Περπατώντας στους δρόμους της Ηλείας στον Πύργο, την Αμαλιάδα, την Κρέστενα καθώς και σε άλλες πόλεις και κοινότητες, συναντά κανείς δεκάδες παλιά σπίτια και διατηρητέα κτήρια που στέκουν όρθια μόνο από τύχη. Ραγισμένοι τοίχοι, πεσμένοι σοβάδες και μπαλκόνια να κρέμονται στο κενό. Μια καθημερινή εικόνα που έχει πάψει να προκαλεί εντύπωση, αλλά κρύβει πίσω της μια διαρκή απειλή για τη ζωή και τη δημόσια υγεία.
Κάθε φορά που έχουμε ένα συμβάν οι αντιδράσεις ξεσπούν και μόλις περάσει λίγος καιρός, ξανά σιωπή.
Πρόσφατα, στην πλατεία Μίκη Θεοδωράκη του Πύργου, μόλις λίγα μέτρα από το Αρχαιολογικό Μουσείο, κατέρρευσε μέρος ενός τέτοιου κτηρίου προκαλώντας ζημιές σε αυτοκίνητα και έντονη αναστάτωση στους κατοίκους. Αυτή τη φορά ήμασταν τυχεροί. Την επόμενη;
Επίσημος καταγεγραμμένος αριθμός των ετοιμόρροπων κτισμάτων στην Ηλεία δεν υπάρχει, ωστόσο έχουν ήδη καταγραφεί περισσότερα από 240 παλαιά και επικίνδυνα κτήρια από τα οποία 23 βρίσκονται στο Δήμο Πύργου, 62 στο Δήμο Ήλιδας, 86 στο Δήμο Ανδραβίδας – Κυλλήνης, 58 στον Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας και 13 στο Δήμο Πηνειού, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός στους Δήμους Ανδρίτσαινας – Κρεστένων, και Ζαχάρως – Φιγαλίας.
Σε πανελλαδικό επίπεδο υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 9.500 ετοιμόρροπα κτίσματα στην ηπειρωτική και νησιωτική χώρα με κάθε ένα από αυτά να είναι μια εν δυνάμει τραγωδία που περιμένει την αφορμή της είτε αυτό λέγεται ένας σεισμός, είτε μια δυνατή βροχή ή απλώς ο χρόνος που περνά.
Ορατοί και αόρατοι κίνδυνοι

Τα ετοιμόρροπα κτήρια δεν αποτελούν μόνο κίνδυνο κατάρρευσης. Είναι και υγειονομικές βόμβες, γεμάτες μούχλα, σκουπίδια και εστίες μόλυνσης. Πολλά φιλοξενούν τρωκτικά και έντομα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημόσια υγεία ή και ακόμη λειτουργούν και ως στέκι περιθωριακών ομάδων. Άλλα, βρίσκονται δίπλα σε σχολεία, σε πεζοδρόμια, σε καφετέριες και σε αλάνες που παίζουν παιδιά. Αρκεί ένα κομμάτι τοίχου ή ένα σπασμένο μπαλκόνι για να μετατρέψει τη βόλτα και το παιχνίδι σε τραγωδία.
Γιατί δεν αλλάζει;
Η απάντηση είναι θλιβερά απλή, επειδή κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη.
Οι ιδιοκτήτες συχνά δεν έχουν τα οικονομικά μέσα να προχωρήσουν σε συντήρηση ή κατεδάφιση. Οι Δήμοι γνωρίζουν το πρόβλημα, αλλά πνίγονται στη γραφειοκρατία και στα νομικά εμπόδια. Και το κράτος, αντί να δώσει λύσεις, περιορίζεται σε διαπιστώσεις.
Οι διαδικασίες για να χαρακτηριστεί ένα κτήριο «επικίνδυνο» είναι αργές και δαιδαλώδεις. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι, οι άδειες, οι ειδοποιήσεις, το πρόβλημα έχει ήδη γίνει επικίνδυνο. Δεν υπάρχουν σαφή χρονοδιαγράμματα ούτε πραγματικές κυρώσεις για τους αδιάφορους ιδιοκτήτες. Και φυσικά, καμία πρόβλεψη για οικονομική ενίσχυση όσων θέλουν να αποκαταστήσουν την περιουσία τους.
Έτσι, το κράτος επιτρέπει την αδράνεια. Και η αδράνεια σκοτώνει.
Να αλλάξει ο νόμος πριν είναι αργά
Η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τα ετοιμόρροπα κτήρια με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές και η νομοθεσία πρέπει να γίνει πιο αυστηρή και πιο άμεση και όχι να εφαρμόζεται αυτή του 1929.
Πρέπει λοιπόν να γίνει υποχρεωτική καταγραφή όλων των επικίνδυνων κτισμάτων, ταχεία διαδικασία κατεδάφισης ή αποκατάστασης, να δοθούν οικονομικά κίνητρα για τους πολίτες που προχωρούν σε συντήρηση και να καταβληθούν πρόστιμα και ποινικές ευθύνες για όσους αδιαφορούν.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν θα πέσει το επόμενο ετοιμόρροπο κτήριο, το ζήτημα είναι πότε.
Μια ερώτηση που πονά
Πρέπει να θρηνήσουμε πρώτα θύματα για να αλλάξει η νομοθεσία;
Πρέπει να δούμε παιδιά, ηλικιωμένους ή περαστικούς θαμμένους κάτω από τα ερείπια, για να καταλάβουμε το αυτονόητο;
Η απάντηση είναι όχι.
Αλλά όσο η Πολιτεία συνεχίζει να «βλέπει» τα ετοιμόρροπα κτήρια και να στρέφει αλλού το βλέμμα, κάποια μέρα αυτό το όχι θα χάσει την αξία του…







