
Κάποτε ο Έλληνας δούλευε. Ίσως όχι με την πειθαρχία του Γερμανού ή τη μέθοδο του Σκανδιναβού, αλλά με εκείνη τη δική του βαθιά προσωπική ενέργεια που γεννιόταν μέσα από την ανάγκη και την αξιοπρέπεια. Ο μόχθος είχε τιμ και το χέρι που σκούπιζε τον ιδρώτα ήταν κάτι σαν μετάλλιο και ο καφές της Κυριακής είχε γεύση δικαίωσης και δημιουργίας.
Κι ύστερα ήρθαν τα επιδόματα,όχι απλώς ως βοήθημα, αλλά ως φιλοσοφία ζωής. Ένα νέο υπαρξιακό δόγμα που αντικατέστησε το «θα τα καταφέρω μόνος μου» με το «θα μου δώσουν κάτι να αντέξω». Το κράτος έγινε ένας πατέρας που ταΐζει, κι εμείς παιδιά που μάθαμε να μην πεινάμε ποτέ αρκετά για να ξυπνήσουμε!
Η επιδοματική νοοτροπία είναι, κατά βάθος, η ήσυχη υποχώρηση της βούλησης. Δεν είναι τεμπελιά, είναι μια παραίτηση μεταμφιεσμένη σε ανακούφιση. Μας εξαγοράζει με τη σταγόνα του επιδόματος, ώστε να μη διψάσουμε ποτέ για την πηγή. Είναι το «λίγο» που σκοτώνει την επιθυμία για το «πολύ».
Ο Nietzsche, θα το έβλεπε ως μια μορφή τελευταίου ανθρώπου: εκείνου που δεν θέλει να κινδυνεύει, να προσπαθεί, να υπερβαίνει, αλλά θέλει μόνο να «ζει καλά», να έχει καφέ, delivery και Netflix.
Ενδεχομένως ο Νίκος Καζαντζάκης αν έγραφε σήμερα το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» να σκιαγραφούσε τον ήρωα ως έναν πενηντάρη που ζει σε κάποιο μικρό χωριό με κινητό στο χέρι και social, περιμένοντας μια προνοιακή σύνταξη και όχι να δουλεύει στα λιγνιτωρυχεία της Μάνης. Όσο για τον Αριστοτέλη πιθανότατα να το έλεγε έλλειψη εντελέχειας, μιας και ο Έλληνας του 21ου αιώνα φαίνεται να εγκαταλείπει το «έργον» για το επίδομα.
Το κράτος έγινε ο πατέρας που ταΐζει, κι εμείς παιδιά που μάθαμε να μην πεινάμε ποτέ αρκετά για να ξυπνήσουμε!
Κι όμως, υπάρχει κάτι ακόμη πιο τραγικό από το να εξαρτάσαι από ένα βοήθημα: το να μην το θεωρείς εξάρτηση, διότι η συνήθεια του λίγου γίνεται ηθική ακινησίας. Το κράτος, ακόμα κι αν έχει καλές προθέσεις καλλιεργεί μια ψυχολογία μικρής ευγνωμοσύνης: «ας είναι καλά που μας δίνει». Όμως η ευγνωμοσύνη χωρίς αυτοδυναμία δεν είναι αρετή, είναι υπνωτικό.
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ μιλούμε για «ανάκαμψη», οι πλατείες γεμίζουν αργούς, όχι οργισμένους. Οργή υπάρχει όπου υπάρχει ακόμη δύναμη, ενώ εδώ υπάρχει μια υπαρξιακή νάρκη, ένας ήσυχος κομφορμισμός που ντύνεται με ρεαλισμό. «Τι να κάνουμε; Έτσι είναι τα πράγματα».
Η τραγωδία του νεοέλληνα δεν είναι ότι ζητά βοήθεια. Είναι ότι ξέχασε να νιώθει ντροπή όταν δεν χρειάζεται πια να προσπαθεί. Κι αυτή η λήθη είναι φιλοσοφικά βαριά, είναι η απώλεια του μέτρου και της ύβρεως μαζί. Ο Έλληνας που κάποτε αντιστεκόταν στους ανέμους, τώρα παραδίδεται στο ρεύμα των επιδοτήσεων.
Ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα των επόμενων δεκαετιών δεν είναι οικονομικό, αλλά υπαρξιακό ώστε να ξαναβρούμε το νόημα της προσπάθειας, χωρίς να χρειάζεται να πεινάσουμε για να το κάνουμε. Να αναστηθεί ο τύπος του ανθρώπου που θέλει να παράγει, όχι απλώς να επιβιώνει.
Γιατί το επίδομα, όσο γενναιόδωρο κι αν είναι, δεν γεμίζει το κενό της ταυτότητας. Και η ταυτότητα του Έλληνα, ιστορικά, δεν ήταν ποτέ «δικαιούχος». Ήταν δημιουργός, αντάρτης, έμπορος, ναυτικός, μετανάστης, δάσκαλος, εργάτης. Ήταν κάποιος που δεν περίμενε να του δώσουν, αλλά έβρισκε τρόπο να πάρει πίσω τη ζωή του.
Και ίσως, εκεί να βρίσκεται η μόνη αληθινή επανάσταση του καιρού μας: να ξαναγίνουμε άνθρωποι του μόχθου και όχι της αίτησης για ένα επίδομα επιβίωσης.







