Όταν η Δικαιοσύνη χάνει το «Τραίνο»
Υπάρχουν τραγωδίες που δεν τελειώνουν τη στιγμή που σβήνουν οι σειρήνες. Συνεχίζονται χαμηλόφωνα, επίμονα, μέσα σε φακέλους, σε εξεταστικές που δεν κλείνουν, σε ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται, σε σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις απαντήσεις.
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, τον Φεβρουάριο του 2023, ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Πενήντα επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν — κυρίως νέοι — και μαζί τους κατέρρευσε η τελευταία βεβαιότητα ότι η αμέλεια είναι απλώς μια ελληνική ιδιορρυθμία χωρίς κόστος.
Τους πρώτους μήνες, το εθνικό πένθος είχε έναν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Δηλώσεις, υποσχέσεις, επιτροπές… Όμως ο χρόνος, αντί να επουλώσει, όξυνε. Η δικαιοσύνη προχωρούσε αργά, η ευθύνη διαχέονταν και το δυστύχημα άρχισε να μοιάζει λιγότερο με «τραγικό λάθος» και περισσότερο με σύμπτωμα: ενός κράτους όπου οι προειδοποιήσεις αγνοούνται, οι αρμοδιότητες συγχέονται και η λογοδοσία σπάνια φτάνει μέχρι τέλους.
Μέσα σε αυτό το κενό εμφανίστηκε μια φωνή που δεν είχε καμία πρόθεση να γίνει πολιτική — τουλάχιστον όχι τότε. Η Μαρία Καρυστιανού μίλησε πρώτα ως μητέρα και ως εκπρόσωπος των
οικογενειών των θυμάτων, δεν ζητούσε εκδίκηση, αλλά κάθαρση και αλήθεια. Κι όσο αυτή η αλήθεια καθυστερούσε, τόσο ο δημόσιος λόγος της, αποκτούσε πολιτικό βάρος, όχι επειδή το επεδίωξε, αλλά επειδή δεν υπήρχε κανείς άλλος να τον σηκώσει.
Η επιβεβαίωση της δημιουργίας πολιτικού κόμματος από την ίδια δεν προέκυψε ως αιφνίδιο άλμα, αλλά ως φυσική συνέχεια μιας κοινωνικής κόπωσης. Όταν η δικαιοσύνη μοιάζει απρόσιτη, η πολιτική μετατρέπεται σε εναλλακτικό δρόμο διεκδίκησης. Όχι ως φιλοδοξία εξουσίας, αλλά ως ύστατο μέσο
ακρόασης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ξεκάθαρη επιλογή της να αποκλείσει κάθε συνεργασία με πρόσωπα δοκιμασμένα στο πολιτικό σύστημα. Μια απόφαση που δεν λειτουργεί απλώς ως οργανωτική γραμμή, είναι δήλωση δυσπιστίας. Υπονοεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι θεσμοί, αλλά και εκείνοι που τους
υπηρέτησαν, ή τους ανέχθηκαν επί δεκαετίες. Σε μια χώρα όπου η εμπειρία συχνά συγχέεται με τη συνενοχή, η απουσία πολιτικών βιογραφικών παρουσιάζεται ως ηθικό πλεονέκτημα.
‘’Όταν η αμέλεια γίνεται καθεστώς
Το κόμμα που γεννιέται από την τραγωδία των Τεμπών δεν υπόσχεται ιδεολογικές τομές ούτε οικονομικά θαύματα. Υπόσχεται κάτι πιο λιτό και, ίσως γι’ αυτό, πιο ριζοσπαστικό: ότι η μνήμη δεν θα διαπραγματευτεί, ότι οι νεκροί δεν θα γίνουν υποσημείωση. Σε έναν πολιτικό χάρτη κορεσμένο από
επαναλαμβανόμενα πρόσωπα και προβλέψιμες αφηγήσεις, αυτή η στάση μοιάζει ταυτόχρονα αφελής και επικίνδυνα ελκυστική.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν ένα τέτοιο κόμμα θα αντέξει στον χρόνο. Είναι αν η ελληνική δημοκρατία θα είχε φτάσει ποτέ σε αυτό το σημείο, αν η δικαιοσύνη είχε κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί η απώλεια πενήντα επτά ζωών. Όταν οι θεσμοί αργούν, οι πολίτες μαθαίνουν να μιλούν αλλιώς. Και τότε, το πένθος παύει να είναι ιδιωτικό. Γίνεται πολιτική γλώσσα. Κάπου εδώ όμως αναδύεται αναπόφευκτα το τελευταίο και ίσως πιο άβολο ερώτημα: μπορεί μια τέτοια προσπάθεια να σταθεί αποκλειστικά πάνω στη δύναμη της ηθικής της αφετηρίας;
Θα μπορέσει η Μαρία Καρυστιανού να προχωρήσει μόνη, σε ένα πολιτικό τοπίο που σπάνια επιτρέπει την αθωότητα; Ή μήπως, όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική δημόσια ζωή, γύρω από αυτή την κίνηση συγκροτούνται δίκτυα σιωπηλών υποστηρικτών, πρόσωπα και συμφέροντα τα οποία προς το παρόν παραμένουν αόρατα, αλλά γνωρίζουν καλά το πώς λειτουργεί η εξουσία;
Η απάντηση δεν είναι ακόμη ορατή. Εκείνο όμως που είναι ήδη σαφές, είναι ότι το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο την ίδια. Αφορά μια κοινωνία που δοκιμάζει για ακόμη μία φορά, να δει αν η αλήθεια μπορεί να σταθεί στην πολιτική σκηνή χωρίς προστάτες, ή αν τελικά, ακόμη και η κάθαρση χρειάζεται
συμμάχους….
Από τη Νίκη Μαντά







