαρχος πατέρας, αλλά ως ο μοναδικός ενήλικος σε ένα δωμάτιο που είναι γεμάτο εφήβους.
Η Ελλάδα δεν υποφέρει από έλλειψη κομμάτων. Υποφέρει από έλλειψη ενιαίας, πειστικής αφήγησης για το αύριο.
Τα παραδοσιακά κόμματα κουβαλούν τις καταβολές τους σαν βαρίδια.
Οι νέοι σχηματισμοί κουβαλούν την οργή τους σαν σημαία.
Κανείς δεν καταφέρνει να πει αυτό που ο μέσος πολίτης περιμένει:
Τι θα αλλάξει στη ζωή μου;
Με ποιες πολιτικές;
Με ποιον χρονικό ορίζοντα;
Και με ποιο κόστος;
Όσο αυτή η απάντηση δεν δίνεται, τόσο ο χώρος του Κέντρου θα λειτουργεί ως άδειο δωμάτιο όπου ακούγεται μόνο μια φωνή: η φωνή της κυβέρνησης.
Η ελληνική δημοκρατία του 2026 πλέει με ρυθμό αδράνειας.
Όχι επειδή δεν έχει επιλογές, αλλά επειδή οι επιλογές δεν έχουν ακόμα περιεχόμενο.
Ο πολίτης νιώθει κουρασμένος, ο δημόσιος διάλογος είναι τεμαχισμένος,
και το πολιτικό σύστημα κινείται με τροχιά γύρω από έναν πυρήνα που μπορεί να έχει ρωγμές, αλλά δεν έχει ανταγωνιστή.
Η κυριαρχία, λοιπόν, δεν είναι προϊόν δύναμης. Είναι προϊόν «κυβερνητικής μοναξιάς».
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη πολιτική μετάβαση.
Βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη μεταβατική σύγχυση.
Μπορεί να υπάρξει νέα κεντρική αφήγηση ή θα συνεχίσουμε με “κυβερνητισμό” απέναντι σε “θυμό”;
Αν δεν εμφανιστεί μια ιδεολογικά συνεκτική αντιπρόταση, τότε ο Μητσοτάκης θα παραμείνει regime-setter. Οχι επειδή αρέσει, αλλά επειδή ακόμα δεν υπάρχει κάποιος άλλος που ξέρει τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει.







